Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια «Ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018» και «Ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Ευανθία Σάββα
Δημήτρης Δημητρίου Πανίκος Λεωνίδου
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 23 Μαΐου, στις 6 Ιουνίου και στις 4 Ιουλίου 2018. Στο πλαίσιο των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της Αστυνομίας Κύπρου, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Σκοπός των νομοσχεδίων είναι η τροποποίηση του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου, προκειμένου να επιτευχθεί εναρμόνιση με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας”.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 εκτείνεται σε φυσικά πρόσωπα που είναι ύποπτα ή κατηγορούμενα σε ποινική διαδικασία και σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, από τη στιγμή που πρόσωπο θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην οποία περιλαμβάνεται η τελική εκτίμηση κατά πόσο το εν λόγω πρόσωπο διέπραξε τη σχετική αξιόποινη πράξη.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, στην Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 περιλαμβάνονται διατάξεις με τις οποίες διασφαλίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Το τεκμήριο της αθωότητας.

2. Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος δεν αναφέρεται ως ένοχος σε δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή σε δικαστικές αποφάσεις, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η ενοχή του.

3. Οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι δεν εμφανίζονται ως ένοχοι σε δικαστήριο ή δημόσια με τη χρήση μέτρων σωματικού περιορισμού, η οποία επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους που προβλέπονται στην Οδηγία.

4. Το βάρος της απόδειξης περί της ενοχής υπόπτου ή κατηγορουμένου φέρει η κατηγορούσα αρχή και η αμφιβολία λειτουργεί προς όφελος του εν λόγω προσώπου.

5. Το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης.

6. Το δικαίωμα παράστασης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στη δίκη και παράλληλα η δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέψουν για τη διεξαγωγή δίκης ερήμην του, εφόσον αυτός:

α. έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης και

β. αφού ενημερώθηκε για τη δίκη, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο, ο οποίος διορίστηκε είτε από τον ίδιο είτε από το κράτος.

7. Η παροχή στον ύποπτο ή κατηγορούμενο αποτελεσματικών ένδικων μέσων προστασίας σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων της Οδηγίας.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η ενσωμάτωση στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο κοινών ελάχιστων κανόνων που προβλέπονται στην Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 σε σχέση με ορισμένες πτυχές του τεκμηρίου της αθωότητας και με το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη, περιλαμβανομένων των πιο πάνω αναφερόμενων κανόνων.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του άρθρου 3 του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου, ώστε να προστεθεί σε αυτό η υποχρέωση ενημέρωσης του υπόπτου ή κατηγορουμένου σε σχέση με το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, όπως αυτό αναφέρεται στο προτεινόμενο, με το πρώτο νομοσχέδιο, άρθρο 3Γ του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, και να τροποποιηθεί ο τίτλος του βασικού νόμου, ώστε να καθίσταται σαφές ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εκτείνονται και σε πρόσωπα που δεν τελούν υπό κράτηση.

Στο πλαίσιο της συζήτησης των νομοσχεδίων την επιτροπή απασχόλησαν σε σχέση με το πρώτο νομοσχέδιο τα ακόλουθα:

1. Οι πιθανές επιπτώσεις της ρύθμισης συνταγματικών αρχών με νόμο.

Τοποθετούμενη επί των πιο πάνω προβληματισμών που υποβλήθηκαν από μέλη της επιτροπής, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση στη δικαιική τάξη, αφού με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν προβλέπεται νέο δικαίωμα, αλλά ρυθμίζονται λεπτομέρειες της έκφανσης των τεκμηρίων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και εφαρμόζονται με σχετική νομολογία. Περαιτέρω, διαβεβαίωσε την επιτροπή ότι οι περιπτώσεις όπου το τεκμήριο της αθωότητας έχει αλλοιωθεί με νόμο δεν επηρεάζονται από τις προτεινόμενες διατάξεις.

2. Ο ενδεχόμενος επηρεασμός του συνταγματικού προνομίου των βουλευτών να εκφράζονται από το βήμα της Βουλής των Αντιπροσώπων με την περίληψή τους στα πρόσωπα που αποτελούν δημόσια αρχή για τους σκοπούς του προτεινόμενου νόμου και ο συνακόλουθος περιορισμός των δημόσιων δηλώσεών τους όσον αφορά την ενοχή υπόπτου ή κατηγορούμενου προσώπου.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στη βάση των πιο πάνω επιφυλάξεων της επιτροπής, την ενημέρωσε γραπτώς ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 83.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δε φέρει ένσταση στην απάλειψη της σχετικής αναφοράς στον Πρόεδρο της Βουλής και στους βουλευτές από το νομοσχέδιο.

Την επιτροπή απασχόλησε περαιτέρω η δυνατότητα που παρέχεται στο δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του πρώτου νομοσχεδίου να διεξάγει συνοπτική δίκη ερήμην του κατηγορουμένου, μετά από αίτημα είτε της κατηγορούσας αρχής ή του κατηγορουμένου αυτοπροσώπως ή του δικηγόρου που τον εκπροσωπεί, εφόσον το αδίκημα δεν τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη του ενός έτους, και να αποφασίζει περί της ενοχής του ή μη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός:

1. έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τον καθορισμό ημερομηνίας ακρόασης της υπόθεσής του και τις συνέπειες της μη παράστασής του στο δικαστήριο την καθορισμένη ημερομηνία, ή

2. αφού ενημερώθηκε για τη δίκη, θα εκπροσωπείται από δικηγόρο.

Στο πλαίσιο της εξέτασης του πιο πάνω προβληματισμού κατατέθηκε στην επιτροπή σχετικό σημείωμα εκ μέρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο οποίο καταγράφονται τα ακόλουθα:

1. Με τις υπό συζήτηση πρόνοιες εξουδετερώνεται κατ’ ουσίαν η ευχέρεια που έχει κάθε δικαστήριο, εκ του κοινοδικαίου, για εκδίκαση in absentia.

2. Η νομολογία έχει διασφαλίσει την απαιτούμενη εξισορρόπηση μεταξύ του δικαιώματος του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη του και του γενικού δημόσιου συμφέροντος να περατώνονται οι δίκες σε εύλογο χρόνο και έχει προς τούτο καθιερωθεί αριθμός παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

3. Κατά γενική αρχή η σχετική ευχέρεια ασκείται με μεγάλη προσοχή και φειδώ και καθήκον του δικαστηρίου είναι να διασφαλίσει δίκαιη δίκη.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, αποφάσισε να τροποποιήσει το κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου ως ακολούθως:

1. Με την απάλειψη στο άρθρο 3Β αυτού της αναφοράς στον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων και στους βουλευτές, ώστε να μην περιλαμβάνονται στα πρόσωπα που αποτελούν δημόσια αρχή για τους σκοπούς του προτεινόμενου νόμου.

2. Με την απάλειψη από αυτό της δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε δικαστήριο να προχωρεί στη διεξαγωγή δίκης ερήμην του κατηγορουμένου, ώστε να συνεχίσει να εφαρμόζεται η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, η οποία ρυθμίζει επαρκώς τη σχετική εξουσία του δικαστηρίου.

Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η επιτροπή επέφερε στο κείμενο των νομοσχεδίων περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη διασαφήνιση ορισμένων προνοιών τους, καθώς και τη βελτίωσή τους από νομοτεχνική άποψη.

Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΔΗΣΥ, καθώς και τα μέλη της βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί των προνοιών του αναθεωρημένου κειμένου του πρώτου νομοσχεδίου, σύμφωνα με τις πιο πάνω αποφάσεις της επιτροπής, και επί των προνοιών του δεύτερου νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

11 Ιουλίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων