Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τους κανονισμούς
«Οι περί Αστυνομίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) (Αρ. 2) Κανονισμοί του 2019» και «Οι περί Ειδικών Αστυνομικών (Διαδικασία Διορισμού και Όροι Υπηρεσίας) (Τροποποιητικοί) (Αρ. 2) Κανονισμοί του 2019»


Παρόντες:

           Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος                             Ανδρέας Πασιουρτίδης

          Δημήτρης Δημητρίου                                                Χριστιάνα Ερωτοκρίτου

          Άριστος Δαμιανού                                                    Πανίκος Λεωνίδου

          Ευανθία Σάββα                                                        Κωστής Ευσταθίου


Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τους πιο πάνω κανονισμούς σε δύο συνεδρίες, που πραγματοποιήθηκαν στις 3 και 9 Ιουλίου 2019. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιόν της εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της Αστυνομίας Κύπρου, του Υπουργείου Οικονομικών και του Συνδέσμου Αστυνομίας Κύπρου.
Σκοπός των πρώτων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει των άρθρων 13 και 17 του περί Αστυνομίας Νόμου, είναι η τροποποίηση των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών, ώστε να ρυθμιστούν τα κριτήρια μισθολογικής ανέλιξης των αστυνομικών και πυροσβεστών που διορίστηκαν μετά την 25η Ιουλίου 2002 στις συνδυασμένες μισθοδοτικές κλίμακες Α3-Α5-Α7.
Σκοπός των δεύτερων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει των άρθρων 13 και 39(2) του περί Αστυνομίας Νόμου, είναι η τροποποίηση των περί Ειδικών Αστυνομικών (Διαδικασία Διορισμού και Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών, ώστε να ρυθμιστεί η μισθολογική ανέλιξη των ειδικών αστυνομικών που διορίστηκαν στο διάστημα μεταξύ 16 Μαΐου 1997 και 11 Ιουλίου 2002 στις συνδυασμένες μισθοδοτικές κλίμακες της θέσης τους Α1-Α3-Α5, καθώς και αυτών που διορίστηκαν μετά τις 11 Ιουλίου 2002 στις συνδυασμένες μισθοδοτικές κλίμακες της θέσης τους Α1-Α2-Α5.
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει τους κανονισμούς, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις η ανέλιξη των πιο πάνω αναφερόμενων αστυνομικών, πυροσβεστών και ειδικών αστυνομικών στις συνδυασμένες μισθοδοτικές κλίμακες της θέσης τους θα γίνεται με βάση τα χρόνια υπηρεσίας τους. Με τις ρυθμίσεις αυτές θα ανελιχθούν στις συνδυασμένες μισθοδοτικές κλίμακες της θέσης τους κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ανελίσσονται οι συνάδελφοί τους αστυνομικοί και πυροσβέστες που διορίστηκαν πριν από τις 25 Ιουλίου 2002, η μισθοδοτική ανέλιξη των οποίων καθορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 23.126 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Μαΐου 1983, και συνεπώς θα επιτευχθεί η ίση μεταχείριση όλων των αστυνομικών και πυροσβεστών και θα αποφευχθούν οι όποιες αντιδράσεις μεταξύ των μελών του αστυνομικού σώματος, η αποτελεσματικότητα του οποίου στηρίζεται στην άμεση ανταπόκριση των μελών του.
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην εν λόγω εισηγητική έκθεση, η διάκριση που εισάγεται με τα αναφερόμενα νομοθετήματα στην ανέλιξη των αστυνομικών, των πυροσβεστών και των ειδικών αστυνομικών στις συνδυασμένες μισθοδοτικές κλίμακες της θέσης τους, σε σχέση με τον τρόπο ανέλιξης των δημόσιων υπαλλήλων των αντίστοιχων μισθοδοτικών κλιμάκων, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 28.1 του συντάγματος, για τους πιο κάτω λόγους:
1. Όπως έχει νομολογηθεί, ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» που αναφέρεται στο άρθρο 28(1) του συντάγματος δεν αφορά στην έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά διασφαλίζει μόνο έναντι αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες απαιτείται να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσης των πραγμάτων, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και να αποκλείεται η ταύτιση των ανομοίων.
2. Με βάση το άρθρο 122 του συντάγματος, «O όρος “δημόσια υπηρεσίαˮ σημαίνει υπηρεσίαν υπαγομένην εις την Δημοκρατίαν, πλην της υπηρεσίας εν τω στρατώ ή εν τοις σώμασιν ασφαλείας της Δημοκρατίας...» και με βάση το άρθρο  130.1 του συντάγματος «Aι δυνάμεις ασφαλείας της Δημοκρατίας αποτελούνται εκ της αστυνομίας και της χωροφυλακής...». Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Αστυνομίας Νόμου, «Στην Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται και λειτουργεί δύναμη ασφάλειας γνωστή ως Αστυνομία Κύπρου».
Συνεπώς, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα μέλη της αστυνομίας δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά μέλη σώματος ασφάλειας.
3. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των μελών της αστυνομίας ρυθμίζονται από ξεχωριστό νόμο και ο βαθμός επικινδυνότητας στην εκτέλεσή τους διακρίνεται ουσιαστικά από αυτά των δημόσιων υπαλλήλων, αφού επιβάλλουν αυξημένες υποχρεώσεις και ευθύνες τόσο έναντι της πολιτείας όσο και έναντι της κοινωνίας. Η αστυνομία, σύμφωνα με το άρθρο 6 του περί Αστυνομίας Νόμου, ασκεί τις εξουσίες της σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, τη διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη και την εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη των παρανομούντων και για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών τα μέλη της αστυνομίας δικαιούνται να μεταφέρουν όπλα. Με την πρόσληψή του στο αστυνομικό σώμα κάθε αστυνομικός τοποθετείται στη μισθοδοτική κλίμακα Α3 και μπορεί, με βάση το άρθρο 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, να διεξάγει ανάκριση σε σχέση με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους αρκετά μέλη της αστυνομίας έχουν χάσει τη ζωή τους ή υπέστησαν σοβαρούς τραυματισμούς.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 24(3) του περί Αστυνομίας Νόμου, τα μέλη της αστυνομίας βρίσκονται πάντοτε σε καθήκον και μπορούν οποτεδήποτε, καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, να κληθούν σε καθήκον σε οποιοδήποτε σημείο της Δημοκρατίας. Ο χρόνος εργασίας τους κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κατά δυόμισι ώρες εβδομαδιαίως αυξημένος σε σχέση με τον χρόνο εργασίας των μελών της δημόσιας υπηρεσίας. Τέλος, εργάζονται κατά βάρδιες ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, περιλαμβανομένων των δημόσιων αργιών και των εορτών.
Όλες οι πλευρές που κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή συμφώνησαν με τις πρόνοιες και των δύο υπό αναφορά κανονισμών.
Τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους, επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί των προνοιών και των δύο κανονισμών κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια του σώματος.


9 Ιουλίου 2019
 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων