Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικός) Νόμος του 201

Παρόντες:

Αντρέας Φακοντής, πρόεδρος Μαρίνος Μουσιούττας
Σκεύη Κούτρα Κουκουμά Άγγελος Βότσης
Ελένη Μαύρου Ηλίας Μυριάνθους
Ανδρέας Κυπριανού Γιώργος Περδίκης
Μαριέλλα Αριστείδου Λίνος Παπαγιάννης
Σόλωνας Κασίνης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουλίου 2018, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 13 Ιουλίου 2018 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 25 Ιουλίου 2018 κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, ώστε η σύνταξη χηρείας να παρέχεται χωρίς διακρίσεις και επί ίσοις όροις σε άντρες και γυναίκες, διορθώνοντας μια αντισυνταγματική διάταξη του νόμου αυτού, όπως κρίθηκε μετά από γνωματεύσεις της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 25 Ιουλίου 2018, εκτίθενται αυτούσιοι πιο κάτω:

«2.1. Το άρθρο 41 του Νόμου, πριν από την τροποποίηση, προέβλεπε τα εξής:

“41.-(1) Χήρα η οποία κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της συζούσε με αυτόν ή συντηρούνταν από τον αποβιώσαντα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν:

(α) στην περίπτωσή της ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και ο σύζυγός της δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή

(β) ο σύζυγός της είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ήταν δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης ή θα δικαιούταν θεσμοθετημένη σύνταξη, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.

(2) Χήρος ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του ήταν μόνιμα ανίκανος για αυτοσυντήρηση και συντηρούνταν από την αποβιώσασα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν:

(α) στην περίπτωσή του ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και η σύζυγός του δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή

(β) η σύζυγός του είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ήταν δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης ή θα δικαιούταν θεσμοθετημένη σύνταξη, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), η σύνταξη χηρείας καταβάλλεται εφ’ όρου ζωής.

(4) Χήρα ή χήρος που συνέρχεται σε γάμο εκ νέου παύει να δικαιούται σύνταξη χηρείας, δικαιούται όμως εφάπαξ ποσό ίσο με το ετήσιο ποσό της σύνταξης χηρείας την οποία λάμβανε κατά τη σύναψη του νέου γάμου, με εξαίρεση οποιαδήποτε αύξηση που λάμβανε για εξαρτωμένους.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), στην περίπτωση που ο/η αποβιώσας/σα έχει τελέσει το γάμο μετά τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας, η/ο χήρα/ος δεν δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την ημερομηνία του γάμου μέχρι την ημερομηνία του θανάτου.”.

2.2 Η τροποποίηση αφορά την αντικατάσταση του εδαφίου (1) και κατάργηση του εδαφίου (2). Το εδάφιο (1) τώρα προβλέπει τα εξής:

“-(1) Χήρα η οποία κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, ή χήρος ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του, ο οποίος ή η οποία απεβίωσε, συζούσε με αυτόν ή αυτήν ή συντηρούνταν από τον/ην αποβιώσαντα/σα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν:

(α) ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και ο/η σύζυγος της/ου δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή

(β) ο/η σύζυγός της/ου είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ήταν δικαιούχος σύνταξης γήρατος ή θα δικαιούταν σύνταξη γήρατος, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.”.

2.3 Περαιτέρω, το εδάφιο (4) αντικαθίσταται με το ακόλουθο (γ) νέο εδάφιο:

“(4) Χήρα ή χήρος που συνέρχεται σε γάμο εκ νέου ή συνάπτει πολιτική συμβίωση παύει να δικαιούται σύνταξη χηρείας.”

2.4 Περαιτέρω, γίνεται αναρίθμηση των εδαφίων (3), (4) και (5) σε (2), (3) και (4), αντίστοιχα.

2.5 Με το αρχικό νομοσχέδιο που εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, ακριβώς για να αντιμετωπιστεί το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου που προέκυπτε με την άνιση μεταχείριση της γυναίκας με τον άντρα στο δικαίωμα χηρείας, απαλείφθηκαν οι δυο κατηγορίες που υπήρχαν και θα ισχύουν τα ίδια κριτήρια για θανάτους που επήλθαν από 1.1.2018.

2.6 Με τον αναπεμπόμενο Νόμο απαλείφθηκε η ημερομηνία 1.1.2018, με αποτέλεσμα να διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής των νέων προνοιών σε όλους τους χήρους, ανεξάρτητα από την ημερομηνία θανάτου. Για παράδειγμα, εάν ο θάνατος επήλθε το 2014, θα είναι δυνατό να υποβάλλεται αίτηση και η σύνταξη να αρχίζει από την ημερομηνία της έγκρισης της αίτησης.

2.7 Με βάση τα στοιχεία που κατέχει το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων από αναλογιστική μελέτη που πραγματοποιήθηκε (που θα κατατεθεί στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή), οι αλλαγές που ψηφίστηκαν αυξάνουν το κόστος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κατ’ επέκταση στα δημόσια οικονομικά από €3.4 εκατομ. σε €42.3 εκατομ. για το 2018, από €6.5 εκατομ. σε €43.7 εκατομ. για το 2019, από €9.7 εκατομ. σε €44.9 εκατομ. για το 2020, από €13 εκατομ. σε €46.6 εκατομ. για το 2021 και θα υπάρχουν ανάλογες αυξήσεις και τα επόμενα έτη.

2.8 Το άρθρο 80 του Συντάγματος προβλέπει:

“80. Το δικαίωμα της υποβολής προτάσεων νόμων ανήκει εις τους βουλευτάς και νομοσχεδίων εις τους υπουργούς.

Ουδεμία πρότασις νόμου συνεπαγομένη αύξησιν των υπό του προϋπολογισμού προβλεπομένων εξόδων δύναται να υποβληθεί υπό βουλευτού.”.

2.9 Με βάση την υπάρχουσα για το θέμα νομολογία, το πιο πάνω άρθρο του αναπεμπόμενου Νόμου πληροί το σχετικό κριτήριο της “αναπόφευκτης αύξησης των δαπανών του προϋπολογισμού”.

2.10 Επιπροσθέτως των ανωτέρω, στο κυπριακό Σύνταγμα το πεδίο λειτουργίας των τριών πολιτειακών εξουσιών διαχωρίζεται αυστηρά και δεν μπορεί να αναληφθεί ή να ασκηθεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα από οποιαδήποτε από τις τρεις εξουσίες που δεν αποδίδεται σ’ αυτή από το Σύνταγμα ή δεν εμπίπτει στο πεδίο της λειτουργίας της λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών της.

2.11 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο περιβάλλονται με την εκτελεστική εξουσία (Άρθρα 47, 48 και 54 του Συντάγματος), η Βουλή των Αντιπροσώπων με τη νομοθετική εξουσία (Άρθρο 61 του Συντάγματος) και το Δικαστήριο με τη δικαστική εξουσία.

2.12 Το άρθρο αυτό του αναπεμπόμενου Νόμου αποτελεί και παρέμβαση της Βουλής στην εκτελεστική εξουσία, αφού στην ουσία επιβάλλει τρόπο ενέργειας της εκτελεστικής εξουσίας στο να αποφασίσει να υπερβεί το ποσό που προϋπολογίζεται.

2.13 Το σχετικό άρθρο του Συντάγματος για την αναπομπή προβλέπει τα κάτωθι:

52. O Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούνται να εκδώσωσι διά δημοσιεύσεως εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, εντός δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως εις το αντίστοιχον γραφείον αυτών οιονδήποτε νόμον ή απόφασιν της Βουλής των Αντιπροσώπων, εκτός εάν εντός της προθεσμίας ταύτης ασκήσωσιν, ιδία εκάτερος ή από κοινού αναλόγως της περιπτώσεως, το δικαίωμα της αρνησικυρίας, ως εν άρθρω 50 ορίζεται ή το δικαίωμα αναπομπής, ως εν άρθρω 51 ορίζεται ή το δικαίωμα αναφοράς εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ως εν άρθροις 140 και 141 ορίζεται ή προκειμένου περί του προϋπολογισμού το δικαίωμα προσφυγής εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ως εν άρθρω 138 ορίζεται.”.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, υποβάλλει την παρούσα έκθεσή της ενώπιον της ολομέλειας του σώματος για τη λήψη τελικής απόφασης αναφορικά με την αναπομπή.

 

 

 

 

27 Iουλίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων