Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τα νομοσχέδια «Ο περί Διατραπεζικών Προμηθειών για Πράξεις Πληρωμών με Κάρτες Νόμος του 2018» και «Ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 201

Παρόντες:

Μάριος Μαυρίδης, αναπλ. πρόεδρος Μαρίνος Μουσιούττας
Ονούφριος Κουλλά Μαρίνος Σιζόπουλος
Στέφανος Στεφάνου Μιχάλης Γιωργάλλας
Άριστος Δαμιανού Γιώργος Περδίκης
Αντρέας Καυκαλιάς Άννα Θεολόγου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 4, 11 και 18 Ιουνίου 2018. Στο πλαίσιο των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (ΕΠΑ), της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ), του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2015 σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες, τα οποία απαιτούν από τα κράτη μέλη τη θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο μεταξύ άλλων ορίζει την ΚΤΚ, την ΕΠΑ, καθώς και την Υπηρεσία Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ως τις αρμόδιες αρχές για την τήρηση και εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751, καθώς και των διατάξεων του προτεινόμενου νόμου και προσδίδει σε αυτές εξουσία να απαιτούν και να λαμβάνουν πληροφόρηση από τους εποπτευομένους, να παρακολουθούν την επιβολή των ρυθμίσεων και τη συμμόρφωση των εποπτευομένων με αυτές και να επιβάλλουν διοικητικά μέτρα και κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης της εν λόγω νομοθεσίας.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η θέσπιση εξωδικαστικών διαδικασιών επίλυσης διαφορών ως απαιτείται με βάση το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2015 σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο μεταξύ άλλων εισάγει νέο μέρος στο βασικό νόμο, το οποίο αφορά τη ρύθμιση επίλυσης διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των δικαιούχων πληρωμής και των οικείων παρόχων υπηρεσιών πληρωμής, και αποτελεί πρόσθετη αρμοδιότητα του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης. Με το προτεινόμενο νέο μέρος ρυθμίζεται το δικαίωμα του δικαιούχου πληρωμής να υποβάλλει παράπονο στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, καθώς και η ακολουθητέα διαδικασία από τον εν λόγω επίτροπο.

Σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών αναφορικά με το πρώτο νομοσχέδιο, ο σχετικός ευρωπαϊκός κανονισμός θεσπίζει ενιαίες τεχνικές και επιχειρηματικές απαιτήσεις για πράξεις πληρωμής με κάρτα οι οποίες πραγματοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις οποίες ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής του πληρωτή και ο αντίστοιχος πάροχος του δικαιούχου βρίσκονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η σύνταξη του εν λόγω εναρμονιστικού νομοσχεδίου κρίθηκε σκόπιμη από το αρμόδιο υπουργείο, ώστε να καθοριστούν οι αρμόδιες αρχές, το πεδίο των εξουσιών τους, καθώς και τα διοικητικά μέτρα και οι κυρώσεις που αυτές μπορούν να επιβάλλουν, σε περίπτωση παράβασης της νομοθεσίας.

Όπως αναφέρεται πιο πάνω, με βάση το νομοσχέδιο, ως αρμόδιες αρχές ορίζονται η ΚΤΚ, η ΕΠΑ και η Υπηρεσία Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, καθεμία από τις οποίες έχει την ευθύνη για την εφαρμογή και την υλοποίηση συγκεκριμένων διατάξεων της προτεινόμενης νομοθεσίας, οι οποίες προκύπτουν από αντίστοιχα άρθρα του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, στις αρμόδιες αρχές παρέχονται, στο πλαίσιο της εφαρμογής και της παρακολούθησης της υλοποίησης των προτεινόμενων ρυθμίσεων, αρμοδιότητες και εξουσίες που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:

1. τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρχές και αρμόδιους φορείς της Δημοκρατίας, καθώς και τη συνεργασία και την ανταλλαγή εγγράφων με αντίστοιχες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

2. την εξουσία συλλογής εγγράφων, πληροφοριών και στοιχείων,

3. τη διεξαγωγή αυτεπάγγελτων ερευνών ή ερευνών έπειτα από τη λήψη τεκμηριωμένων καταγγελιών,

4. την επιβολή διοικητικών μέτρων και κυρώσεων, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της προτεινόμενης νομοθεσίας,

5. τη δημοσίευση των αποφάσεων επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων,

6. την έκδοση οδηγιών και εγκυκλίων.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσαν ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο αποτελεί προϊόν εκτενούς διαβούλευσης μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών και έχει επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή σύγκλιση των απόψεων και των εισηγήσεων που είχαν υποβληθεί κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης.

Σύμφωνα με τους ίδιους κυβερνητικούς αρμοδίους, η αδυναμία επίτευξης σύγκλισης απόψεων αναφορικά με όλα τα θέματα προκύπτει λόγω του γεγονότος ότι ορισμένες εκ των διατάξεων του σχετικού ευρωπαϊκού κανονισμού δε διαχωρίζουν σαφώς τις αρμοδιότητες που ανατίθενται σε κάθε αρμόδια αρχή, με αποτέλεσμα να προκύπτει η ανάγκη να ορίζονται δύο αρχές ως συναρμόδιες για ορισμένα θέματα. Συναφείς με το πιο πάνω θέμα είναι οι επιστολές της ΚΤΚ, ημερομηνίας 1ης και 8ης Ιουνίου 2018, στις οποίες εκφράζονται επιφυλάξεις της ΚΤΚ ως προς το γεγονός ότι με τις προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις ανατίθενται στην ΚΤΚ καθήκοντα τα οποία αφορούν τον ανταγωνισμό και εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της ΕΠΑ και όχι της ΚΤΚ.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, με βάση σχετική Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία έχει κατατεθεί στην επιτροπή, το νομοσχέδιο δεν πρέπει να αναθέτει στην ΚΤΚ τέτοια καθήκοντα. Εντούτοις, στην επιστολή της, ημερομηνίας 1ης Ιουνίου 2018, η ΚΤΚ αναφέρει ότι σε αυτήν ανατίθεται, πέραν της συλλογής στοιχείων και της διαβίβασης πληροφόρησης στην ΕΠΑ, η αρμοδιότητα ώστε, όπου η ΚΤΚ βασικά κρίνει ότι ενδεχομένως να προκύπτουν θέματα προστασίας του ανταγωνισμού, να επιβάλλει μέτρα ή/και κυρώσεις, καθήκοντα τα οποία κρίνεται από την ΚΤΚ ότι δε συνάδουν με την πιο πάνω θέση της ΕΚΤ.

Συναφώς, η ΚΤΚ θεωρεί ότι οι αρμοδιότητες που της ανατίθενται πρέπει να περιορίζονται ρητά και μόνο στη συλλογή και διαβίβαση στοιχείων και πληροφοριών στην ΕΠΑ, η οποία θα έχει την εξουσία να αξιολογεί ως αρμόδια αρχή την τήρηση θεμάτων ανταγωνισμού και να επιβάλλει κυρώσεις.

Επί του σημείου αυτού η ΕΠΑ σε επιστολή της, ημερομηνίας 8 Ιουνίου 2018, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ορισμός από το Υπουργικό Συμβούλιο της ΚΤΚ ως συναρμόδιας αρχής για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού δεν αφορούσε τη συλλογή και μόνο στοιχείων για διαβίβαση, αλλά το διαμοιρασμό της πραγματικής και πρακτικής εφαρμογής των διάφορων προνοιών του κανονισμού. Η ΕΠΑ, σύμφωνα με την επιστολή, κατέχει την εμπειρογνωμοσύνη για τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων και δεν απαιτείται η συμβολή της ΚΤΚ προς το σκοπό αυτό, παρότι η επιτροπή είναι υποστελεχωμένη.

Συναφώς, σκοπός του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν ο διαμοιρασμός των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών εφαρμογής και εποπτείας του κανονισμού μεταξύ των δύο αρχών και όχι η ανάθεση στην ΚΤΚ καθηκόντων σχετικών με τον ανταγωνισμό, αφού η ΕΠΑ είναι η εθνική αρχή που είναι επιφορτισμένη με την αρμοδιότητα εφαρμογής των σχετικών με τον ανταγωνισμό ευρωπαϊκών κανονισμών, καθώς και των εθνικών νομοθεσιών και οποιαδήποτε ανάθεση σε άλλη αρχή τέτοιων καθηκόντων θα ερχόταν σε αντίθεση με τις αρμοδιότητες που της ανατέθηκαν από το κράτος.

Περαιτέρω, στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι η ΕΠΑ έχει τη θέση ότι οι αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί στην ΚΤΚ για εφαρμογή και εποπτεία, (άρθρα 3 έως 5 και 7 του κανονισμού) δεν έχουν καμία σχέση με θέματα ανταγωνισμού, παρά μόνο σχετίζονται με τον έλεγχο ότι οι διατραπεζικές προμήθειες για χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες δεν ξεπερνούν την οροφή του 0,2% και 0,3% (άρθρα 3 και 4), ότι δεν καταστρατηγούνται οι χρεώσεις αυτές (άρθρο 5) και ότι υφίσταται διαχωρισμός συστήματος καρτών πληρωμής και φορέων επεξεργασίας (άρθρο 7).

Σε κάθε περίπτωση, αναφέρεται στην ίδια επιστολή, όταν και εφόσον προκύψει οποιοδήποτε θέμα ανταγωνισμού, δηλαδή συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων ή καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, αυτό θα εξεταστεί υπό το πρίσμα του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου και όχι με βάση το νόμο για τις διατραπεζικές προμήθειες. Ως εκ τούτου, καμία ανάθεση θεμάτων ανταγωνισμού δεν έχει ανατεθεί στην ΚΤΚ και ουδεμία σύγχυση δε δημιουργείται εκ του λεκτικού των σχετικών άρθρων ως προς το ενδεχόμενο να ανατίθενται καθήκοντα στην ΚΤΚ σχετικά με την προστασία του ανταγωνισμού, γεγονός το οποίο, εάν επισυνέβαινε, θα προκαλούσε την αντίδραση της ΕΠΑ.

Επιπρόσθετα, στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι σε πολλά άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αρμοδιότητα εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού έχει ανατεθεί είτε εξ ολοκλήρου είτε σε συναρμοδιότητα στην κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους και ως εκ τούτου η ανάθεση στην ΚΤΚ ως συναρμόδιας αρχής για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού συνάδει πλήρως με τις αρμοδιότητες της ΚΤΚ και παράλληλα ότι ούτε η ΕΚΤ έχει καταγράψει ένσταση για τη συναρμοδιότητα.

Σημειώνεται ότι η Υπηρεσία Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, η οποία αποτελεί την τρίτη αρμόδια αρχή στην οποία ανατίθενται ειδικότερα αρμοδιότητες που αφορούν την ενημέρωση των καταναλωτών, συμφωνεί με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Κατά την πρώτη συνεδρία μέλη της επιτροπής υπέβαλαν σωρεία ερωτημάτων που σχετίζονται μεταξύ άλλων με τη διεξαγωγή ελέγχων και ερευνών, τον καθορισμό των τελών και την υποχρέωση για εχεμύθεια.

Την επιτροπή απασχόλησε ιδιαίτερα η σχετική πρόνοια του νομοσχεδίου [άρθρο 4(3)] βάσει της οποίας η ΕΠΑ και η ΚΤΚ συνάπτουν μεταξύ τους μνημόνιο συνεργασίας εντός τριών μηνών από την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη ρύθμιση της μεταξύ τους συνεργασίας για την αποτελεσματική διεξαγωγή των καθηκόντων τους και για τη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751.

Σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν μέλη της επιτροπής, η σημαντική αυτή πτυχή του νομοσχεδίου θα έπρεπε είτε να είναι σαφέστερα διατυπωμένη είτε ενδεχομένως να ρυθμιζόταν μέσω της κατάθεσης και έγκρισης σχετικών κανονισμών, χωρίς να επαφίεται στις ίδιες τις αρχές να αποφασίσουν για το μείζον αυτό ζήτημα, πολλώ μάλλον χωρίς την εμπλοκή της νομοθετικής εξουσίας, η οποία φέρει και την ευθύνη ψήφισης της προτεινόμενης νομοθεσίας.

Το αρμόδιο υπουργείο με επιστολή, ημερομηνίας 8 Ιουνίου 2018, απέστειλε γραπτώς απαντήσεις επί όλων των ερωτημάτων και θεμάτων που τέθηκαν κατά την πρώτη συνεδρία της επιτροπής.

Ειδικότερα για το θέμα της σύναψης μνημονίου συνεργασίας, όπως αυτό παρατίθεται πιο πάνω, στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι θέση του είναι ότι οι λεπτομέρειες της μεταξύ των αρμόδιων αρχών συνεργασίας πρέπει να περιληφθούν σε σχετικό μνημόνιο συνεργασίας που θα συνταχθεί από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές, κάτι το οποίο αποτελούσε και δική τους εισήγηση, δεδομένου ότι δεν είναι εφικτό όλες οι λεπτομέρειες να περιληφθούν στο νομοσχέδιο. Δεδομένης μάλιστα της μεγάλης καθυστέρησης ως προς την εναρμόνιση με το σχετικό κανονισμό, η οποία θα προέκυπτε μέχρι το υπουργείο να ολοκληρώσει τις διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους και να συμφωνηθεί η μεταξύ τους συνεργασία, το υπουργείο έκρινε σκόπιμη τη χρονική δέσμευση των τριών μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στις δύο αρχές να συντάξουν και να ενεργοποιήσουν το μνημόνιο.

Σύμφωνα με την ίδια επιστολή, η εισήγηση από πλευράς της επιτροπής Οικονομικών θα καθυστερούσε περαιτέρω κατά την άποψη του υπουργείου την εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου, ο οποίος στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή από τις 9 Ιουνίου του 2016.

Περαιτέρω, στην επιστολή αναφέρεται ότι, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία υπέχει τη νομική ευθύνη για τη συντομότερη θεραπεία της καθυστέρησης στην εφαρμογή του κανονισμού, το υπουργείο θεωρεί τη διατήρηση του σχετικού άρθρου του νομοσχεδίου σημαντική ως προς την επίτευξη της συνεργασίας των δύο αρμόδιων αρχών και την τήρηση της αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού, ενώ παράλληλα δε θεωρεί ότι η Βουλή θα φέρει την ευθύνη της σύναψης του μνημονίου. Αντιθέτως, η ευθύνη για την έγκαιρη ετοιμασία του θα βαρύνει τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές.

Αναφορικά με το θέμα που έχει προκύψει μεταξύ της ΚΤΚ και της ΕΠΑ σε σχέση με τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται, όπως αυτό αναλύεται πιο πάνω στην παρούσα έκθεση, το υπουργείο στην επιστολή του αναφέρει ότι δε θεωρεί ότι με βάση τις πρόνοιες του νομοσχεδίου ανατίθενται στην ΚΤΚ καθήκοντα σχετικά με την προστασία του ανταγωνισμού, εφόσον, εάν προκύψουν τέτοιας φύσεως θέματα, αυτά με βάση τις πρόνοιες του νομοσχεδίου θα διαβιβάζονται στην ΕΠΑ, η οποία και θα τα επιλαμβάνεται.

Η επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν της, κάλεσε το αρμόδιο υπουργείο όπως προβεί σε εκ νέου διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς σε μια προσπάθεια εξεύρεσης συναινετικής λύσης, η οποία θα ικανοποιεί στο μεγαλύτερο βαθμό όλες τις πλευρές.

Το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή του ημερομηνίας 14 Ιουνίου 2018 ενημέρωσε την επιτροπή ότι, παρά τις προσπάθειες στις οποίες προέβη κατά τα τελευταία δύο χρόνια, προέβη σε νέα προσπάθεια εξεύρεσης συναινετικής λύσης, η οποία δεν κατέληξε επιτυχώς, εφόσον δεν έγινε αποδεκτή και από τις δύο αρμόδιες αρχές, ήτοι την ΚΤΚ και την ΕΠΑ.

Ως εκ τούτου, στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι το κατατεθειμένο ενώπιον της επιτροπής νομοσχέδιο αποτελεί την καλύτερη δυνατή λύση που μπορεί να επιτευχθεί και τόσο σε αυτό όσο και στο δεύτερο υπό εξέταση νομοσχέδιο θα επέλθουν μόνο μικρές διορθώσεις νομοτεχνικής κυρίως φύσεως.

Όσον αφορά το δεύτερο υπό εξέταση νομοσχέδιο, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος στο πλαίσιο της συζήτησής του από την επιτροπή, αυτό αποτελεί προϊόν αρκετής προεργασίας και διαβούλευσης. Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποτελούν απλώς γραμμική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του επιτρόπου με τις οποίες ο ίδιος είναι σύμφωνος. Στην περίπτωση, ανέφερε, που προκύψουν θέματα υπερβολικού φόρτου εργασίας στα οποία το Γραφείο του επιτρόπου δεν μπορεί να αντεπεξέλθει, τότε ενδεχομένως να χρειαστεί να προβεί σε ανάθεση των εν λόγω θεμάτων σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες κάτι το οποίο άλλωστε επιτρέπεται με βάση το νόμο που διέπει τη λειτουργία του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον της, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις επί των δύο υπό εξέταση νομοσχεδίων:

1. Ο αναπληρωτής πρόεδρος και το μέλος της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάσσονται υπέρ της ψήφισής τους σε νόμο όπως αυτά έχουν τελικά τροποποιηθεί.

2. Τα μέλη της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, το μέλος της βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, το μέλος της βουλευτής της Αλληλεγγύης, το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, καθώς και το μέλος της ανεξάρτητη βουλευτής κ. Άννα Θεολόγου επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση των νομοσχεδίων στην ολομέλεια του σώματος.

Υπό το φως των πιο πάνω τοποθετήσεων, η επιτροπή με την παρούσα έκθεσή της υποβάλλει τα νομοσχέδια στην ολομέλεια του σώματος για τη λήψη τελικής απόφασης.

 

 

27 Ιουνίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων