Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί της Εκλογής των Μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Τροποποιητικός) Νόμος του 2019»

Παρόντες:

Ελένη Μαύρου, πρόεδρος Γιώργος Κάρουλλας
Γιώργος Τ. Γεωργίου Λίνος Παπαγιάννης
Ευανθία Σάββα Μη μέλη της επιτροπής:
Ανδρέας Κυπριανού Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών επανεξέτασε σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2019, τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων την 1η Φεβρουαρίου 2019 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο προϊστάμενος της Κεντρικής Υπηρεσίας Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με το σχετικό νομοσχέδιο που αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή, πριν από την ψήφιση του αναπεμφθέντος νόμου, εσκοπείτο η τροποποίηση του περί της Εκλογής των Μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νόμου, ώστε να εκσυγχρονιστούν ορισμένες διατάξεις του, καθώς και να μεταφερθούν στην εθνική έννομη τάξη οι πρόνοιες της Απόφασης (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/994 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2018, για την τροποποίηση της πράξης περί εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία, που προσαρτάται στην Απόφαση 76/787/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 του Συμβουλίου.

Σημειώνεται ότι στις πρόνοιες του εν λόγω νομοσχεδίου, πριν από την ψήφιση του αναπεμφθέντος νόμου, είχε περιληφθεί και η προτεινόμενη κατάργηση ορισμένων ισχυουσών διατάξεων της υπό αναφορά βασικής νομοθεσίας, οι οποίες, σε περίπτωση μαζικής συμμετοχής στις ευρωεκλογές των Τουρκοκυπρίων που έχουν αποκτήσει δικαίωμα εκλογής, υπήρχε το ενδεχόμενο να επηρεάσουν την απρόσκοπτη και ομαλή διεξαγωγή της ψηφοφορίας στα εκλογικά κέντρα.

Υπενθυμίζεται ότι κατά την ψήφιση του πιο πάνω νομοσχεδίου από την ολομέλεια του σώματος η Βουλή υιοθέτησε σχετική τροπολογία που υποβλήθηκε ενώπιόν της, διαφοροποιώντας το αρχικό νομοσχέδιο, έτσι ώστε να εισαχθούν στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία ορισμένες ρυθμίσεις, σύμφωνα με τις οποίες θα ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις εγγραφής στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών για όλους τους Κυπρίους, είτε είναι Ελληνοκύπριοι είτε είναι Τουρκοκύπριοι. Πιο συγκεκριμένα, με την υιοθέτηση της εν λόγω τροπολογίας αναθεωρήθηκε το νομοσχέδιο, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής ένας ενιαίος ειδικός εκλογικός κατάλογος για όλους τους εκλογείς που είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και που αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγειν στις εκλογές για ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Οι λόγοι της αναπομπής του υπό αναφορά νόμου, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 18 Φεβρουαρίου 2019, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι και κατά το δυνατό αυτολεξεί, είναι οι ακόλουθοι:

«1. Ο αναπεμπόμενος νόμος ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων την 1η Φεβρουαρίου 2019 στη βάση κυβερνητικού νομοσχεδίου, αλλά μετά από τροπολογία με την οποία τροποποιείται το εδάφιο (1Α) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, κατά τρόπο που-

(α) επεκτείνεται η αυτόματη εγγραφή στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών όλων των πολιτών της Δημοκρατίας που έχουν αποκτήσει δελτίο ταυτότητας της Δημοκρατίας εκδιδόμενο από το Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού και έχουν καταχωρισμένη επίσημη διεύθυνση στο εν λόγω αρχείο̇ και

(β) επεκτείνεται η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης αναφορικά με τη διεύθυνση των εκλογέων σε όλα τα εκλογικά κέντρα για όσους αυτόματα θα εγγραφούν στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών.

Σημειώνεται ότι οι προηγούμενες διατάξεις του εδαφίου (1Α) θεσπίστηκαν με τον τροποποιητικό νόμο υπ’ αριθμόν 35(I) του 2014 και με αυτές αποκτούσαν αυτόματα εκλογικά δικαιώματα οι πολίτες της Δημοκρατίας “που σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχει το Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού διαμένουν σε περιοχές που η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο […] και κατέχουν δελτίο ταυτότητας το οποίο εκδόθηκε από το Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού”. Ο εν λόγω νόμος ουσιαστικά χορηγούσε εκλογικά δικαιώματα σε Τουρκοκυπρίους που πληρούσαν τις πιο πάνω πρόνοιες, αφού οι Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι στις κατεχόμενες περιοχές έχουν εκλογικά δικαιώματα σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις που διενεργεί η Δημοκρατία.

2. Σύμφωνα με την επεξεργασία των δεδομένων που περιέχονται στο Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού, σε περίπτωση εφαρμογής του αναπεμπόμενου νόμου, προκύπτουν τα ακόλουθα:

(α) Πέραν των ογδόντα χιλιάδων (80.000) περίπου Τουρκοκυπρίων που θα περιλαμβάνονταν εν πάση περιπτώσει στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών δυνάμει του νόμου υπ’ αριθμόν 35(Ι) του 2014, θα περιληφθούν αυτόματα ακόμη εκατό δύο χιλιάδες (102.000) περίπου περιπτώσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που γεννήθηκαν μεταξύ του 1911 και του 2001 [ογδόντα πέντε χιλιάδες (85.000) Ελληνοκύπριοι και δεκαεπτά χιλιάδες (17.000) Τουρκοκύπριοι], δηλαδή θα εγγραφούν στον εκλογικό κατάλογο πρόσωπα από δεκαοκτώ (18) μέχρι εκατόν οκτώ (108) χρονών.

(β) αυτές οι εκατό δύο χιλιάδες (102.000) περιπτώσεις αφορούν πρόσωπα που έχουν καταχωρισμένη επίσημη διεύθυνση στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας.

(γ) από αυτές τις εκατό δύο χιλιάδες (102.000) περιπτώσεις πολιτών της Δημοκρατίας, περίπου εντεκάμισι χιλιάδες (11.500) αφορούν πρόσωπα που έχουν διεύθυνση στις δημαρχούμενες περιοχές και δεν έχουν καταχωρισμένη ενορία και οδό, ώστε να μπορεί να γίνει κατανομή τους στα ορθά εκλογικά κέντρα.

(δ) είναι άγνωστο για τις υπόλοιπες ενενήντα χιλιάδες πεντακόσιες (90.500) περίπου περιπτώσεις πολιτών της Δημοκρατίας κατά πόσο οι υπάρχουσες στο Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού διευθύνσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

(ε) είναι βέβαιο ότι, πέρα από τους εξακόσιους πενήντα επτά (657) ήδη εγγεγραμμένους στον εκλογικό κατάλογο Τουρκοκυπρίους, δεν μπορεί να βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές δεκαεπτά χιλιάδες (17.000) Τουρκοκύπριοι και προφανώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία είτε βρίσκονται στα κατεχόμενα ή στο εξωτερικό είτε έχουν αποβιώσει.

(στ) από αυτές τις εκατό δύο χιλιάδες (102.000) περιπτώσεις πολιτών, η μεγαλύτερη μερίδα αναλογεί στην ηλικιακή κατηγορία δεκαοκτώ (18) με τριάντα (30) χρονών, καταλαμβάνοντας περίπου το σαράντα τοις εκατόν (40%) αυτού του αριθμού, ένα μερίδιο της τάξης του δέκα τοις εκατόν (10%) περίπου καταλαμβάνει η κατηγορία πολιτών που διαχρονικά δεν εγγράφονται στον εκλογικό κατάλογο, ένα άλλο μερίδιο της τάξης του δεκαεπτά τοις εκατόν (17%) περίπου αφορά τους Τουρκοκυπρίους με διεύθυνση στις ελεύθερες περιοχές και το υπόλοιπο προφανώς αφορά πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό οι οποίοι απέκτησαν δελτίο ταυτότητας της Δημοκρατίας δηλώνοντας ως διεύθυνση τη διεύθυνση κάποιου οικείου τους στην Κύπρο ή θανόντες των οποίων δεν έχει καταχωρισθεί ο θάνατος, χωρίς να είναι δυνατό να διαχωριστούν τα ποσοστά που τους αναλογούν.

(ζ) για να εξυπηρετηθούν αυτές οι εκατό δύο χιλιάδες (102.000) πολιτών, θα χρειαστεί να λειτουργήσουν τουλάχιστον εκατόν (100) πρόσθετα εκλογικά κέντρα, κυρίως στις δημαρχούμενες περιοχές.

3. Το Υπουργείο Εσωτερικών και η Κεντρική Υπηρεσία Εκλογών, λαμβάνοντας υπόψη και τα πολύ στενά χρονικά περιθώρια μέχρι τις 2 Απριλίου 2019 που οριστικοποιείται ο εκλογικός κατάλογος, έχουν έντονες επιφυλάξεις για την αυτόματη εγγραφή στους εκλογικούς κατάλογους ενός τόσο μεγάλου αριθμού εκλογέων, από τους οποίους μετά βεβαιότητας ένα σημαντικό μέρος δε βρίσκεται εν ζωή. Το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρά πρακτικά προβλήματα.

4. Σημειώνεται ότι προς την κατεύθυνση της διόρθωσης λανθασμένων καταχωρίσεων στο Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού έχουν δρομολογηθεί συγκεκριμένες ενέργειες, όπως-

(α) η καταχώριση από τις επαρχιακές διοικήσεις των θανάτων με βάση τα ληξιαρχικά αρχεία που είχαν πριν από την εφαρμογή του Συστήματος Αρχείου Πληθυσμού.

(β) η αξιοποίηση στοιχείων από το αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η διαγραφή από τον εκλογικό κατάλογο των τριών χιλιάδων πεντακόσιων (3.500) θανόντων.

(γ) η λήψη πολιτικών αποφάσεων για τη διαγραφή από τον εκλογικό κατάλογο χιλίων τετρακοσίων εξήντα επτά (1.467) προσώπων πέραν των εκατό (100) χρονών και τη σημείωση άλλων εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακόσιων ενενήντα επτά (74.497) προσώπων πέραν των εκατό (100) χρονών ως θανόντων, που δεν έχουν πάρει οποιοδήποτε έγγραφο από το Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού.

5. Οι προσπάθειες για βελτίωση των καταχωρίσεων στο Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού συνεχίζονται, με οδηγίες προς τους λειτουργούς που εξυπηρετούν πολίτες οι οποίοι απευθύνονται κοντά τους για αντικατάσταση του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου τους για επικαιροποίηση των διευθύνσεών τους στο σύστημα.

6. Στόχος του Υπουργείου Εσωτερικών είναι η εφαρμογή της αυτόματης εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο των νέων, κατά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου (18ου) έτους της ηλικίας τους, έχοντας στη διάθεσή του όμως τις ορθές διευθύνσεις τους, αφού η ορθή διεύθυνση επηρεάζει τον αριθμό των βουλευτών κατά εκλογική περιφέρεια ή των συμβούλων κατά δήμο ή κοινότητα. Εκτιμάται ότι μπορεί να γίνει σε επόμενη εκλογική αναμέτρηση, αφού δοθεί χρόνος στις υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών να προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προς την κατεύθυνση αυτή.

7. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αναπομπή ερείδεται στους ακόλουθους λόγους:

(α) Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος διπλής ψήφου για τα πρόσωπα με διπλή ιθαγένεια, κυρίως παιδιά από γάμο πολίτη της Δημοκρατίας με πολίτη ενός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως της Ελλάδας.

(β) Με την επιχειρούμενη με τον πιο πάνω τρόπο αυτόματη εγγραφή στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών και την εν γνώσει μας συμπερίληψη σε αυτόν χιλιάδων Κυπρίων του εξωτερικού, ερχόμαστε σε αντίθεση με τη διαχρονική θέση της πολιτείας, η οποία εκφράζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 92 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου οι οποίες προνοούν ότι “…δικαίωμα του εκλέγειν έχει κάθε πολίτης της Δημοκρατίας […] ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο για περίοδο (6) μηνών αμέσως προ της κτήσεως των εκλογικών προσόντων…”.

(γ) Πρόσθετα σημειώνεται, παρ’ όλο που αυτό αποτελεί πρωτίστως πολιτικό θέμα, η εικονική διόγκωση του εκλογικού καταλόγου, η οποία εκτιμάται πως θα εκτοξεύσει την αποχή σε ποσοστά της τάξης του εβδομήντα τοις εκατό (70%), με τις όποιες συνέπειες θα έχει το φαινόμενο αυτό και στις υπόλοιπες εκλογικές αναμετρήσεις.

(δ) Σημειώνεται και το ζήτημα της επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού με ένα ποσό της τάξης πέραν των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (€200.000) περίπου, το οποίο θα χρειαστεί για τις δαπάνες λειτουργίας των πρόσθετων εκλογικών κέντρων και την εκτύπωση πρόσθετων εκατό χιλιάδων (100.000) ψηφοδελτίων.

8. Με βάση τα προαναφερόμενα, εισηγούμαι όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μη εμμείνει στην απόφασή της, αποδεχόμενη την αναπομπή.».

Κατά την εξέταση του αναπεμφθέντος νόμου ο προϊστάμενος της Κεντρικής Υπηρεσίας Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους κρίθηκε σκόπιμη η αναπομπή του νόμου, στη βάση της πιο πάνω επιστολής του Προέδρου της Δημοκρατίας, επαναλαμβάνοντας ότι η ψηφισθείσα νομοθεσία αναμένεται να επιφέρει σημαντικά λειτουργικά προβλήματα όσον αφορά τη διεξαγωγή των επερχόμενων ευρωεκλογών.

Ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δήλωσε ότι, με βάση το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η αναπομπή οποιουδήποτε νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δε γίνεται μόνο για συνταγματικούς λόγους, αλλά για να επανεξεταστεί από τη Βουλή, εφόσον η εκτελεστική εξουσία διαφωνεί με τις πρόνοιές του. Συναφώς, η υπό συζήτηση αναπομπή βασίστηκε κυρίως σε λόγους για τους οποίους διαφωνεί η εκτελεστική εξουσία με τον νόμο που ψήφισε η Βουλή, οι οποίοι αφορούν κυρίως τα προβλήματα που θα προκύψουν από την εφαρμογή του.

Πέραν των πιο πάνω, ο ίδιος εκπρόσωπος, αναλύοντας τη νομική πτυχή του θέματος και ειδικότερα το γεγονός ότι μέρος του αναπεμφθέντος νόμου αφορά τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των προνοιών της Απόφασης (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/994, επισήμανε στην επιτροπή ότι, σε περίπτωση αποδοχής των λόγων της αναπομπής όπως αυτοί εκτίθενται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η Βουλή οφείλει, διαφοροποιώντας το κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου, να θεσπίσει νέα νομοθεσία η οποία δε θα περιλαμβάνει τις διατάξεις με τις οποίες διαφωνεί η κυβέρνηση είτε θα εμπεριέχει τροποποιημένες τις εν λόγω διατάξεις. Επ’ αυτού ο ίδιος εκπρόσωπος σημείωσε ότι δεν πρέπει να υπάρχει διάσταση απόψεων με την κυβέρνηση όσον αφορά τυχόν τροποποιήσεις που θα περιληφθούν στο κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου στο στάδιο της εξέτασής του από τη Βουλή, καθότι σε τέτοια περίπτωση η κυβέρνηση θα δύναται να εγείρει ζήτημα συμβατότητας του νόμου με το σύνταγμα ως προς τη νομοθετική διαδικασία με την οποία ψηφίστηκε και απόφαση για το όλο θέμα θα λάβει το Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον αυτή παραπεμφθεί με αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας για εκδίκαση.

Τέλος, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι η πιο πάνω αναφερόμενη Απόφαση δεν έχει μέχρι σήμερα τεθεί σε ισχύ, επειδή δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, ο ίδιος εκπρόσωπος εισηγήθηκε όπως οι εναρμονιστικές διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου παραμείνουν ανενεργές, μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ η εν λόγω Απόφαση, δεδομένου ότι ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να μην εγκρίνουν την εν λόγω Απόφαση πριν από τη διενέργεια των επόμενων ευρωεκλογών, καθώς και ενόψει του γεγονότος ότι η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη εισηγηθεί την προσθήκη σχετικής διάταξης στην εθνική εναρμονιστική νομοθεσία των κρατών μελών, σύμφωνα με την οποία η υιοθέτηση της Απόφασης από όλα τα κράτη μέλη συνιστά προϋπόθεση για την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω εισήγηση αφορά την εισαγωγή στο κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου σχετικής διάταξης, ώστε συγκεκριμένες πρόνοιες αυτού να τεθούν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της εν λόγω Απόφασης, αντί κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Σε περίπτωση δε που δεν υιοθετηθεί η εν λόγω εισήγηση στο στάδιο αυτό, ο ίδιος εκπρόσωπος σημείωσε ότι ανάλογη διάταξη θα πρέπει να εισαχθεί στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία πριν από τη διεξαγωγή των επόμενων ευρωεκλογών, στη βάση προνοιών νέου κυβερνητικού νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου.

Στο στάδιο της εξέτασης του αναπεμφθέντος νόμου από την επιτροπή υποβλήθηκαν από τους βουλευτές ερωτήσεις σε σχέση με τους λόγους της αναπομπής και ζητήθηκαν πρόσθετα στοιχεία και επεξηγήσεις σε σχέση με την επικαιροποίηση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο Σύστημα Αρχείου Πληθυσμού.

Ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους, επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του αναπεμφθέντος νόμου στην ολομέλεια της Βουλής.

Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση που η Βουλή δεν εμμείνει στην αρχική της απόφαση σε σχέση με τον ψηφισθέντα νόμο, αποδεχόμενη τους λόγους της αναπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας επ’ αυτού, οι οποίοι αφορούν την αυτόματη εγγραφή εκλογέων στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών, η επιτροπή εισηγείται την επαναθέσπιση του αναπεμφθέντος νόμου, υποβάλλοντας στην ολομέλεια του σώματος για ψήφιση νέο κείμενο, το οποίο θα διαλαμβάνει τις πρόνοιες που περιλάμβανε το σχετικό νομοσχέδιο που αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή, πλην των προνοιών του οι οποίες αφορούν την τροποποίηση ισχυουσών διατάξεων της υπό αναφορά βασικής νομοθεσίας οι οποίες ρυθμίζουν την αυτόματη εγγραφή στον ειδικό εκλογικό κατάλογο των ευρωεκλογών των Τουρκοκυπρίων που έχουν αποκτήσει δικαίωμα εκλογής και διαμένουν στις περιοχές στις οποίες η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο.

27 Φεβρουαρίου 2019

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων