Αρχείο

    

 Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2019»

Παρόντες:

Άγγελος Βότσης Άριστος Δαμιανού
Μαρίνος Μουσιούττας Αντρέας Καυκαλιάς
Μάριος Μαυρίδης Μιχάλης Γιωργάλλας
Ονούφριος Κουλλά Γιώργος Περδίκης
Στέφανος Στεφάνου Άννα Θεολόγου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού επανεξέτασε σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαρτίου 2019, τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 15 Φεβρουαρίου 2019 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκαν η Έφορος Ασφαλίσεων, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων.

Ο λόγος της αναπομπής, όπως αυτός αναφέρεται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 7 Μαρτίου 2019, παρατίθεται αυτούσιος και είναι ο ακόλουθος:

«1. Ασυμβατότητα του αναπεμπόμενου Νόμου με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και την Οδηγία (ΕΕ) 2016/97:

Το αντικείμενο της Αναπομπής είναι το νέο άρθρο 394ΛΓ(4) του βασικού νόμου, ως αυτό το άρθρο παρατίθεται στο άρθρο 4 του αναπεμπόμενου Νόμου, το οποίο προβλέπει τα εξής:

  «(4) Οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι και οι εταιρείες συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων ασκούν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, μέχρι τη λήξη της χρονικής ισχύος της εγγραφής τους στο Μητρώο Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων και στο Μητρώο Εταιρειών Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων, αντίστοιχα:
  Νοείται ότι, με τη λήξη της ισχύος της εγγραφής των συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων και των εταιρειών συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων στα εν λόγω Μητρώα, τα εν λόγω πρόσωπα δεν δύναται να επανεγγραφούν στα ίδια Μητρώα και, σε περίπτωση που αυτά επιθυμούν να συνεχίσουν να ασκούν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, οφείλουν να εγγραφούν σε ένα από τα άλλα Μητρώα που προβλέπονται στο άρθρο 383, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου:
   
  Νοείται περαιτέρω ότι, διατάξεις του παρόντος Νόμου, καθώς και οποιεσδήποτε αναφορές στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, οι οποίες αφορούν στους συνδεδεμένους ασφαλιστικούς συμβούλους και στις εταιρείες συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων, με τη λήξη της ισχύος της εγγραφής του τελευταίου συνδεμένου ασφαλιστικού συμβούλου και της τελευταίας εταιρείας συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων καταργούνται:
   
 

 

 

 

 

 

...(Ι) του 2019.

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «τελευταίος συνδεδεμένος ασφαλιστικός σύμβουλος» και «τελευταία εταιρεία συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων» σημαίνουν τα τελευταία πρόσωπα που είχαν εγγράφει στο Μητρώο Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων και στο Μητρώο Εταιρειών Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων, αντίστοιχα, αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019.».

Εκ πρώτης όψεως, το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) – ειδικά διά της εισαγωγικής διάταξης και της πρώτης επιφύλαξης αυτού – υπονοεί ότι οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι και οι εταιρείες συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων θα δικαιούνται να συνεχίσουν να ασκούν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων ως εγγεγραμμένοι σε Μητρώα τα οποία προβλέπονται στο νέο άρθρο 383 του βασικού νόμου και τα οποία είναι άλλα από το Μητρώο Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων, και το Μητρώο Εταιρειών Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων, στα οποία καθίσταται αδύνατη η επανεγγραφή προσώπων μετά τη λήξη της χρονικής ισχύος της εγγραφής τους σε αυτά.

Εντούτοις, το άνω εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα δεν ευσταθεί, διότι το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) κατ’ ακρίβειαν καθιστά την διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, από εταιρείες συνδεδεμένων ασφαλιστικών συμβούλων, πιο δύσκολη ή – κατά περίπτωση – αδύνατη, σε παράβαση του Συντάγματος της Δημοκρατίας ή/και της υπό εναρμόνιση Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, για τους ακόλουθους λόγους:

Σύμφωνα με το νέο άρθρο 370(1)2 του βασικού νόμου, ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που (μεταξύ άλλων) προβαίνει στη διανομή ορισμένων ασφαλιστικών προϊόντων πέραν της κύριας επαγγελματικής δραστηριότητάς του και συμπληρωματικά προς αυτήν, για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχείρησης έναντι προμήθειας ή αμοιβής δυνάμει σύμβασης συνδεδεμένου ασφαλιστικού συμβούλου.

Αφού, λοιπόν, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενεργεί ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός σύμβουλος μόνο όταν διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα πέραν της κύριας επαγγελματικής δραστηριότητάς του και συμπληρωματικά προς αυτήν, συνάγεται ότι – εν αντιθέσει με το τι υπονοεί το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) – ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός σύμβουλος δεν δύναται να εγγραφεί σε Μήτρώα τα οποία προβλέπονται στο άνω νέο άρθρο 383 και τα οποία αφορούν πρόσωπα που προβαίνουν στην διανομή ασφαλιστικών προϊόντων ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητά τους.

Συγκεκριμένα, οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι δε δικαιούνται να συνεχίσουν τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων ως εγγεγραμμένοι στα ακόλουθα Μητρώα, αφού τα τελευταία αφορούν πρόσωπα που προβαίνουν σε τέτοια διανομή στα πλαίσια της κύριας επαγγελματικής δραστηριότητάς τους :

- το Μητρώο Ασφαλιστικών Πρακτόρων, Ασφαλιστικών Μεσαζόντων και Ασφαλιστικών Συμβούλων∙

- το Μητρώο Μεσιτών Ασφαλίσεων∙

- το Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης, Εταιρειών Ασφαλιστικών Μεσαζόντων και Εταιρειών Ασφαλιστικών Συμβούλων∙

- το Μητρώο Εταιρειών Ασφαλειομεσιτών.

Πέραν των προαναφερόμενων Μητρώων, τα μόνα άλλα Μητρώα που προβλέπονται στο άνω νέο άρθρο 383 και αφήνονται ανοιχτά από το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) είναι το Μητρώο Δευτερεύουσας Δραστηριότητας Διαμεσολαβητών και το Μητρώο Εταιρειών Δευτερεύουσας Δραστηριότητας Διαμεσολαβητών.

Σε αυτά τα δύο τελευταία Μητρώα εγγράφονται φυσικά ή νομικά – κατά περίπτωση – πρόσωπα που είναι δευτερεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητές ήτοι, σύμφωνα με το νέο άρθρο 371(1) του βασικού νόμου, πρόσωπα που (μεταξύ άλλων) αναλαμβάνουν ή ασκούν επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα (μη κύρια) επαγγελματική δραστηριότητα.

Το άνω νέο άρθρο 371(1) ενσωματώνει το – υποχρεωτικό για τα κράτη μέλη – Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 4) της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, οπότε δεν μπορεί να τύχει τροποποίησης, και ρητά εξαιρεί (από τους δευτερευούσας δραστηριότητας διαμεσολαβητές) πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως ορίζονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημεία 1) και 2) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Συνάγεται τελικώς ότι – εν αντιθέσει με το τι υπονοεί το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) – πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, που συνιστούν συνδεδεμένους ασφαλιστικούς συμβούλους, εγγράφονταν ως τέτοιοι στα σχετικά Μητρώα και διένειμαν νόμιμα ασφαλιστικά προϊόντα, στερούνται πλέον – δια του άνω άρθρου – το δικαίωμα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων αφού δεν δύνανται να εγγραφούν ούτε και στα Μητρώα τα οποία προβλέπονται στο άνω νέο άρθρο 383(1) και τα οποία αφορούν τους δευτερεύουσας δραστηριότητας διαμεσολαβητές.

Η προαναφερόμενη στέρηση του δικαιώματος διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες επενδύσεων καταστρατηγεί το Άρθρο 25 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, αφού το κείμενο το αναπεμπόμενου Νόμου και η σχετική κοινοβουλευτική έκθεση δεν παραθέτουν επαρκή ή βάσιμη τεκμηρίωση περί τούτου.

Συγκεκριμένα, στη σχετική κοινοβουλευτική έκθεση σημειώνεται απλά η θέση του Παγκύπριου Συνδέσμου Επαγγελματικών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών (ΠΣΕΑΔ) περί του ότι η διατήρηση της εγγραφής των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ξεχωριστό μητρώο ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ενδεχομένως να αντίκειται στις διατάξεις της «νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας» (προφανώς της υπό εναρμόνιση Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97), χωρίς όμως αυτή η θέση να τεκμηριώνεται με παραπομπή σε συγκεκριμένες διατάξεις της Οδηγίας, η δε αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή περιορίζεται να αναφέρει ότι «έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της».

Περαιτέρω, η στέρηση από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων, του δικαιώματος διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, άνευ επαρκούς ή βάσιμης τεκμηρίωσης που να καταδεικνύει ότι αυτές οι οντότητες διαφοροποιούνται εύλογα και αντικειμενικά από τις λοιπές οντότητες που συνεχίζουν να έχουν αυτό το δικαίωμα, συνιστά αυθαίρετη διάκριση που καταστρατηγεί την Αρχή της Ισότητας η οποία προβλέπεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος της Δημοκρατίας.

Ενόψει των ανωτέρω, το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4), στην έκταση που στερεί το δικαίωμα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, τελεί σε παράβαση των Άρθρων 25 και 28 του Συντάγματος της Δημοκρατίας.

Κατά προέκταση, το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) τελεί σε παράβαση και του Άρθρου 35 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, που υποχρεώνει τη Βουλή των Αντιπροσώπων να σέβεται – στα πλαίσια των νομοθετικών της αρμοδιοτήτων – το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος της Δημοκρατίας (στο οποίο τα άνω Άρθρα 25 και 28 εντάσσονται).

Επιπροσθέτως – εν αντιθέσει με τα αναφερόμενα στην σχετική κοινοβουλευτική έκθεση – είναι η στέρηση του δικαιώματος διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε πιστωτικά ιδρύματα που αντιβαίνει την Οδηγία (ΕΕ) 2016/97, για τους ακόλουθους λόγους:

Κατά την αιτιολογική σκέψη (5) του προοιμίου της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, «τα ασφαλιστικά προϊόντα μπορούν να διανέμονται από διάφορες κατηγορίες φυσικών ή νομικών προσώπων, όπως πράκτορες, μεσίτες και φορείς παροχής τραπεζασφαλιστικών υπηρεσιών, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, πρακτορεία ταξιδιών και εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων. Για την ίση μεταχείριση των φορέων και την προστασία των καταναλωτών απαιτείται η κάλυψη όλων αυτών των προσώπων με την παρούσα οδηγία.».

Η άνω αιτιολογική σκέψη σαφώς προνοεί την διανομή ασφαλιστικών προϊόντων από – μεταξύ άλλων – φορείς παροχής τραπεζασφαλιστικών υπηρεσιών (στους οποίους εύλογα εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα) και, εν συνεχεία, το Άρθρο 3 παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας προβλέπει την εγγραφή όλων των κατηγοριών προσώπων που διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα σε μητρώο αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος καταγωγής τους.

Συνάγεται ότι η Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 χορηγεί το δικαίωμα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε κυπριακά πιστωτικά ιδρύματα που εγγράφονται σε μητρώο που τηρεί ο Έφορος Ασφαλίσεων σύμφωνα με το βασικό νόμο, αυτό δε το δικαίωμα αναιρείται από το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) διότι – όπως προαναφέρθηκε – δεν επιτρέπει την εγγραφή των πιστωτικών ιδρυμάτων σε κανένα από τα Μητρώα τα οποία προβλέπονται στο άνω νέο άρθρο 383 και τα οποία το άνω νέο άρθρο 393ΛΓ(4) αφήνει ανοιχτά.

Αφού το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4) είναι ασύμβατο με το Άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, σε συνάρτηση με την αιτιολογική σκέψη (5) και άλλες του προοιμίου αυτής, έπεται ότι-

(α) εκθέτει τη Δημοκρατία σε εκκινούμενη εναντίον της διαδικασία επί παραβάσει και σε καταδίκη της από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκή Ένωση, και

(β) καταστρατηγεί το Άρθρο 179.2 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, που απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων να νομοθετεί σε αντίθεση με υποχρέωση που επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκής Ένωση.

Εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων δε διαγράψει το άνω νέο άρθρο 394ΛΓ(4), τότε – στην έκταση που αυτό το άρθρο συγκρούεται με τη Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 – η Έφορος Ασφαλίσεων οφείλει να το αφήσει ανεφάρμοστο, με αποτέλεσμα να συνεχίσει να εγγράφει πιστωτικά ιδρύματα στο Μητρώο Εταιρειών Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων ώστε αυτά να συνεχίσουν να δικαιούνται να διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα ως συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι.»

Συναφώς, με βάση τους λόγους που παρατίθενται πιο πάνω, με την εν λόγω επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας διαβιβάζεται εισήγηση όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μη εμμείνει στην απόφασή της ως προς τη θέσπιση του νέου άρθρου 394ΛΓ(4) και αποδεχτεί την αναπομπή.

Στο πλαίσιο της εξέτασης της αναπομπής, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας δήλωσε ότι αυτή δεν αφορά ολόκληρο τον αναπεμφθέντα νόμο, αλλά μόνο το εδάφιο (4) του νέου άρθρου 394ΛΓ και ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους υποβάλλεται η αναπομπή.

Σε συνέχεια της επεξήγησης των λόγων της αναπομπής, οι οποίοι αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο ίδιος εκπρόσωπος δήλωσε ότι με την εισαγωγή του εδαφίου (4) στο νέο άρθρο 394ΛΓ τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων στερούνται του δικαιώματος διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσας εργασίας, με αποτέλεσμα να καταστρατηγούνται:

1. η επιχειρηματική ελευθερία, η οποία προστατεύεται από το άρθρο 25 του συντάγματος,

2. η αρχή της ισότητας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 28 του συντάγματος, καθότι με το εν λόγω εδάφιο διενεργείται αυθαίρετη διάκριση εις βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, αφού δεν υπάρχει επαρκής ή βάσιμη τεκμηρίωση ως προς την εισαγωγή της ρύθμισης για στέρηση του δικαιώματος διανομής ασφαλιστικών προϊόντων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων έναντι των υπόλοιπων προσώπων που εξακολουθούν να δικαιούνται να ασκούν την εν λόγω δραστηριότητα,

3. το άρθρο 35 του συντάγματος που υποχρεώνει τη Βουλή των Αντιπροσώπων να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και

4. το άρθρο 179 του συντάγματος που υποχρεώνει τη Βουλή των Αντιπροσώπων να σέβεται το ενωσιακό δίκαιο, όταν επιβάλλει υποχρεώσεις στα κράτη μέλη, καθότι το εν λόγω εδάφιο καταστρατηγεί την υπό εναρμόνιση Οδηγία σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού, με βάση το άρθρο 3 και το προοίμιο αυτής, καθίσταται σαφές ότι η Οδηγία δίνει το δικαίωμα στα πιστωτικά ιδρύματα να διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα άπαξ και εγγραφούν σε μητρώο του κράτους μέλους καταγωγής τους.

Περαιτέρω, ο ίδιος εκπρόσωπος επισήμανε ότι η Βουλή δύναται:

1. να απορρίψει την αναπομπή και διατηρώντας στο κείμενο του νόμου το εδάφιο (4) του άρθρου 394ΛΓ να αποστείλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για δημοσίευση τον αναπεμφθέντα νόμο ή

2. να αποδεχθεί την αναπομπή, και αφού διαγράψει το επίμαχο εδάφιο, να αποστείλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για δημοσίευση τον αναπεμφθέντα νόμο.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

13 Μαρτίου 2019

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων