Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία (Τροποποιητικός) Νόμος του 2019»

Παρόντες:

Άγγελος Βότσης, πρόεδρος Άριστος Δαμιανού
Μαρίνος Μουσιούττας Αντρέας Καυκαλιάς
Αβέρωφ Νεοφύτου Μαρίνος Σιζόπουλος
Μάριος Μαυρίδης Μιχάλης Γιωργάλλας
Ονούφριος Κουλλά Γιώργος Περδίκης
Στέφανος Στεφάνου Άννα Θεολόγου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2019.

Στη συνεδρία παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ) και του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η ορθότερη εναρμόνιση με τα άρθρα 15.2, 15.3 και 35 και η εκ νέου εναρμόνιση με το άρθρο 23.1 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 1093/2010».

Ειδικότερα, σε σχέση με καταναλωτές που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται με υποθήκη ή με άλλη παρόμοια εξασφάλιση και αφορούν ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, καθώς και συμβάσεις, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, το νομοσχέδιο προβλέπει:

1. την υποχρέωση του μη συνδεδεμένου μεσίτη αφενός για ενημέρωση του καταναλωτή, εφόσον το ζητήσει, σε σχέση με πληροφορίες για τη διακύμανση των επιπέδων προμηθειών που καταβάλλουν στους εν λόγω μεσίτες οι διάφοροι πιστωτές που παρέχουν συμβάσεις πίστωσης και αφετέρου για επεξήγηση, την οποία παρέχει ο μη συνδεδεμένος μεσίτης για τυχόν συμψηφισμό, στην περίπτωση που ο ίδιος λαμβάνει προμήθεια από τον πιστωτή και παράλληλα χρεώνει αμοιβή τον καταναλωτή,

2. την υποχρέωση του πιστωτή για μετατροπή σε εναλλακτικό νόμισμα δανείου εκπεφρασμένου σε ξένο νόμισμα, όταν αυτό ζητηθεί από καταναλωτή, καθώς και τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται το δικαίωμα αυτό του καταναλωτή και

3. τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των μη πιστωτικών ιδρυμάτων από την ΚΤΚ για σκοπούς διασφάλισης της εφαρμογής των διατάξεων του βασικού νόμου.

Κυριότερος στόχος του νομοσχεδίου είναι η κάλυψη του εναρμονιστικού κενού που έχει εντοπιστεί από το νομικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λόγω της παράλειψης ενσωμάτωσης στην εθνική νομοθεσία υποχρεωτικών διατάξεων της ως άνω Οδηγίας, για τις οποίες σημειώνεται ότι έχει ζητηθεί από τη Δημοκρατία η λήψη διορθωτικών μέτρων προς θεραπεία του εναρμονιστικού αυτού κενού.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το υπό αναφορά νομοσχέδιο, τα άρθρα 15.2 και 15.3 της Οδηγίας, τα οποία περιλαμβάνονταν στο αρχικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, είχαν διαγραφεί από το κείμενο του τελικά ψηφισθέντος νόμου με απόφαση της ολομέλειας της Βουλής, έπειτα από έγκριση σχετικής τροπολογίας.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, αυτό έγινε κατά παράβαση της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ και του άρθρου 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Τα διαγραφέντα άρθρα αφορούν:

1. την ενημέρωση του καταναλωτή για τις διακυμάνσεις των προμηθειών, όταν τέτοιες προμήθειες λαμβάνονται από μη συνδεδεμένο μεσίτη πιστώσεων και που καταβάλλονται από έναν ή περισσότερους πιστωτές, και

2. την ενημέρωση του καταναλωτή, όταν ο μεσίτης πιστώσεων λαμβάνει αμοιβή και προμήθεια από τον πιστωτή, για τυχόν συμψηφισμό των εν λόγω αμοιβών και προμηθειών.

Σημειώνεται πρόσθετα ότι η κοινοτική Οδηγία 2014/17/ΕΕ δεν παρέχει ευχέρεια στα κράτη μέλη να απαγορεύσουν τις προμήθειες που λαμβάνουν οι μεσίτες πιστώσεων για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Αντίθετα, όταν οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, η κοινοτική Οδηγία παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια για απαγόρευση καταβολής τέτοιων προμηθειών. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Οικονομικών κατά τη σύνταξη του νομοσχεδίου απαγόρευσε [άρθρο 7(4) του βασικού νόμου] την εκ μέρους του πιστωτή καταβολή προμήθειας για συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Υπενθυμίζεται ότι το νομοσχέδιο είχε τεθεί ενώπιον της ολομέλειας του σώματος προς ψήφιση κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 18 Ιανουαρίου 2019, οπότε και καταψηφίστηκε.

Σύμφωνα με τα κατατεθέντα στοιχεία, το Υπουργείο Οικονομικών θεώρησε ότι αυτό καθιστούσε την εναρμόνιση με την κοινοτική Οδηγία μη πλήρη και συνεπώς ζήτησε νομική γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα ως προς τις διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθηθούν.

Συναφώς, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με επιστολή του, ημερομηνίας 25 Ιανουαρίου 2019, προς το αρμόδιο υπουργείο τονίζει και αναφέρει τα ακόλουθα:

1. Η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο κατά παράβαση των νομικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από την Οδηγία 2014/17/ΕΕ και το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ, η οποία παράβαση εκθέτει τη Δημοκρατία σε νομικές επιπτώσεις.

2. Σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επιβάλλει σε όλες τις κρατικές αρχές το καθήκον αφενός να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που είναι κατάλληλα, για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που προβλέπει μια Οδηγία, και αφετέρου να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα προς εξάλειψη των παράνομων συνεπειών της παράβασης του ενωσιακού δικαίου.

3. Δεν επιτρέπεται να γίνει ανεκτή η άρνηση της Βουλής των Αντιπροσώπων να εκπληρώσει τη νομική της υποχρέωση προς ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο διατάξεων της Οδηγίας από την εκτελεστική εξουσία και συνεπώς η εκτελεστική εξουσία οφείλει να επανυποβάλει το ήδη νομοτεχνικά ελεγμένο τροποποιητικό νομοσχέδιο στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

4. Η επανυποβολή του νομοτεχνικά ελεγμένου νομοσχεδίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να γίνει διά της εμπλοκής του Υπουργικού Συμβουλίου.

Σημειώνεται ότι το νομικό τμήμα της ΕΕ, αφού πληροφορήθηκε για την καταψήφιση του νομοσχεδίου από την ολομέλεια του σώματος, πληροφόρησε στις 29 Ιανουαρίου 2019 το υπουργείο ότι, δεδομένης της διατήρησης του εναρμονιστικού κενού, θα αποφασίσει ως προς τα επόμενα βήματα που πρέπει να ληφθούν, υποβάλλοντας σχετική εισήγηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέση με τη συνεχιζόμενη διαδικασία παράβασης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση, αλλά και τα όσα δήλωσαν οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, το εναρμονιστικό κενό που παρατηρήθηκε με τη διαγραφή από τη Βουλή των σχετικών άρθρων που μεταφέρουν τα άρθρα 15(2) και 15(3) της Οδηγίας αφορά τους μεσίτες πιστώσεων και πιο συγκεκριμένα την ενημέρωση των καταναλωτών ως ακολούθως:

1. Όταν μεσίτης πιστώσεων είναι μη συνδεδεμένος και λαμβάνει προμήθεια από έναν ή περισσότερους πιστωτές, οφείλει να ενημερώνει ανάλογα τον καταναλωτή για τις διακυμάνσεις τέτοιων προμηθειών που λαμβάνει (άρθρο 15.2).

2. Όταν μεσίτης πιστώσεων λαμβάνει αμοιβή και προμήθεια από τον πιστωτή, οφείλει να ενημερώνει τον καταναλωτή για τυχόν συμψηφισμό της αμοιβής και των προμηθειών (άρθρο 15.3).

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, πρόθεση των κοινοβουλευτικών κομμάτων που τάχθηκαν εναντίον της ψήφισης του νομοσχεδίου ήταν ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται καθόλου προμήθειες από τους μεσίτες πιστώσεων, γεγονός όμως που κατά την άποψή του αρμόδιου υπουργείου δεν ανταποκρίνεται στην Οδηγία 2014/17/ΕΕ.

Συναφώς, με βάση την Οδηγία 2014/17/ΕΕ επισημαίνονται για τους μεσίτες πιστώσεων τα ακόλουθα:

1. Μπορούν να λαμβάνουν αμοιβή από τους πιστωτές για υπηρεσίες που παρέχουν. Οι υπηρεσίες του μεσίτη πιστώσεων αφορούν:

α. πρόταση ή προσφορά συμβάσεων,

β. βοήθεια σε καταναλωτές στις προπαρασκευαστικές εργασίες ή άλλες προσυμβατικές διοικητικές διαδικασίες και

γ. σύναψη συμβάσεων πίστωσης με καταναλωτές.

2. Δεν υπάρχει διάταξη που να αναφέρει ότι οι μεσίτες μπορούν να εισπράττουν και προμήθεια για τις πιο πάνω υπηρεσίες, αλλά ούτε και που να το απαγορεύει. Εντούτοις, όταν και εφόσον εισπράττουν προμήθεια, θα πρέπει να ενημερώνουν τον καταναλωτή.

3. Όταν οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, δεν αμείβονται. Αυτό ήταν ευχέρεια που ασκήθηκε από πλευράς της Δημοκρατίας με απαγορευτική διάταξη στο νόμο.

Τη θέση ότι η εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με τα εν λόγω άρθρα της ευρωπαϊκής Οδηγίας αποτελεί υποχρέωση της Δημοκρατίας υποστήριξε και η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Συναφώς, πιο κάτω παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα της επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών:

«Το Άρθρο 42 της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ επιβάλλει τη νομική υποχρέωση στα κράτη μέλη να είχαν προβεί σε (πλήρη και ορθή) ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο έως την 21.3.2016.

Η άνω εναρμονιστική προθεσμία δεν τηρήθηκε από τη Δημοκρατία, πρωτίστως εξ υπαιτιότητας του Υπουργείου σας το οποίο ολοκλήρωσε τη σύνταξη του συνόλου των σχετικών εναρμονιστικών νομοσχεδίων μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής.

Δεδομένης της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην εναρμόνιση του κυπριακού δικαίου με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ και μετά την παρέλευση της εναρμονιστικής προθεσμίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκκίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Δημοκρατίας, η οποία κατέληξε στην αιτιολογημένη γνώμη της-παράβαση αριθ. 2016/0262 διά της οποίας απαίτησε από τις κυπριακές αρχές να μεριμνήσουν για την ολοκλήρωση της εναρμόνισης με την Οδηγία έως την 18.1.2017.

Όπως η Νομική Υπηρεσία σάς ενημέρωσε με διαδοχικές επιστολές, η έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης συνιστά το τελευταίο στάδιο πριν την καταχώρηση προσφυγής, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (“το ΔΕΕ”), στα πλαίσια της οποίας η Νομική Υπηρεσία δεν έχει την παραμικρή νομική υπεράσπιση να προβάλει υπέρ της Δημοκρατίας, συνεπώς, το ΔΕΕ δύναται απρόσκοπτα να επιβάλει στη Δημοκρατία άπαξ κατ’ αποκοπήν ποσό ή και περιοδική χρηματική ποινή. Τέτοιες ενδεχόμενες οικονομικές κυρώσεις ενδέχεται να είναι υψηλές, ενόψει του ήδη μεγάλου χρονικού διαστήματος για το οποίο εκκρεμεί η ελλιπής εναρμόνιση μετά τη λήξη της προθεσμίας της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ (21.3.2016), αλλά και της αιτιολογημένης γνώμης αριθ. 2016/0262 (18.1.2017).

Σε παράβαση των άνω νομικών προθεσμιών, το Υπουργείο σας ολοκλήρωσε τη σύνταξη ενός εκ των εναρμονιστικών νομοσχεδίων, ήτοι αυτό με τίτλο “Ο περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε Σχέση με Ακίνητα που Προορίζονται για Κατοικία Νόμος του 2016”, μετά την παρέλευση και της δεύτερης προθεσμίας.

Ενόψει της άνω παράβασης, η Νομική Υπηρεσία προέβη σε άμεσο και συνοπτικό νομοτεχνικό έλεγχο ορισμένων μόνο διατάξεων του άνω νομοσχεδίου, ώστε να καταστεί δυνατή η συντομότερη δυνατή προώθηση και ψήφισή του σε νόμο, προς θεραπεία της εκπρόθεσμης εναρμόνισης και προς αποφυγή των προαναφερόμενων νομικών επιπτώσεων κατά της Δημοκρατίας.

Μετά το νομοτεχνικό έλεγχο, το άνω νομοσχέδιο εγκρίθηκε άμεσα από το Υπουργικό Συμβούλιο την 27.1.2017 και, στη συνέχεια, προωθήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ψήφιση σε νόμο, εν τω μεταξύ όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, περί την 27.4.2017, την καταχώρηση προσφυγής στο ΔΕΕ κατά της Δημοκρατίας διά της οποίας να ζητεί την επιβολή στη Δημοκρατία χρηματικής ποινής €4.773.60 (για κάθε ημέρα μη ολοκλήρωσης της εναρμόνισης), γεγονός για το οποίο ενημερώσαμε τις Κοινοβουλευτικές Υπηρεσίες της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Παρά την άνω ενημέρωσή της, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε -στη βάση του προαναφερόμενου νομοσχεδίου- τον περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμο του 2017 (εφεξής “ο Νόμος 41(Ι) του 2017”), χωρίς να περιλάβει σε αυτόν τις διατάξεις του νομοσχεδίου που ενσωμάτωναν το (υποχρεωτικό για τα κράτη μέλη) Άρθρο 15(2) και (3) της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ, διατηρώντας έτσι εναρμονιστικό κενό που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταχωρήσει βάσιμη προσφυγή κατά της Δημοκρατίας στο ΔΕΕ, σε συνέχεια της προαναφερόμενης αιτιολογημένης γνώμης-παράβασης αριθ. 2016/0262.

Ατυχώς, αυτό το εναρμονιστικό κενό δεν διαπιστώθηκε εξ αρχής από το ίδιο το Υπουργείο σας με τη θέσπιση και δημοσίευση (κατά την 9.5.2017) του Νόμου 41(Ι) του 2017, παρότι είναι αντικειμενικά αυτονόητη η νομική υποχρέωση έκαστου Υπουργείου να αντιπαραβάλλει το κείμενο ψηφισθέντος εναρμονιστικού νόμου με αυτό του προηγηθέντος εναρμονιστικού νομοσχεδίου, ώστε να εντοπίζει εναρμονιστικές ελλείψεις ή σφάλματα και να προτείνει την άμεση θεραπεία τους διά της σύνταξης και προώθησης τροποποιητικού νομοσχεδίου.

Εξ ου και με υπαιτιότητα του Υπουργείου σας, οι κυπριακές αρχές ενημέρωσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη θέσπιση του Νόμου 41(Ι) του 2017, υπονοώντας εσφαλμένα ότι αυτός μεταφέρει όλες τις διατάξεις της Οδηγίας 2014/17/ ΕΕ τις οποίες το προηγηθέν αυτού νομοσχέδιο ενσωμάτωνε.

Η ελλιπής εναρμόνιση του Νόμου 41(Ι) του 2017 με το Άρθρο 15(2) και (3) της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ εντοπίστηκε τελικά από τις Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και, ως προς αυτό, η Νομική Υπηρεσία αμέσως σας επεσήμανε την υποχρέωση του Υπουργείου σας για προώθηση τροποποιητικού -του Νόμου 41(Ι) του 2017- νομοσχεδίου που να ενσωματώνει το άνω Άρθρο 15(2) και (3), ώστε το εναρμονιστικό κενό να θεραπευτεί.

Καθηκόντως, το Υπουργείο σας μερίμνησε για τη σύνταξη, έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο και τελικώς κατάθεση (κατά την 5.10.2018) τροποποιητικού εναρμονιστικού νομοσχεδίου, το οποίο όμως καταψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων περί την 18.1.2019, σε παράβαση των νομικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από την Οδηγία 2014/17/ΕΕ και το Άρθρο 288 ΣΛΕΕ, η οποία παράβαση εκθέτει τη Δημοκρατία στις προαναφερόμενες νομικές επιπτώσεις.

Δεδομένης της νομολογίας του ΔΕΕ που επιβάλλει σε όλες τις κρατικές αρχές το καθήκον αφενός να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που είναι κατάλληλα, για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που προβλέπει μια Οδηγία, και αφετέρου να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα προς εξάλειψη των παρανόμων συνεπειών της παράβασης του ενωσιακού δικαίου, η άρνηση της Βουλής των Αντιπροσώπων να εκπληρώσει τη νομική υποχρέωσή της, προς ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο του υποχρεωτικού Άρθρου 15(2) και (3) της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ, δεν επιτρέπεται να γίνει παθητικά ανεκτή από την εκτελεστική εξουσία, αντιθέτως η τελευταία οφείλει να επαναϋποβάλει το ήδη νομοτεχνικά ελεγμένο τροποποιητικό νομοσχέδιο (ομού με την υπογεγραμμένη αιτιολογική του έκθεση) στη Βουλή των Αντιπροσώπων».

Σχετική με το θέμα είναι και η επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 19 Φεβρουαρίου 2019, στην οποία αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους θεωρείται αναγκαία η άμεση ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, καθώς και οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την επανεξέταση του ίδιου νομοσχεδίου κατά την ίδια βουλευτική σύνοδο, οι οποίοι έγκεινται στο γεγονός ότι έχουν προκύψει νέα στοιχεία, βάσει των οποίων το νομικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πληροφόρησε το Υπουργείο Οικονομικών ότι έχει εισηγηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προχωρήσει με καταχώριση προσφυγής εναντίον της Δημοκρατίας στο ΔΕΕ, το οποίο δύναται να επιβάλει στη Δημοκρατία ένα κατ’ αποκοπήν ποσό για την καθυστέρηση που θα έχει παρατηρηθεί μέχρι τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, όσο και χρηματική ποινή μέχρι την πλήρη μεταφορά της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Σημειώνεται ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά πόσο θα προχωρήσει με καταχώριση προσφυγής αναμένεται να ληφθεί στις 7 Μαρτίου 2019.

Η ίδια επιστολή καταλήγει ότι, δεδομένης της θέσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για επανακατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων, των νέων στοιχείων που έχουν προκύψει από πλευράς του νομικού τμήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη το σοβαρό ενδεχόμενο επιβολής χρηματικής ποινής στη Δημοκρατία από το ΔΕΕ για τη μη έγκαιρη και πλήρη εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/17/ΕΕ, είναι ιδιαίτερη παράκληση όπως το υπό αναφορά νομοσχέδιο συζητηθεί το συντομότερο δυνατό στα πλαίσια συνεδρίας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού και τεθεί ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής για ψήφισή του σε νόμο.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

27 Φεβρουαρίου 2019

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων