Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για την πρόταση νόμου «Ο περί Φυλακών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Ευανθία Σάββα
Δημήτρης Δημητρίου Χριστιάνα Ερωτοκρίτου
Άριστος Δαμιανού Πανίκος Λεωνίδου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε την πιο πάνω πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε στη Βουλή από τον πρόεδρό της κ. Γεώργιο Γεωργίου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 15 Νοεμβρίου 2017 και στις 18 Απριλίου και 2 Μαΐου 2018. Στο πλαίσιο των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Τμήματος Φυλακών του ίδιου υπουργείου, ο πρόεδρος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία και εκπρόσωποι του Συνδέσμου προς την Προάσπιση των Δικαιωμάτων των Φυλακισμένων και των Φίλων Φυλακισμένων-Σύλλογος Συμπαράστασης Φυλακισμένων Απόστολος Ονήσιμος”. Η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στις πιο πάνω συνεδρίες της επιτροπής.

Σκοπός της πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί Φυλακών Νόμου, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε κατάδικο που εκτίει ποινή φυλάκισης και πληρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις να υποβάλλει ενωρίτερα στο Συμβούλιο Αποφυλάκισης Κρατουμένων επ’ Αδεία το αίτημά του για την υπό όρους αποφυλάκισή του επ’ αδεία για συνέχιση της έκτισης του εναπομείναντος μέρους της ποινής του εκτός των φυλακών, αφού αφενός κατά τον υπολογισμό του χρόνου της εκτισθείσας ποινής φυλάκισης, που αποτελεί προϋπόθεση για την υποβολή τέτοιου αιτήματος, θα λαμβάνεται υπόψη η μείωση της ποινής που έχει εξασφαλίσει ή αναμένεται να εξασφαλίσει επί του συνόλου της ποινής του λόγω επίδειξης καλής διαγωγής και εργατικότητας, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του περί Φυλακών Νόμου, καθώς και η μείωση ή η αναστολή ή η μετατροπή της ποινής, δυνάμει του άρθρου 53.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και αφετέρου θα είναι δυνατή η υποβολή του εν λόγω αιτήματος μέχρι και έξι μήνες πριν από τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου φυλάκισης.

Ειδικότερα, αναλύοντας τις πρόνοιες της πρότασης νόμου ενώπιον της επιτροπής, ο εισηγητής της δήλωσε ότι αυτές αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση της πειθαρχίας που αφορά τους καταδίκους στις φυλακές, στην ομαλότερη επανένταξή τους στην κοινωνία, στη σύσφιγξη των σχέσεών τους με τις οικογένειές τους και γενικότερα στο σωφρονισμό τους, αφού αυτοί θα εργάζονται στην ελεύθερη κοινωνία, παραμένοντας στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο ίδιος, η πρόταση νόμου αποσκοπεί στην επιτάχυνση του χρονικού διαστήματος εξέτασης του αιτήματος για επ’ αδεία αποφυλάκιση κρατουμένου με την παροχή σ’ αυτόν της δυνατότητας να υποβάλει το αίτημά του μέχρι και έξι μήνες πριν συμπληρώσει τον καθοριζόμενο στο νόμο χρόνο φυλάκισής του. Συναφώς, η προτεινόμενη ρύθμιση αναμένεται ότι θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών με όλα τα θετικά συνεπακόλουθα.

Στο πλαίσιο της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής ο πρόεδρος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία εξέφρασε ορισμένες επιφυλάξεις, κυρίως όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων. Ειδικότερα, όπως ο ίδιος ανέφερε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς σε σχετικό υπόμνημά του προς την επιτροπή, το συμβούλιο, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, όταν υποβληθεί αίτημα από κρατούμενο για την υπό όρους αποφυλάκισή του επ’ αδεία, εξετάζει κατά πόσο πληρούνται οι προβλεπόμενες στον περί Φυλακών Νόμο προϋποθέσεις και, αν εξακριβώσει ότι ο κρατούμενος δεν έχει συμπληρώσει τον προβλεπόμενο χρόνο φυλάκισης, απορρίπτει το αίτημα ως πρόωρο, χωρίς να το εξετάσει επί της ουσίας. Ωστόσο, ο κρατούμενος δεν κωλύεται να υποβάλει εκ νέου αίτημα, όταν αυτός θα πληρεί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή όταν θα έχει εκτίσει το ήμισυ της επιβληθείσας από το δικαστήριο ποινής φυλάκισής του. Περαιτέρω, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αναφερόμενος στις προτεινόμενες ρυθμίσεις, επισήμανε ότι στην εφαρμογή τους ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην καθίσταται ακριβής ο καθορισμός του χρόνου υποβολής του αιτήματος από τον κρατούμενο προς το συμβούλιο, το οποίο δε θα είναι σε θέση να εξακριβώσει αν έχει συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος χρόνος έκτισης της ποινής φυλάκισης του κρατουμένου, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο κρατούμενος, ενώ έχει υποβάλει νόμιμα το αίτημά του, τιμωρείται από τη διεύθυνση των φυλακών με την απώλεια χάριτος αριθμού ημερών ως ποινή, λόγω πειθαρχικού παραπτώματος στο οποίο έχει υποπέσει, με αποτέλεσμα το συμβούλιο να μην είναι σε θέση να κρίνει αν το εν λόγω αίτημα είναι πρόωρο ή αν ορθώς υποβλήθηκε.

Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, η εκπρόσωπος του Τμήματος Φυλακών δήλωσε ότι, σε περίπτωση που ο αιτητής στο διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή του αιτήματός του μέχρι την εξέτασή του διαπράξει οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο η διεύθυνση των φυλακών τού επιβάλει ποινή, όπως αναφέρεται πιο πάνω, αυτομάτως ο χρόνος υποβολής του αιτήματος μετατίθεται και συνεπώς το αίτημα απορρίπτεται.

Στο πλαίσιο της περαιτέρω διεξαγωγής συζήτησης για την πρόταση νόμου, ο πρόεδρος του συμβουλίου εξέφρασε προβληματισμό για επιμέρους διατάξεις της βασικής νομοθεσίας, οι οποίες ενδεχομένως, σύμφωνα με τον ίδιο, να χρήζουν τροποποίησης. Συναφώς, η επιτροπή έκρινε σκόπιμο όπως τα ζητήματα αυτά μελετηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί των προνοιών της πρότασης νόμου κατά τη συζήτησή της στην ολομέλεια του σώματος.

15 Μαΐου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων