Ευρωπαϊκές Υποθέσεις

    

Σχέσεις Κύπρου – Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αίτηση ένταξης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες

Στις 4 Ιουλίου 1990 η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση για ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε την αίτηση, εξέδωσε θετική γνωμοδότηση στις 30 Ιουνίου 1993, στην οποία χαρακτήρισε την Κύπρο επιλέξιμη για ένταξη και, εν αναμονή προόδου στο πολιτικό πρόβλημα, επιβεβαίωσε ότι η κοινότητα ήταν έτοιμη να αρχίσει τη διαδικασία με την Κύπρο που θα οδηγούσε στην τελική της ένταξη. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 17 Οκτωβρίου 1993.

Σημαντικό στοιχείο αποτελεί το συμπέρασμα στη γνωμοδότηση της Επιτροπής, το οποίο αναφέρει:

«Η γεωγραφική θέση της Κύπρου, οι βαθιοί δεσμοί, οι οποίοι, για δυο χιλιάδες χρόνια, τοποθετούν το νησί στην ίδια την πηγή της ευρωπαϊκής κουλτούρας και πολιτισμού, η έντονη ευρωπαϊκή επίδραση που είναι εμφανής στις αξίες που έχει ο λαός της Κύπρου και στην πολιτιστική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή των πολιτών της, ο πλούτος των ποικίλων επαφών της με την Κοινότητα, όλα αυτά προσδίδουν στην Κύπρο, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ευρωπαϊκή της ταυτότητα και χαρακτήρα και επιβεβαιώνουν τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό».

Η έκδοση της θετικής γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην αίτηση της Κύπρου για ένταξη στην Ε.Ε. αποτελεί ορόσημο και αρχή μιας νέας εποχής στις σχέσεις Κύπρου και Ένωσης. Η Ε.Ε. αναγνώρισε πλήρως τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό και την επιλεξιμότητα της Κύπρου για ένταξη και στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κέρκυρας (Ιούνιος 1994) και του Έσσεν (Δεκέμβριος του 1994) καθορίστηκε ότι το επόμενο στάδιο διεύρυνσης της Ε.Ε. θα περιλάμβανε και την Κύπρο και τη Μάλτα.

Σε μια σημαντική απόφαση, το Μάρτιο του 1995, το Συμβούλιο Υπουργών της Ε.Ε., ύστερα από εξέταση της έκθεσης του παρατηρητή της Ε.Ε. για την Κύπρο, τοποθέτησε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της Διάσκεψης. Έγινε επίσης, για πρώτη φορά, αναφορά στην ανάγκη υιοθέτησης προενταξιακής στρατηγικής για προετοιμασία της Κύπρου ενόψει της προσχώρησής της στην Ε.Ε. και, ως πρώτο βήμα, αποφασίστηκε η διεξαγωγή διαρθρωμένου διαλόγου, όπως και στην περίπτωση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Το Συμβούλιο Υπουργών εξέφρασε επίσης την πεποίθηση ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. θα οδηγήσει σε αυξημένη ασφάλεια και ευημερία και στις δύο κοινότητες του νησιού και θα επιτρέψει, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα του νησιού, να προοδεύσει οικονομικά και να βελτιώσει την προοπτική για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Παράλληλα, το Συμβούλιο θεώρησε ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα πρέπει να αντιληφθεί τα πλεονεκτήματα της ένταξης στην Ε.Ε. πιο καθαρά και να κατευνάσει τις ανησυχίες της για την προοπτική αυτή. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να οργανώσει, σε διαβούλευση με την κυβέρνηση της Κύπρου, τις απαραίτητες επαφές για το σκοπό αυτό με την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Στις 12 Ιουνίου 1995 το Συμβούλιο Σύνδεσης Ε.Ε. - Κύπρου υιοθέτησε ένα κοινό ψήφισμα που αφορούσε την εγκαθίδρυση ενός διαρθρωμένου διαλόγου μεταξύ της Ε.Ε. και της Κύπρου, καθώς και ορισμένα στοιχεία της στρατηγικής για την προετοιμασία της για ένταξη. Το Συμβούλιο Σύνδεσης θεώρησε επίσης ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ένωση έχει στόχο να ωφελήσει και τις δύο κοινότητες στο νησί και να συμβάλει στην ειρήνη και τη συμφιλίωση μεταξύ τους.

Στις 17 Ιουλίου 1995 η Ε.Ε. υιοθέτησε τις ακριβείς διευθετήσεις για το διαρθρωμένο διάλογο που περιλάμβαναν συναντήσεις αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε., υπουργικές συναντήσεις, συναντήσεις πολιτικών διευθυντών και εμπειρογνωμόνων, καθώς και την πιθανή ευθυγράμμιση με τις διακηρύξεις της Ένωσης, σύνδεση με τα διαβήματα της Ένωσης και την εφαρμογή κοινών ενεργειών. Από τότε έχουν γίνει δεκάδες συναντήσεις για το διαρθρωμένο διάλογο τόσο στην Κύπρο όσο και σε χώρες μέλη για μεγάλο αριθμό θεμάτων.

Στις 17 Ιουνίου 1997 ολοκληρώθηκε επίσημα η Διακυβερνητική Διάσκεψη με την πραγματοποίηση της συνάντησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Άμστερνταμ (16 και 17 Ιουνίου 1997) και την υιοθέτηση της Συνθήκης του Άμστερνταμ.

Με βάση τις προτάσεις της Επιτροπής, που περιλαμβάνονταν στην Ατζέντα 2000, και λαμβάνοντας υπόψη την επιτυχή κατάληξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου (Δεκέμβριος 1997) έλαβε τις τελικές αποφάσεις σε σχέση με τη διαδικασία διεύρυνσης που προνοούσαν, σε πρώτη φάση, την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων την άνοιξη του 1998 με την Κύπρο, την Ουγγαρία, την Πολωνία, την Εσθονία, την Τσεχική Δημοκρατία και τη Σλοβενία (υποψήφιες χώρες του πρώτου κύματος). Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να επιταχυνθεί η προετοιμασία για τη δεύτερη φάση της διεύρυνσης και την έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία και τη Βουλγαρία. Τέλος, επιβεβαιώθηκε η επιλεξιμότητα της Τουρκίας για ένταξη στην Ε.Ε., τονίζοντας ταυτόχρονα ότι στο στάδιο εκείνο δεν υπήρχαν όλες οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν να εξεταστεί το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων προσχώρησης.

Η διαδικασία διεύρυνσης προνοούσε επίσης για μια αυξημένη προενταξιακή στρατηγική και ειδική προενταξιακή βοήθεια για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και μια ειδική προενταξιακή στρατηγική για την Κύπρο που αποτελείτο από:

  • Συμμετοχή σε ορισμένα προγράμματα-στόχους, ιδιαίτερα για ενίσχυση των δικαστικών και διοικητικών δυνατοτήτων,
  • Συμμετοχή σε ορισμένα κοινοτικά προγράμματα και φορείς και
  • Χρήση τεχνικής βοήθειας που παρέχεται από το Γραφείο Τεχνικής Βοήθειας και Ανταλλαγής Πληροφοριών (TAIEX Office) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στις 12 Μαρτίου 1998, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Γλαύκος Κληρίδης παρουσίασε στην προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επίσημη πρόταση με την οποία προσκαλούσε τους Τουρκοκυπρίους να ορίσουν εκπροσώπους τους ως πλήρη μέλη της ομάδας που θα διαπραγματευθεί την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Η πρόταση αυτή δεν έχει ακόμα γίνει αποδεκτή από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, παρά το γεγονός ότι χαρακτηρίστηκε γενναιόδωρη από τον τότε προεδρεύοντα του Συμβουλίου της Ε.Ε., Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών κ. Robin Cook, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η Ε.Ε. χαιρετίζει την προσφορά «που έγινε για συμπερίληψη Τουρκοκυπρίων εκπροσώπων στην ομάδα που θα διαπραγματευθεί τους όρους της ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θλίβεται, γιατί η τουρκοκυπριακή πλευρά μέχρι στιγμής έχει ανταποκριθεί αρνητικά στην προσφορά αυτή. Επαναλαμβάνει τη σημασία που αποδίδει στη σύνδεση των Τουρκοκυπρίων με την ενταξιακή διαδικασία, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λουξεμβούργου. Η Προεδρία και η Επιτροπή θα κάνουν τις απαραίτητες επαφές.»

Την 31η Μαρτίου 1998 άρχισαν οι επίσημες ενταξιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κύπρου (και των υπόλοιπων πέντε χωρών του πρώτου κύματος) και της Ε.Ε. Στις εναρκτήριες παρατηρήσεις του ο προεδρεύων του Συμβουλίου Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών κ. Robin Cook χαιρέτισε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο και εξέφρασε την ελπίδα ότι αυτές θα σημειώσουν γρήγορη πρόοδο. Παράλληλα, τόνισε ότι «η Ένωση πιστεύει ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. πρέπει να ωφελήσει όλες τις κοινότητες, συμπεριλαμβανομένης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, και να βοηθήσει στην επίτευξη ειρήνης και συμφιλίωσης στο νησί».

Το Δεκέμβριο του 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι αποφάσισε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη Μάλτα, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία και τη Βουλγαρία. Οι χώρες αυτές πήραν το χαρακτηρισμό «υποψήφιες χώρες του δεύτερου κύματος». Επίσης το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανέδειξε την Τουρκία υποψήφια για ένταξη χώρα, χωρίς όμως να την περιλάβει στην ομάδα των υπόλοιπων χωρών που θα άρχιζαν ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ολοκληρώθηκαν το Δεκέμβριο του 2004 και η Συνθήκη Προσχώρησης υπογράφτηκε τον Απρίλιο του 2005 με την προοπτική να γίνουν αυτές οι δύο χώρες δεκτές ως μέλη τον Ιανουάριο του 2007. Η Συνθήκη βρίσκεται στο στάδιο της επικύρωσης από τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε επίσημα τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης με την Κροατία και την Τουρκία στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων του Λουξεμβούργου στις 3 Οκτωβρίου του 2005.

Το Δεκέμβριο του 2005, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να αποδώσει καθεστώς υποψήφιας χώρας και στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, με την οποία δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει διαπραγματεύσεις προσχώρησης.

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων