Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια «Ο περί της Εφαρμογής του Κανονισμού (Ε.Ε.) αριθ. 910/2014, σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτοποίηση και τις Υπηρεσίες Εμπιστοσύνης για τις Ηλεκτρονικές Συναλλαγές στην Εσωτερική Αγορά, Νόμος του 2017» και «Ο περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Δημήτρης Δημητρίου, αναπλ. πρόεδρος Ευανθία Σάββα
Κώστας Κωνσταντίνου Χριστιάνα Ερωτοκρίτου
Άριστος Δαμιανού Κωστής Ευσταθίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 28 Μαρτίου, στις 18 Απριλίου και στις 16 Μαΐου 2018. Στο πλαίσιο των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, του Τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών του ίδιου υπουργείου, του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών, του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών, του Κυπριακού Οργανισμού Προώθησης Ποιότητας του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε ενώπιον της επιτροπής.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η θέσπιση νομοθεσίας για σκοπούς εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του Κανονισμού (Ε.Ε.) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της Οδηγίας 1999/93/ΕΚ (στο εξής “ο Κανονισμός”).

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, ώστε στον ορισμό του όρου “έγγραφο” να περιλαμβάνονται και οι ηλεκτρονικές σφραγίδες, οι ηλεκτρονικές χρονοσφραγίδες, τα ηλεκτρονικά έγγραφα και η ηλεκτρονική υπηρεσία συστημένης παράδοσης, όπως αυτά ορίζονται στον πιο πάνω Κανονισμό.

Σημειώνεται ότι μαζί με τα νομοσχέδια κατατέθηκαν στη Βουλή σχετικοί κανονισμοί που ρυθμίζουν την παροχή υπηρεσιών εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, οι οποίοι εξετάστηκαν μαζί με τα νομοσχέδια από την επιτροπή και θα προωθηθούν στην ολομέλεια της Βουλής για έγκριση σε μεταγενέστερο στάδιο.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει τα νομοθετήματα, όλες οι προτεινόμενες ρυθμίσεις προωθήθηκαν με πρωτοβουλία της Προεδρίας-Μονάδα Διοικητικής Μεταρρύθμισης, η οποία έθεσε ως προτεραιότητα την προώθηση της ηλεκτρονικής ταυτοποίησης και της παροχής και χρήσης ηλεκτρονικών υπογραφών. Στο πλαίσιο αυτό καταρτίστηκε σχέδιο υλοποίησης και εξασφαλίστηκε η σχετική τεχνογνωσία από Εσθονούς εμπειρογνώμονες, με βάση το πρωτόκολλο συνεργασίας που υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 2016. Ειδικότερα, το σχέδιο υλοποίησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. Την ετοιμασία εγγράφου πολιτικής και σχεδίου δράσης για την εξασφάλιση των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων με τους βασικούς άξονες που διέπουν τη λειτουργία και την υλοποίηση των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, καθώς και τη δημιουργία σχετικού οικοσυστήματος, εμπλέκοντας σταδιακά όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, δημόσιους οργανισμούς, ιδιωτικούς οργανισμούς και τους πολίτες, ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχής υιοθέτηση και η σωστή χρήση των ταυτοτήτων αυτών.

2. Τη διαδικασία για την προμήθεια και την παροχή των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων.

3. Την παροχή υπηρεσιών από το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, που θα χρησιμοποιούν τις ηλεκτρονικές ταυτότητες.

4. Την ενίσχυση και την αναθεώρηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, ώστε να επιτρέπεται και να διευκολύνεται η χρήση των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων και υπογραφών.

5. Τον επικοινωνιακό σχεδιασμό για την προβολή και την προώθηση της χρήσης των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, την εκπαίδευση των πολιτών και την προσαρμογή των διαδικασιών των τμημάτων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, για την ετοιμασία των υπό συζήτηση νομοθετημάτων υπήρξε συνεργασία μεταξύ του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων και του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Όπως ανέφεραν στην επιτροπή οι εκπρόσωποι των πιο πάνω υπουργείων, οι κυριότερες πρόνοιες του πρώτου νομοσχεδίου διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:

1. Τον καθορισμό του Τμήματος Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΤΗΕ) του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων ως αρμόδιας αρχής για την εφαρμογή του Κανονισμού.

2. Τον καθορισμό του ΤΗΕ ως εποπτικού φορέα, που θα είναι υπεύθυνος για την τήρηση εθνικού καταλόγου εμπίστευσης.

3. Τη συμπερίληψη διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες οι υπηρεσίες εμπιστοσύνης είναι δυνατόν να προσάγονται ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινικές και αστικές διαδικασίες ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, καθώς και να γίνονται δεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον διοικητικού οργάνου.

Αναφορικά με το δεύτερο νομοσχέδιο, οι ίδιοι εκπρόσωποι δήλωσαν ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του ορισμού του όρου “έγγραφο”, ώστε αυτός να περιλαμβάνει τις ηλεκτρονικές υπογραφές, τις ηλεκτρονικές σφραγίδες, τις ηλεκτρονικές χρονοσφραγίδες, τα ηλεκτρονικά έγγραφα και την ηλεκτρονική υπηρεσία συστημένης παράδοσης, καθίσταται δυνατή η προσκόμιση όλων των πιο πάνω ως αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές και αστικές διαδικασίες ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, καθώς και σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον διοικητικού οργάνου.

Στο πλαίσιο της κατ’ άρθρον μελέτης των υπό συζήτηση νομοθετημάτων, μέλη της επιτροπής προέβησαν σε παρατηρήσεις σε σχέση με επιμέρους διατάξεις του πρώτου νομοσχεδίου, με τις οποίες συμφώνησε η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, γι’ αυτό και σε συνεργασία με τους εκπροσώπους του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων υπέβαλε στην επιτροπή αναθεωρημένο κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου, στο οποίο επέφερε μεταξύ άλλων νομοτεχνικής φύσεως τροποποιήσεις, καθώς και τροποποιήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο νομοσχέδιο, έπειτα από σχετική παρατήρηση μέλους της επιτροπής, κρίθηκε σκόπιμο όπως ενσωματωθούν στο κείμενό του διατάξεις που προβλέπουν το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων εναντίον απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου.

Αναφορικά με το δεύτερο νομοσχέδιο, μέλος της επιτροπής εξέφρασε τις επιφυλάξεις του για την ανάγκη τροποποίησης του περί Αποδείξεως Νόμου, αναφέροντας ότι ο υφιστάμενος ορισμός του όρου “έγγραφο” ενδεχομένως να καλύπτει όλα τα ηλεκτρονικά μέσα και ίσως να είναι αχρείαστη η τροποποίησή του.

Τοποθετούμενη επί του πιο πάνω ζητήματος σε σημείωμά της, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Ο υφιστάμενος ορισμός του όρου “έγγραφο” όπως διατυπώνεται στον περί Αποδείξεως Νόμο δυνατόν να θεωρήθηκε ότι περιλαμβάνει και την αποδοχή της ηλεκτρονικής υπογραφής σε δικαστικές διαδικασίες, όπως αυτή περιλαμβανόταν στην Οδηγία 1999/93/ΕΚ σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές.

2. Ο Κανονισμός (Ε.Ε.) αριθ. 910/2014 εισάγει καινοτομίες σε σχέση με την Οδηγία 1999/93/ΕΚ, την οποία καταργεί, επεκτείνοντας την υποχρέωση των κρατών μελών να προσδώσουν νομική ισχύ σε όλες τις ηλεκτρονικές υπογραφές, τις ηλεκτρονικές σφραγίδες, τις ηλεκτρονικές χρονοσφραγίδες και τα ηλεκτρονικά έγγραφα.

Ειδικότερα, όσον αφορά την ηλεκτρονική υπογραφή, ο Κανονισμός τροποποιεί ουσιαστικά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σε σχέση με τη νομική ισχύ των ηλεκτρονικών υπογραφών.

Περαιτέρω, ακόμα και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο ορισμός του όρου “έγγραφο” περιλαμβάνει τις ηλεκτρονικές υπογραφές και τις προηγμένες ηλεκτρονικές υπογραφές, αυτός δεν καλύπτει τις εγκεκριμένες ηλεκτρονικές υπογραφές.

3. Σύμφωνα με τον πιο πάνω Κανονισμό, η εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή έχει νομική ισχύ ισοδύναμη με την ιδιόχειρη υπογραφή και, όταν αυτή εκδοθεί στη βάση εγκεκριμένου πιστοποιητικού το οποίο έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος, πρέπει να τυγχάνει αναγνώρισης στη Δημοκρατία. Επομένως, η Δημοκρατία οφείλει να διασφαλίσει τη νομική αναγνώριση και αποδοχή των υπογραφών αυτών.

4. Όσον αφορά τις ηλεκτρονικές σφραγίδες, τις ηλεκτρονικές χρονοσφραγίδες και τα ηλεκτρονικά έγγραφα, όπως προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού, δεν απορρίπτεται η νομική τους ισχύς και το παραδεκτό τους ως αποδεικτικών στοιχείων σε νομικές διαδικασίες μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτά είναι σε ηλεκτρονική μορφή.

5. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Δημοκρατία οφείλει να διασφαλίσει τη χρήση των ηλεκτρονικών σφραγίδων, των ηλεκτρονικών χρονοσφραγίδων και των ηλεκτρονικών εγγράφων ως αποδεικτικών στοιχείων σε όλες τις νομικές διαδικασίες. Η υποχρέωση αυτή είναι μια από τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που επιφέρει ο Κανονισμός.

6. Για το λόγο αυτό κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, αφού δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί ότι ο υφιστάμενος ορισμός του όρου “έγγραφο” περιλαμβάνει τις ηλεκτρονικές σφραγίδες, τις ηλεκτρονικές χρονοσφραγίδες και τα ηλεκτρονικά έγγραφα, καθώς αυτά αποτελούν δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή.

7. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και κυρίως για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή στη Δημοκρατία των διατάξεων του Κανονισμού, οι οποίες επιβάλλουν τη νομική αναγνώριση των ηλεκτρονικών εγγράφων, των ηλεκτρονικών χρονοσφραγίδων και των σφραγίδων στις εθνικές δικαστικές διαδικασίες, η θέση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας είναι ότι πρέπει να τροποποιηθεί ο περί Αποδείξεως Νόμος.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

Ο αναπληρωτής πρόεδρος και τα μέλη της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, καθώς και το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ υιοθετούν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των νομοσχεδίων και εισηγούνται στη Βουλή την ψήφισή τους σε νόμους, όπως το κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου έχει αναθεωρηθεί στη βάση των πιο πάνω.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση των νομοσχεδίων στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

29 Μαΐου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων