Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Καταβολής Φιλοδωρήματος σε Εργοδοτούμενους που απασχολούνται με Σύμβαση στην Κρατική Υπηρεσία και στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) (Τροποποιητικός) Νόμος του 201

Παρόντες:

Μάριος Μαυρίδης, αναπλ. πρόεδρος Άγγελος Βότσης
Ονούφριος Κουλλά Μιχάλης Γιωργάλλας
Άριστος Δαμιανού Γιώργος Περδίκης
Αντρέας Καυκαλιάς  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τo πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 και 15 Οκτωβρίου 2018. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Καταβολής Φιλοδωρήματος σε Εργοδοτούμενους που απασχολούνται με Σύμβαση στην Κρατική Υπηρεσία και στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμου, ώστε αφενός να καταστεί δυνατή η παραχώρηση φιλοδωρήματος στους συμβασιούχους εκπαιδευτικούς οι οποίοι καθίστανται εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου και αφετέρου να απαλειφθεί η αναφορά σε εργοδοτουμένους καθορισμένης διάρκειας από την ερμηνεία του όρου «εργοδοτούμενος που απασχολείται με σύμβαση και λαμβάνει φιλοδώρημα», καθότι η συγκεκριμένη κατηγορία προσωπικού δεν υφίσταται πλέον.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, μέχρι πρόσφατα οι συμβάσεις απασχόλησης των συμβασιούχων εκπαιδευτικών δεν μετατρέπονταν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, πρακτική η οποία ακολουθείτο βάσει διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου, οι οποίες καθορίζουν πότε μία σύμβαση δύναται να μη θεωρηθεί ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, μία σύμβαση δύναται να μη θεωρηθεί σύμβαση αορίστου διαρκείας, εάν ο εργοδότης μπορεί να αποδείξει ότι η εργοδότηση εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται στη βάση ειδικά προβλεπόμενων στην οικεία νομοθεσία αντικειμενικών λόγων. Παρά ταύτα, η συγκεκριμένη μεταχείριση με απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών κρίθηκε ως μη ορθή, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα οι συμβάσεις απασχόλησης της εν λόγω κατηγορίας εργοδοτουμένων να μετατρέπονται από την 1η Σεπτεμβρίου 2017 και εντεύθεν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Συναφώς, για σκοπούς διασφάλισης συνθηκών ίσης μεταχείρισης των συμβασιούχων εκπαιδευτικών με τους υπόλοιπους εργοδοτουμένους που υπηρετούν με σύμβαση στην κρατική υπηρεσία, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού αποφάσισε την παραχώρηση και σε αυτή την κατηγορία εργοδοτουμένων του δικαιώματος καταβολής φιλοδωρήματος και ως εκ τούτου κρίνεται αναγκαία η ανάλογη τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, με το νομοσχέδιο προτείνεται όπως απαλειφθεί από την ισχύουσα νομοθεσία η αναφορά σε εργοδοτουμένους καθορισμένης διάρκειας, καθότι η συγκεκριμένη κατηγορία προσωπικού έπαψε να υφίσταται, αφότου τέθηκε σε ισχύ ο περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Ορισμένου Χρόνου Νόμος και οι εργοδοτούμενοι αυτοί έχουν καταστεί εργοδοτούμενοι ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αναλόγως της χρονικής διάρκειας της απασχόλησής τους κατά το χρονικό στάδιο ισχύος της εν λόγω νομοθεσίας.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί την ψήφιση του υπό αναφορά νομοσχεδίου σε νόμο.

 

30 Οκτωβρίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων