Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Πτώχευσης (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 201

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Χριστιάνα Ερωτοκρίτου
Δημήτρης Δημητρίου Πανίκος Λεωνίδου
Κώστας Κωνσταντίνου Μη μέλη της επιτροπής:
Άριστος Δαμιανού Μιχάλης Γιωργάλλας
Ευανθία Σάββα  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2018, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 22 Ιουνίου 2018 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο αναπεμφθείς νόμος κατατέθηκε υπό τη μορφή πρότασης νόμου από τους βουλευτές κ. Κωστή Ευσταθίου εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, Μιχάλη Γιωργάλλα εκ μέρους της Αλληλεγγύης και Άννας Θεολόγου, βουλευτού εκλογικής περιφέρειας Αμμοχώστου.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Πτώχευσης Νόμου, ώστε τα πιο κάτω πρόσωπα να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με πτωχεύσαντες που έχουν αυτοδικαίως αποκατασταθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 27Α του εν λόγω νόμου ή που αποκαταστάθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015:

1. Πτωχεύσαντες και πρόσωπα εναντίον των οποίων είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής το οποίο ακυρώθηκε δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31Α του περί Πτώχευσης Νόμου, το οποίο έχει καταργηθεί με τον περί Πτώχευσης (Τροποποιητικό) Νόμο του 2015.

2. Πρόσωπα εναντίον των οποίων είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής και έχουν αποκατασταθεί αυτοδικαίως δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου.

Οι λόγοι της αναπομπής όπως αυτοί εκτίθενται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 11 Ιουλίου 2018, παρατίθενται πιο κάτω αυτούσιοι:

«Αναφορικά με τα πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής και το οποίο ακυρώθηκε δυνάμει των διατάξεων του καταργημένου άρθρου 31Α, η εφαρμογή του υπό Αναπομπή Νόμου είναι ανέφικτη. Συγκεκριμένα, ο υπό Αναπομπή Νόμος αναφέρεται σε αποκατάσταση προσώπου για το οποίο έχει ακυρωθεί το διάταγμα παραλαβής, εντούτοις η αποκατάσταση του προσώπου αυτού είναι αδύνατη, αφού με την ακύρωση του διατάγματος παραλαβής, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, δεν υφίσταται πλέον πτώχευση, για να αποκατασταθεί το πρόσωπο αυτό. Επιπρόσθετα, όταν έχει ακυρωθεί το διάταγμα παραλαβής, το επηρεαζόμενο πρόσωπο δύναται όπως διαχειρίζεται την περιουσία του και την αποπληρωμή των χρεών του και ως εκ τούτου δεν έχει πτωχευτική περιουσία ούτε επαληθεύσιμα χρέη, για να απαλλαγεί από αυτά.

Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο υπό Αναπομπή Νόμος θέτει σε δυσχερέστερη θέση τον πιστωτή, εφόσον πιστωτής ο οποίος είχε αιτηθεί την ακύρωση του διατάγματος παραλαβής σύμφωνα με το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι το 2015 (ήτοι κατά τη χρονική περίοδο κατά την οποία ίσχυε το άρθρο 31Α) θεωρούσε ότι ο οφειλέτης θα συνέχιζε να οφείλει τα χρέη του στους πιστωτές του, σύμφωνα με το άρθρο 31Α, όπως ίσχυε τότε. Το ακυρωτικό διάταγμα του Δικαστηρίου είχε επίσης εκδοθεί σύμφωνα με το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε τότε. Η προβλεπόμενη στον υπό Αναπομπή Νόμο πλήρης απαλλαγή χρεών του οφειλέτη επηρεάζει δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα του πιστωτή, προσδίδοντας στον υπό Αναπομπή Νόμο αναδρομικότητα.

Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του δικαστηρίου, η πρόσδοση αναδρομικής ισχύος σε νόμο είναι μεν παραδεκτή αλλά κατά κανόνα όχι επιθυμητή [Ελληνική Τράπεζα ν. Δημοκρατία (1992) 4 Γ Α.Α.Δ. 2470]. Συγκεκριμένα, εάν επηρεάζει δυσμενώς αποκρυσταλλωμένα δικαιώματα που δημιουργήθηκαν πριν τη θέσπιση του Νόμου, ο Νόμος αυτός είναι απαγορευμένα αναδρομικός. Νόμος θεωρείται ότι είναι αναδρομικός ο οποίος αφαιρεί ή μειώνει οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα που αποκτήθηκε με βάση τους υπάρχοντες νόμους ή δημιουργεί νέα υποχρέωση ή επιβάλλει καθήκον ή συνάπτει νέα ανικανότητα αναφορικά με συναλλαγές ή λόγους του παρελθόντος [Δημοκρατία ν. Ματθαίου (1990) 3 Α.Α.Δ. 2452, 2475, Tingiridou v. Republic (1987) 2 C.L.R. 1181, 1187, Μαρούλλα Χρ. Γιαννούλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 241, Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1993) 3 Α.Α.Δ. 25 κ.ά.].

Η αναδρομικότητα του υπό Αναπομπή Νόμου διαταράσσει ήδη κεκτημένα δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα. Συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση το οφειλόμενο χρέος του χρεώστη προς τον πιστωτή προκύπτει από τη σύναψη σύμβασης μεταξύ τους, δυνάμει της ασκήσεως του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, το οποίο αναγνωρίζεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Περαιτέρω, επηρεάζεται και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του πιστωτή, όπως προστατεύεται από το Σύνταγμα.

Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, περιλαμβανομένων των εμπράγματων δικαιωμάτων, όλων των δικαιωμάτων περιουσιακής φύσεως, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, ο υπό Αναπομπή Νόμος επηρεάζει συνταγματικά κεκτημένα δικαιώματα του πιστωτή.

Αναφορικά με τα πρόσωπα τα οποία αυτοδικαίως αποκαταστάθηκαν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, αυτά καλύπτονται ήδη από τις υφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 27Α του βασικού νόμου και η αναφορά στον υπό Αναπομπή Νόμο στα πρόσωπα αυτά είναι εκ του περισσού.»

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί της αναπομπής κατά τη συζήτηση του αναπεμφθέντος νόμου στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

 

13 Ιουλίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων