Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018»

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Αντρέας Καυκαλιάς
Μάριος Μαυρίδης Άγγελος Βότσης
Ονούφριος Κουλλά Μαρίνος Σιζόπουλος
Στέφανος Στεφάνου Γιώργος Περδίκης
Άριστος Δαμιανού Άννα Θεολόγου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 25 Ιουνίου και στις 2 Ιουλίου 2018. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής παρευρέθηκαν ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του ίδιου υπουργείου, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΑΣΥΔΥ, ΣΕΚ, ΠΕΟ, ΔΕΟΚ, ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ, ΟΛΤΕΚ, ΑΣΔΥΚ και της Παγκύπριας Συντεχνίας Ισότητα.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου, ώστε σταδιακά να καταργηθεί η εφαρμοζόμενη μείωση των απολαβών και των συντάξεων για τους αξιωματούχους, τους εργοδοτουμένους και τους συνταξιούχους στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας.

Σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, τα ποσοστά αποκοπής κατά τα έτη 2018 και 2019 μειώνονται μόνο για τις κλίμακες μηνιαίων απολαβών €0,01-€1.000, €1.001,01-€1.500 και €1.500,01-€2.000. Κατά τα έτη 2020 μέχρι 2023 οι μειώσεις στα ποσοστά αποκοπών επηρεάζουν όλες τις κλίμακες μέχρι την πλήρη κατάργηση των αποκοπών και είναι ομοιόμορφες για όλες τις κλίμακες, ώστε να μη δημιουργείται στρέβλωση στο κρατικό μισθολόγιο.

Ειδικότερα, οι ισχύουσες αποκοπές στους μισθούς και τις συντάξεις των αξιωματούχων, των εργοδοτουμένων και των συνταξιούχων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αναθεωρούνται και προτείνεται να εφαρμοστούν ως ακολούθως:

1. Με ισχύ από την 1η Ιουλίου 2018 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ή/και η μηνιαία σύνταξη θα μειώνονται ως ακολούθως:

α. για κάθε ευρώ από ένα σεντ (€0,01) και άνω έως χίλια ευρώ (€1.000,00), κατά ποσοστό 1,8%,

β. για κάθε ευρώ από χίλια ευρώ και ένα σεντ (€1.000,01) και άνω έως χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500,00), κατά ποσοστό 8,3%,

γ. για κάθε ευρώ από χίλια πεντακόσια ευρώ και ένα σεντ (€1.500,01) και άνω έως δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00), κατά ποσοστό 10,3%,

δ. για κάθε ευρώ από δύο χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€2.000,01) και άνω έως τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000,00), κατά ποσοστό 13,5%,

ε. για κάθε ευρώ από τρεις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€3.000,01) και άνω έως τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000,00), κατά ποσοστό 16%,

στ. για κάθε ευρώ από τέσσερις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€4.000,01) και άνω, κατά ποσοστό 17,5%.

2. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2019, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ή/και η μηνιαία σύνταξη θα μειώνονται ως ακολούθως:

α. για κάθε ευρώ από χίλια ευρώ και ένα σεντ (€1.000,01) και άνω έως χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500,00), κατά ποσοστό 5,8%,

β. για κάθε ευρώ από χίλια πεντακόσια ευρώ και ένα σεντ (€1.500,01) και άνω έως δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00), κατά ποσοστό 7,8%,

γ. για κάθε ευρώ από δύο χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€2.000,01) και άνω έως τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000,00), κατά ποσοστό 13,5%,

δ. για κάθε ευρώ από τρεις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€3.000,01) και άνω έως τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000,00), κατά ποσοστό 16%,

ε. για κάθε ευρώ από τέσσερις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€4.000,01) και άνω, κατά ποσοστό 17,5%.

3. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2020 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ή/και η μηνιαία σύνταξη μειώνονται ως ακολούθως:

α. για κάθε ευρώ από χίλια ευρώ και ένα σεντ (€1.000,01) και άνω έως χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500,00), κατά ποσοστό 3,3%,

β. για κάθε ευρώ από χίλια πεντακόσια ευρώ και ένα σεντ (€1.500,01) και άνω έως δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00), κατά ποσοστό 5,3%,

γ. για κάθε ευρώ από δύο χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€2.000,01) και άνω έως τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000,00), κατά ποσοστό 11%,

δ. για κάθε ευρώ από τρεις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€3.000,01) και άνω έως τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000,00), κατά ποσοστό 13,5%,

ε. για κάθε ευρώ από τέσσερις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€4.000,01) και άνω, κατά ποσοστό 15%.

4. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2021 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2021, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ή/και η μηνιαία σύνταξη μειώνονται ως ακολούθως:

α. για κάθε ευρώ από χίλια ευρώ και ένα σεντ (€1.000,01) και άνω έως χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500,00), κατά ποσοστό 0,8%,

β. για κάθε ευρώ από χίλια πεντακόσια ευρώ και ένα σεντ (€1.500,01) και άνω έως δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00), κατά ποσοστό 2,8%,

γ. για κάθε ευρώ από δύο χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€2.000,01) και άνω έως τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000,00), κατά ποσοστό 8,5%,

δ. για κάθε ευρώ από τρεις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€3.000,01) και άνω έως τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000,00), κατά ποσοστό 11%,

ε. για κάθε ευρώ από τέσσερις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€4.000,01) και άνω, κατά ποσοστό 12,5%.

5. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2022 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2022, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ή/και η μηνιαία σύνταξη μειώνονται ως ακολούθως:

α. για κάθε ευρώ από δύο χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€2.000,01) και άνω έως τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000,00), κατά ποσοστό 5%,

β. για κάθε ευρώ από τρεις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€3.000,01) και άνω έως τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000,00), κατά ποσοστό 7,5%,

γ. για κάθε ευρώ από τέσσερις χιλιάδες ευρώ και ένα σεντ (€4.000,01) και άνω, κατά ποσοστό 9%.

6. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2023, τερματίζεται η μείωση των ακαθάριστων μηνιαίων απολαβών ή και της μηνιαίας σύνταξης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν, η Κυπριακή Δημοκρατία στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής είχε προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα των δημόσιων οικονομικών. Ως εκ τούτου, είχε κριθεί αναγκαία η κλιμακωτή μείωση των απολαβών και των συντάξεων που καταβάλλονται σε αξιωματούχους, εργοδοτουμένους και συνταξιούχους του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η οποία εφαρμόστηκε από την 6η Δεκεμβρίου 2012 και εντεύθεν.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος το 2016 και τις διαπιστώσεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία συμμορφώνεται με τους δημοσιονομικούς κανόνες του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης μέχρι το έτος 2019, επιβάλλεται περαιτέρω διατήρηση μηχανισμού συγκράτησης του ρυθμού αύξησης των συνολικών απολαβών στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κάτω από το ρυθμό ανάπτυξης του ονομαστικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Ωστόσο, με βάση τα σημερινά δεδομένα, κρίθηκε ότι καθίσταται εφικτή η σταδιακή κατάργηση των μειώσεων επί των απολαβών και των συντάξεων σε αξιωματούχους, εργοδοτουμένους και συνταξιούχους του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Στο πλαίσιο της συζήτησης ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της Συμπληρωματικής Συμφωνίας-Πλαίσιο 2015-2018 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των συνδικαλιστικών οργανώσεων και μετά από διαβούλευση μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, υπήρξε συμφωνία για τη σταδιακή μείωση των υφιστάμενων αποκοπών στους μισθούς και τις συντάξεις των εργοδοτουμένων και των συνταξιούχων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Η μείωση της αποκοπής θα πραγματοποιηθεί σε πέντε στάδια, αρχίζοντας από την 1η Ιουλίου 2018 και μετέπειτα κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους για την περίοδο 2019 μέχρι 2022, ώστε από την 1η Ιανουαρίου 2023 να επιτευχθεί η πλήρης κατάργησή της.

Σύμφωνα με τον ίδιο αρμόδιο, με τον προτεινόμενο νόμο υλοποιείται η εν λόγω συμφωνία και διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτοί προβλέπονται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, στη βάση των οποίων το κράτος πρέπει να διατηρεί ισοσκελισμένο ή/και πλεονασματικό δημοσιονομικό ισοζύγιο σε διαρθρωτικούς όρους, διασφαλίζοντας παράλληλα την τήρηση των κανόνων για το ρυθμό αύξησης των δημόσιων δαπανών και του δημόσιου χρέους.

Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΣΕΚ, ΠΕΟ, ΔΕΟΚ, ΠΟΕΔ, ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου.

Ο γενικός γραμματέας της ΠΑΣΥΔΥ ανέφερε ότι, παρ’ όλο που με το νομοσχέδιο επέρχεται διόρθωση στις απολαβές και τις συντάξεις των εργοδοτουμένων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, γεγονός που καταδεικνύει και την αναγνώριση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας της άδικης εφαρμογής του εν λόγω μέτρου, η ΠΑΣΥΔΥ θεωρεί ότι οι αποκοπές στους μισθούς και τις συντάξεις, όπως αυτές εφαρμόστηκαν από το 2012, είναι αντισυνταγματικές και για το λόγο αυτό αναμένει τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για προσφυγές που έγιναν από μέλη της οργάνωσης.

Ο εκπρόσωπος της Παγκύπριας Συντεχνίας “Ισότητα” συμφώνησε με τις θέσεις της ΠΑΣΥΔΥ.

Ο πρόεδρος της ΑΣΔΥΚ κατέθεσε σχετική επιστολή με τις θέσεις της οργάνωσης, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 2018, και δήλωσε ότι συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου, αμφισβητώντας παράλληλα τη συνταγματικότητα της αρχικής απόφασης για αποκοπή των μισθών και των συντάξεων. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος ανέφερε, η ΑΣΔΥΚ θεωρεί ότι η αποκατάσταση στους μισθούς και τις συντάξεις και η πλήρης κατάργηση των αποκοπών πρέπει να επέλθει σε βάθος τριετίας και όχι σε βάθος πενταετίας, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο.

Στο πλαίσιο της περαιτέρω εξέτασης του νομοσχεδίου τα μέλη της επιτροπής έθεσαν ερωτήματα σε σχέση με το δημοσιονομικό κόστος που προκύπτει από την εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

Συναφώς, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών ανέφερε ότι το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται στα €20,7 εκατομ. για το έτος 2018, ενώ για τα έτη 2019 μέχρι 2023 το μέσο ετήσιο κόστος εκτιμάται στα €45 εκατομ. Η πρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού μισθολογίου από το εν λόγω εκτιμώμενο κόστος υπολογίζεται στις 1,8 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως κατά την υπό αναφορά περίοδο και η εν λόγω αύξηση θα λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του περιθωρίου αύξησης του κρατικού μισθολογίου, όπως προκύπτει από το μηχανισμό που διασυνδέει την αύξησή του με την πορεία του ονομαστικού ΑΕΠ, περιορίζοντας ουσιαστικά το εν λόγω περιθώριο.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατέληξε στις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο πρόεδρος της επιτροπής και τα μέλη της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού εισηγούνται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, το μέλος της βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, καθώς και το μέλος της ανεξάρτητη βουλευτής κ. Άννα Θεολόγου επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού υποβάλλει με την παρούσα έκθεσή της στην ολομέλεια του σώματος το νομοσχέδιο για τη λήψη τελικής απόφασης.

 

 

 

 

11 Ιουλίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων