Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 201

Παρόντες:

Άγγελος Βότσης, πρόεδρος Αντρέας Καυκαλιάς
Μαρίνος Μουσιούττας Μαρίνος Σιζόπουλος
Μάριος Μαυρίδης Μιχάλης Γιωργάλλας
Ονούφριος Κουλλά Άννα Θεολόγου
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 18 Μαρτίου 2019. Στη συνεδρία της επιτροπής παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ).

Σημειώνεται ότι η επιτροπή είχε αρχίσει τη συζήτηση του εν λόγω νομοσχεδίου σε προγενέστερο στάδιο, ήτοι σε συνεδρία της, ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2012, κατά την οποία τέθηκαν διάφορα νομικά και άλλα επιμέρους ζητήματα, βάσει των οποίων διαφάνηκε ότι το εν λόγω νομοσχέδιο έχρηζε περαιτέρω μελέτης από πλευράς εκτελεστικής εξουσίας, προτού καταστεί δυνατή η συνέχιση της συζήτησής του.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου, ώστε να ενισχυθούν οι εξουσίες της ΕΚΚ όσον αφορά την απρόσκοπτη συλλογή πληροφοριών και τη διενέργεια ελέγχων και ερευνών στους εποπτευόμενους οργανισμούς, με απώτερο στόχο η επιτροπή να ανταποκρίνεται με επάρκεια στις υποχρεώσεις της, όπως αυτές απορρέουν από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, αλλά και τα όσα ανέφεραν οι αρμόδιοι εκπρόσωποι κατά τη συζήτησή του, ο υφιστάμενος νόμος περιορίζει κατά πολύ τη δυνατότητα και την εξουσία της ΕΚΚ ως προς τη διενέργεια των απαιτούμενων ελέγχων των εποπτευομένων της, καθότι τα εν λόγω πρόσωπα δύναται να αρνηθούν να παράσχουν πληροφορίες στην ΕΚΚ, όταν αυτές αφορούν τον έλεγχο και τη συλλογή κειμένων και πληροφοριών που συνιστούν αλληλογραφία ή επικοινωνία.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κρίνονται αναγκαίες για τους ακόλουθους λόγους:

1. Στις πλείστες των περιπτώσεων κάθε πληροφορία που ζητά η ΕΚΚ κατά τη διενέργεια ελέγχων και ερευνών συνιστά αλληλογραφία ή μορφή επικοινωνίας, συνεπώς, εάν δεν τροποποιηθούν σχετικές αναφορές στον βασικό νόμο, τότε τα πρόσωπα που υπόκεινται σε έρευνα από την ΕΚΚ θα έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την παροχή στοιχείων που είναι απαραίτητα για σκοπούς της διεξαγόμενης έρευνας, με αποτέλεσμα η ΕΚΚ να αποστερείται των αναγκαίων εξουσιών για συλλογή πληροφοριών και συναφώς ο νόμος να παραμένει ουσιαστικά ανεφάρμοστος. Όπως σχετικά αναφέρεται, διάφοροι ελεγχόμενοι οργανισμοί επικαλούνται τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας για σκοπούς αποφυγής ελέγχων και ερευνών, όπως και προσκόμισης ζητούμενων πληροφοριών.

2. Σε περίπτωση που η ΕΚΚ αποστερηθεί της εξουσίας για τη συλλογή των πιο πάνω πληροφοριών και στοιχείων για σκοπούς έρευνας, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα:

α. την καταστρατήγηση του όλου θεσμού και του εποπτικού της ρόλου και

β. τη μη συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με το κοινοτικό κεκτημένο, καθότι η εξουσία της ΕΚΚ για άμεση, απρόσκοπτη και πλήρη πρόσβαση σε στοιχεία προνοείται σε σχετικές με την κεφαλαιαγορά ευρωπαϊκές Οδηγίες, οι οποίες έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.

Με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται απαραίτητη η άμεση τροποποίηση του βασικού νόμου, ώστε η ΕΚΚ να μπορεί να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στις διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις της ως εποπτικής αρχής της κεφαλαιαγοράς στη Δημοκρατία, όπως και στις διεθνείς υποχρεώσεις της έναντι άλλων εποπτικών αρχών.

Κατά το αρχικό στάδιο της συζήτησης του νομοσχεδίου, μέλη της επιτροπής ζήτησαν διευκρινίσεις ως προς το ενδεχόμενο αντισυνταγματικότητας ορισμένων από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, ειδικότερα σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 17 του συντάγματος, το οποίο προβλέπει για το δικαίωμα σεβασμού και διασφάλισης του απορρήτου της αλληλογραφίας, όπως και κάθε άλλης μορφής επικοινωνίας, νοουμένου ότι η επικοινωνία αυτή διεξάγεται με νόμιμα μέσα.

Περαιτέρω, ζητήθηκε ενημέρωση της επιτροπής για περιπτώσεις στις οποίες παρέχονται παρόμοιες εξουσίες στην ΕΚΚ για είσοδο, έρευνα και συλλογή στοιχείων και πληροφοριών.

Συναφώς, με επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών, ημερομηνίας 18 Φεβρουαρίου 2013, η επιτροπή έλαβε σχετική ενημέρωση, σύμφωνα με την οποία, με βάση σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οποιαδήποτε διοικητική έρευνα σε υπηρεσιακή/επαγγελματική αλληλογραφία, όπως και η πρόσβαση της εποπτικής αρχής σε επαγγελματικά έγγραφα και αντίγραφα, δεν αντίκειται στις σχετικές συνταγματικές διατάξεις.

Συνεπώς, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις, κατά την άποψη τόσο του Υπουργείου Οικονομικών όσο και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, είναι συμβατές με το άρθρο 17 του συντάγματος.

Στη συνέχεια και βάσει μεταγενέστερης πληροφόρησης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού με επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών, ημερομηνίας 18 Νοεμβρίου 2015, το αρμόδιο υπουργείο επαναβεβαίωσε ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συνάδουν με τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις.

Σημειώνεται ότι η ανάγκη επαναβεβαίωσης της πιο πάνω θέσης προέκυψε λόγω της θέσης του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με την οποία οι πρόνοιες του νομοσχεδίου δεν είναι συμβατές με το άρθρο 17 του συντάγματος και συναφώς εισηγείτο την τροποποίησή του.

Όπως σχετικά αναφέρεται στην πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή, η ΕΚΚ διαφώνησε με την πιο πάνω θέση και επέμεινε στην ανάγκη προώθησης του νομοσχεδίου όπως αυτό είχε κατατεθεί στη Βουλή.

Ως εκ τούτου, ο Υπουργός Οικονομικών με επιστολή του ζήτησε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να επανεξετάσει το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα της ΕΚΚ.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, απαντώντας στην επιστολή του Υπουργού Οικονομικών, σημείωσε ότι συμφωνεί τόσο με τη νομική ορθότητα του νομοσχεδίου όσο και με προγενέστερες γνωματεύσεις του περί του ότι οι περί διασφάλισης του απορρήτου της επικοινωνίας διατάξεις σε αυξημένης ισχύος κανόνες ισχύουν και ερμηνεύονται αυτοδικαίως. Τέλος, καταλήγει ότι είναι επιτρεπτή η προώθηση του συνημμένου νομοσχεδίου όπως εγκρίθηκε νομοτεχνικά με την επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη περαιτέρω νομοτεχνικής επεξεργασίας, πλην όμως διαγράφηκε το προτεινόμενο άρθρο 6, καθότι η σχετική ρύθμιση είχε ήδη θεσπισθεί με άλλο τροποποιητικό νόμο.

Υπό το φως των πιο πάνω, κατά την τελευταία συνεδρία της επιτροπής, ημερομηνίας 18 Μαρτίου 2019, οι αρμόδιες αρχές τόνισαν εκ νέου τη σημασία προώθησης του εν λόγω νομοσχεδίου, καθώς και την αναγκαιότητα ψήφισής του σε νόμο λόγω και του ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της κεφαλαιαγοράς, το οποίο απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι υφίστανται τα κατάλληλα μέσα, ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν όλες τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, αλλά και να διασφαλίζεται η πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα στοιχεία θεωρείται ότι είναι σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Περαιτέρω, τονίστηκε εκ νέου από τους αρμόδιους εκπροσώπους ότι οι υφιστάμενες διατάξεις του βασικού νόμου περιορίζουν σημαντικά την πρόσβαση της ΕΚΚ σε πληροφορίες και έγγραφα, γεγονός το οποίο όχι μόνο δε συνάδει με το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο για τις εξουσίες που πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, αλλά απεναντίας το καταστρατηγεί και είναι αντίθετο με αυτό.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του εν λόγω θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο, ο τίτλος αυτού πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Τροποποιητικός) Νόμος του 2019».

3 Απριλίου 2019

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων