Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας και Φυσικών Πόρων για τον  αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Ενοποιήσεως και Αναδιανομής Αγροτικών Κτημάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018»

Παρόντες:

Αντρέας Καυκαλιάς, πρόεδρος Χαράλαμπος Πιττοκοπίτης
Μιχάλης Γιωργάλλας Ηλίας Μυριάνθους
Ονούφριος Κουλλά Χαράλαμπος Θεοπέμπτου
Ευθύμιος Δίπλαρος Μη μέλη της επιτροπής:
Δημήτρης Δημητρίου Κυριάκος Χατζηγιάννης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων, σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 20 Απριλίου 2018, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπρόσωπων στις 30 Μαρτίου 2018 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκαν ο Υπουργός Εσωτερικών, ο γενικός διευθυντής του υπουργείου και ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του ιδίου υπουργείου, καθώς και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Ενοποιήσεως και Αναδιανομής Αγροτικών Κτημάτων Νόμου, έτσι ώστε να καθοριστεί ότι για τους σκοπούς του εν λόγω νόμου ο όρος “Διευθυντής” σημαίνει το γενικό διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών αντί το Διευθυντή της Υπηρεσίας Αναδασμού, που προβλέπεται σε αυτόν.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 16 Απριλίου 2018, παρατίθενται αυτούσιοι πιο κάτω:

« 2.1. Με την πρόταση νόμου, που ψηφίσθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 30.3.2018, ο βασικός νόμος τροποποιήθηκε, με αποτέλεσμα η ερμηνεία του όρου «Διευθυντής» να σημαίνει πλέον το «Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών», εις αντικατάσταση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Αναδασμού. Η ως άνω τροποποίηση κρίνεται ως νομοτεχνικά προβληματική, τόσο για λόγους νομικούς και συγκεκριμένα αντισυνταγματικότητας, όσο και για λόγους που συναρτώνται με την εύρυθμη λειτουργία της διοικητικής δομής.

2.2. Ειδικότερα, η ως άνω τροποποίηση στο άρθρο 2 του βασικού νόμου κρίνεται ως ασύμβατη με τις διατάξεις του Συντάγματος καθότι παραβιάζει την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών στη βάση ειδικά των Άρθρων 54 και 58 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, παραβιάζονται οι διατάξεις του Άρθρου 54 του Συντάγματος, στο οποίο διευκρινίζεται ότι η ασκούμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο εκτελεστική εξουσία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει:

«... την γενική διεύθυνση και τον έλεγχο της διακυβέρνησης της Δημοκρατίας και τη διεύθυνση της γενικής πολιτικής..» καθώς και

«..τον συντονισμό και την εποπτεία όλων των δημοσίων υπηρεσιών..»,

καθώς και του Άρθρου 58.2.(α) του Συντάγματος, στις διατάξεις του οποίου διευκρινίζεται ότι η από έκαστο Υπουργό ασκούμενη εκτελεστική εξουσία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

«(α) την εκτέλεσιν των νόμων των σχετικών προς τας αρμοδιότητας του υπουργείου αυτού και την διοίκησιν πασών των εμπιπτόντων κατά τα γενικώς κρατούντα εις την αρμοδιότητα του υπουργείου αυτού των ζητημάτων και υποθέσεων,».

2.3. Ενώ παράλληλα και σε αντίθεση και/ή ασυμφωνία με το Σύνταγμα και κατά παραβίαση και του Άρθρου 179 του Συντάγματος, αφαιρείται από την εκτελεστική εξουσία και, συγκεκριμένα, από το αρμόδιο Υπουργικό Συμβούλιο και/ή τον αρμόδιο Υπουργό η εξουσία να ασκήσει καθήκοντα διοίκησης εντός του πεδίου της συνταγματικής και εκτελεστικής τους αρμοδιότητας.

2.4. Συνάγεται επομένως ότι διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, αφού κατά παράβαση των προνοιών του Συντάγματος, ως κατωτέρω στην παράγραφο 3 της παρούσης αναλυτικά επεξηγείται, η Βουλή των Αντιπροσώπων ανέλαβε αντισυνταγματικά πρωτοβουλία διαχείρισης της διοίκησης, ήτοι ενός τομέα που εκφεύγει εντελώς του πεδίου αρμοδιότητάς της, με τον καθορισμό του διοικητικού οργάνου που η ίδια κρίνει ως ορθότερο να είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που καθορίζει ο βασικός νόμος, αγνοώντας τις υφιστάμενες διοικητικές δομές και το νενομισμένο πλαίσιο δράσης του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών.

3. Ειδικότερα υπογραμμίζεται ότι η ρύθμιση που επιδιώχθηκε εν προκειμένω με πρόταση νόμου από μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων, κρίνεται ότι συνιστά αθέμιτη επέμβαση στο πεδίο δράσης της εκτελεστικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, συνιστά παραβίαση της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. Το Ανώτατο Δικαστήριο στη νομολογία του έχει αναγνωρίσει το συνταγματικό υπόβαθρο της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών (στηνΠρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 3, (2011) 3 ΑΑΔ 777”) και ότι, ειδικότερα, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών εκπορεύεται αδιαμφισβήτητα εκ του Κυπριακού Συντάγματος. Όπως έχει λεχθεί και πρόσφατα από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Αναφορά 2/2017 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 5.2.2018:

«Έχοντας εξετάσει το αναφυέν ζήτημα, υπενθυμίζεται ότι η διάκριση των εξουσιών είναι όχι μόνο διάχυτη στο συνταγματικό στερέωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά έχει πλειστάκις αναγνωρισθεί και επιβεβαιωθεί ως η αναγκαία υποστήλωση αυτής τούτης της πολιτειακής λειτουργίας, (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (2009) 3 Α.Α.Δ. 23 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 3/2014, ημερ. 31.10.2014). Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών απαγορεύει και αποκλείει την άσκηση ή την ανάληψη εξουσίας εκτός της σφαίρας της αντίστοιχης αρμοδιότητας εκάστης εκ των τριών πολιτειακών εξουσιών (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ. 3) (1994) 3 Α.Α.Δ. 93).».

3.1. Επίσης η θεωρία του διοικητικού δικαίου παρέχει καθοδήγηση και ενισχύει τη θέση ότι στην παρούσα περίπτωση η νομοθετική εξουσία έχει επέμβει αντισυνταγματικά στο πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Α. I. Τάχου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο» (Εκδ. 6η, Εκδ. Σάκκουλα, 2000), στις σελ. 32-33, «..δεν επιτρέπεται η νομοθετική λειτουργία να υποκαθιστά τη Διοικητική σε αρμοδιότητες που ανήκουν κατά το Σύνταγμα στην τελευταία..». [...] «Έτσι η διάκριση των Λειτουργιών [...] έχει την έννοια ότι και η Εκτελεστική-Διοικητική Λειτουργία είναι ανεξάρτητη, όπως και όσο ορίζει το Σύνταγμα, απέναντι τόσο στην Νομοθετική αλλά και στη Δικαστική». Στο πλαίσιο αυτό αντίκειται στο Σύνταγμα η υποκατάσταση της Βουλής με τυπικό νόμο σε ζήτημα ή υπόθεση διοικητικής φύσης.

3.1.1. Επίσης στο σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» (εκδ. Αθήνα, 2004) ο συγγραφέας προσεγγίζοντας το ζήτημα της διάκρισης των λειτουργιών το αξιολογεί ως περίπλοκο λόγω της απουσίας σαφών και συγκεκριμένων κριτηρίων, στη σελ. 20 του συγγράμματος του καταλήγει στα εξής:

«Πρέπει λοιπόν να περιοριστούμε στην διαπίστωση ότι η λειτουργική έννοια της νομοθεσίας περιλαμβάνει υπό ομαλές περιστάσεις την έκδοση κανόνων δικαίου που αφορούν το ιδιωτικό, ποινικό και δικονομικό δίκαιο, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ κράτους και ιδιωτών ή την κρατική οργάνωση, εφ’ όσον αναφέρονται σε θέματα γενικής, αφηρημένης και μακροχρόνια φύσεως ή σημαντικής σπουδαιότητας. Η ρύθμιση όλων των άλλων θεμάτων καθώς και η αντιμετώπιση ειδικών και συγκεκριμένων προβλημάτων αποτελεί διοίκηση υπό τη λειτουργική της έννοια.».

3.1.2. Το Ανώτατο Δικαστηρίο έχει ήδη δε τοποθετηθεί επί παρόμοιου σημείου στην Αναφορά 1/2012, στην Γνωμάτευσή του “Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2), (2013) 3 Α.Α.Δ. 178” ημερομηνίας 13.4.2013:

«Με τον προτεινόμενο τροποποιητικό νόμο καταργείται η Συμβουλευτική Επιτροπή και στη θέση της καθιδρύεται Τεχνική Επιτροπή, η σύνθεση της οποίας παραμένει ουσιαστικά η ίδια, με την προσθήκη του Γενικού Λογιστή ή εκπροσώπου του και του δικαιώματος να παρακάθηται ως παρατηρητής ο Γενικός Ελεγκτής, αλλά η ουσία είναι ότι με το προτεινόμενο νέο εδάφιο 3 του άρθρου 8, η Τεχνική Επιτροπή αποκτά το αποκλειστικό δικαίωμα διαπραγμάτευσης των όρων και των προνοιών συμβολαίων για εκμετάλλευση υδρογονανθράκων. Παραμένει μόνο στον Υπουργό, εφόσον η Τεχνική Επιτροπή κρίνει ότι μία διαπραγμάτευση είναι επιτυχής, να ενημερωθεί σχετικά και να υποβάλει στο Υπουργικό Συμβούλιο την απόφαση της Τεχνικής Επιτροπής για έγκριση, απόρριψη ή παραπομπή στην Τεχνική Επιτροπή για περαιτέρω διαπραγμάτευση.

Είναι έτσι προφανής από τα πιο πάνω η παραβίαση της αρχής της διάκρισης μεταξύ της Πολιτικής Εξουσίας και της Διοικητικής Λειτουργίας, αλλά και της διάκρισης των εξουσιών, διότι η τυχόν τελική έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο είναι απλώς διαπιστωτική και χωρίς ουσία, εφόσον η διαπραγμάτευση και οι όροι των συμβολαίων γίνονται αποκλειστικά από την Τεχνική Επιτροπή, χωρίς ο Υπουργός ή το Υπουργικό Συμβούλιο να μπορούν να διαπραγματευτούν οι ίδιοι.

Από δε την έκθεση της Πρότασης Νόμου διαφαίνεται ότι σκοπός του νόμου είναι η στέρηση των εξουσιών της Πολιτικής και Εκτελεστικής Εξουσίας, που τους παρέχονται από τα σχετικά Άρθρα του Συντάγματος σε ένα μείζον θέμα άσκησης Πολιτικής Εξουσίας. Όπως αναφέρεται στην Πρόταση Νόμου, σκοπός της είναι «ο έλεγχος και η σωστή εκτίμηση των συμβολαίων σε θέματα υδρογονανθράκων» και ότι έτσι «διασφαλίζεται επίσης ότι η ευθύνη για τέτοια εργασία δεν θα την έχει ο εκάστοτε Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού γιατί η θέση του Υπουργού είναι πολιτική».

Γνωματεύουμε πως τα άρθρα 2, 4, 6, 7 και 9 του επίδικου νόμου είναι αντίθετα με τις πρόνοιες των Άρθρων 46, 54 και 58 του Συντάγματος και οδηγούν σε παραβίαση της Συνταγματικής Επιταγής της Αρχής της Διάκρισης μεταξύ Πολιτικής Εξουσίας και Διοικητικής Λειτουργίας και είναι ασύμφωνες με την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.».

3.1.3. Είναι επίσης σχετική η Γνωμάτευση του Ανώτατου Δικαστηρίου στις Αναφορές 1/94 κ.α., “ Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3), (1994) 3 Α.Α.Δ. 93 ” ημερομηνίας 28.2.1994:

«Η απόφαση ευρίσκεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος που περιορίζουν την αρμοδιότητα της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη θεσμοθέτηση κανόνων δικαίου στην άσκηση της Νομοθετικής λειτουργίας -Άρθρο 61- και αποκλείουν επέμβαση στον τομέα της Εκτελεστικής λειτουργίας που κατανέμεται από το Σύνταγμα στα όργανα ή τις αρχές της Εκτελεστικής Εξουσίας και, κατά κύριο λόγο, στο Υπουργικό Συμβούλιο - Άρθρο 54 - και παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των Εξουσιών.

Οι λόγοι για τους οποίους αγόμεθα σ’ αυτή την κατάληξη είναι, συνοπτικά, οι εξής:

(Α) Η αρχή της διάκρισης των Εξουσιών απαγορεύει και αποκλείει την άσκηση ή την ανάληψη εξουσίας έξω από τη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της κάθε μιας από τις τρεις Εξουσίες της Πολιτείας. Οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση άσκηση αρμοδιότητας έξω από το καθορισμένο πεδίο των λειτουργιών της κάθε Εξουσίας αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των Εξουσιών και προσκρούει στις διατάξεις του Συντάγματος που κατανέμουν την κρατική εξουσία στους αντίστοιχους φορείς της. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων (1992)3 Α.Α.Δ. 458 κηρύχθηκε αντισυνταγματικός ο περί Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμος, ο οποίος είχε ως αντικείμενο, μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων, την παράταση της θητείας των μελών της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η χρονική διάρκεια της θητείας των μελών της Επιτροπής ρυθμίζεται από τη νομοθεσία· όχι όμως ο διορισμός ή η παράταση της θητείας των μελών της Επιτροπής που αποτελεί διοικητική ενέργεια και επομένως πτυχή της Εκτελεστικής λειτουργίας. Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ ν Δήμου Λεμεσού (1993) 3 Α.Α.Δ. 25 επισημαίνεται ότι “... αποκλείεται η επέμβαση της Νομοθετικής Εξουσίας, κάτω από οποιοδήποτε μανδύα, στην εκπλήρωση του διοικητικού έργου.”. Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση εκείνη ότι εφόσον η έκδοση και η ανάκληση ή ακύρωση διατάγματος απαλλοτρίωσης γης συνιστούν πτυχή της διοικητικής λειτουργίας, η κατάργηση με νόμο διαταγμάτων απαλλοτρίωσης συνιστούσε επέμβαση στον τομέα της Εκτελεστική Εξουσίας κατ’ αντίθεση προς την αρχή της διάκρισης των Εξουσιών και, επομένως, κρίθηκε αντισυνταγματική.

(Β) Με την απόφαση σκοπείται, όπως προκύπτει από το αίτημα για την έκδοσή της και όπως υπέβαλε ο δικηγόρος της Βουλής, η θεσμοθέτηση υποχρέωσης για την ανάληψη διοικητικής δράσης προκαθορισμένου περιεχομένου, δηλαδή η αναίρεση διοικητικής απόφασης. Η αρχή της διάκρισης των Εξουσιών επιβάλλει το διαχωρισμό και καθιερώνει την αυτονομία της κάθε Εξουσίας στον τομέα της. Καμιά από τις δύο Εξουσίες, η Νομοθετική και η Εκτελεστική, δεν είναι θεσμικά υπόλογη στην άλλη για την εκτέλεση του έργου της. Κάθε μια από τις δύο Εξουσίες είναι υπόλογη στο λαό, στον οποίο ανήκει και ο λόγος για την ανάθεση της εντολής στη Βουλή για την άσκηση της Νομοθετικής Εξουσίας και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη διασφάλιση της άσκησης της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Με την απόφαση της 13/5/1993, η Βουλή επιχειρεί να επιβάλει υποχρέωση στην Εκτελεστική Εξουσία, (α) για τη λήψη διοικητικής απόφασης και (β) για τον καθορισμό του περιεχομένου της. Η απόφαση ευρίσκεται έξω από το νομοθετικό πεδίο και παράλληλα συνιστά επέμβαση στο πεδίο της Εκτελεστικής Εξουσίας. Το αντικείμενο της Αναφοράς είναι απόφαση της Βουλής με την οποία επιδιώκεται η γένεση δικαιϊκής υποχρέωσης με την έκδοσή της, βάσει του Άρθρου 52 του Συντάγματος. Δεν αμφισβητείται το δικαίωμα της Βουλής να κρίνει ή να επικρίνει το κυβερνητικό έργο, να παίρνει πολιτικές θέσεις ή να προβαίνει σε εισηγήσεις για την καλύτερη λειτουργία της Εκτελεστικής Εξουσίας. Αποφάσεις εκείνης της κατηγορίας, με τις οποίες δε σκοπείται η γένεση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με την έκδοσή τους, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.».

3.1.4. Στην παρούσα περίπτωση, ο καθορισμός του διοικητικού οργάνου που θα αντικαταστήσει το Διευθυντή του Τμήματος Αναδασμού στα καθήκοντά του αποτελεί κατεξοχήν ενάσκηση διοίκησης, δεδομένου ότι αφενός ρυθμίζει τη διοικητική οργάνωση με τη ρύθμιση εντός τεχνικού, ειδικού και συγκεκριμένου ζητήματος, ενώ αφετέρου δεν εντοπίζεται να γίνεται από μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων ρύθμιση οιουδήποτε κανόνα δικαίου ή να επιδιώκεται κάποια γενική και αφηρημένη ρύθμιση.

3.2. Πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, η συγκεκριμένη διάταξη κρίνεται ως νομοτεχνικά δυσλειτουργική, καθότι ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση ως προς τον τρόπο εφαρμογής της προτεινόμενης τροποποίησης έναντι άλλων διατάξεων του βασικού νόμου, όπως αυτές του άρθρου 3 και του άρθρου 10 -όπου ο Διευθυντής καλείται να προεδρεύει των Επιτροπών Ενοποιήσεως και Αναδιανομής- καθώς και του 43Β, καθότι σε αυτές καθορίζονται καθήκοντα που δεν συνάδουν με τον γενικό εποπτικό ρόλο του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών. Σημειώνεται δε ότι τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών καθορίζονται ήδη διά νόμου, διά του δημοσιευθέντος Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης (αντίγραφο επισυνάπτεται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ), κατά τρόπο νομοθετικά δεσμευτικό.

3.3. Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι η διάταξη για ανάληψη των καθηκόντων της καταργηθείσας θέσης του Διευθυντή του Τμήματος Αναδασμού από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών κρίνεται ανεδαφική και πρακτικά αδύνατη λόγω της φύσης των εργασιών των κατά τόπους «Επιτροπών Ενοποιήσεως και Αναδιανομής», αλλά και λόγω των ήδη ανειλημμένων υποχρεώσεων του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών και των ήδη καθορισμένων διοικητικών καθηκόντων της θέσης του που είναι αδύνατο να εγκαταλείψει ή να ασκήσει συνδυαστικά.

3.4. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης του ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών ασκεί γενική διοικητική εποπτεία ενώ ουσιώδης αρμοδιότητά του είναι ο συντονισμός των εργασιών των Τμημάτων/Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, αρμοδιότητα που νοθεύεται με την προτεινόμενη τροποποίηση, καθ’ ο μέτρο καλείται να αναλάβει εκτελεστικό ρόλο στις εργασίες ενός Τμήματος, το οποίο θεσμικά καλείται παράλληλα να εποπτεύσει. Στο πλαίσιο αυτό, η ιεραρχική διοικητική ανισοσκέλεια που δημιουργείται δεν είναι θεμιτή κατά τη λήψη διοικητικών αποφάσεων και ενδέχεται να δημιουργήσει θεσμικό κενό καθότι το ίδιο άτομο θα καλείται να λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις τις οποίες αργότερα θα πρέπει να αξιολογεί ως διοικητικός προϊστάμενος των εμπλεκομένων Τμημάτων. Περαιτέρω, ο Γενικός Διευθυντής, ως εκ της θέσεως του, δεν δύναται να εμπλέκεται σε ενέργειες όπως οι καθοριζόμενες στις διατάξεις του άρθρου 11 του βασικού νόμου, ήτοι αγορά, ανταλλαγή, πώληση, μίσθωση, υποθήκευση, ανάπτυξη και διαχείριση ακινήτων στις επηρεαζόμενες από τον αναδασμό περιοχές, καθώς και σύναψη δανείων, κτήση και διάθεση ιδιοκτησίας κλπ., η φύση των οποίων ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την υπόσταση της θέσης του Γενικού Διευθυντή. Ενδέχεται επίσης να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα κατά την εξέταση ιεραρχικών προσφυγών βάσει του άρθρου 13 του νόμου, καθότι αποφάσεις του Γενικού Διευθυντή, ως Προέδρου των προαναφερθέντων Επιτροπών, θα εξετάζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, δηλαδή τον πολιτικό προϊστάμενο του, μέσω προφανώς αχαρτογράφητων διαδικασιών.

3.5. Καίτοι δε, με την Απόφαση Αρ. 82.881, ημερομηνίας 20.06.2017, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει καταργήσει τη θέση του Διευθυντή του Τμήματος Αναδασμού, με στόχο να υπαχθεί η Υπηρεσία Αναδασμού και το προσωπικό αυτής από το Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος στο Υπουργείο Εσωτερικών, η ρύθμιση που καθορίζεται με την πρόταση νόμου, όχι μόνο δεν επιτυγχάνει την ομαλή διοικητική μετάβαση της Υπηρεσίας Αναδασμού σε τυπικό και ουσιαστικό/λειτουργικό διοικητικό επίπεδο από το Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος στο Υπουργείο Εσωτερικών, αλλά σε πρακτικό επίπεδο περιπλέκει αχρείαστα τη διαδικασία αυτή.

3.6. Τέλος, επισύρεται η προσοχή στο ότι στην Αιτιολογική Έκθεση που συνοδεύει την ψηφισθείσα πρόταση νόμου, ως σκοπός της τροποποίησης ορίζεται: «…η κάλυψη του κενού που δημιουργήθηκε με την κατάργηση της θέσης του Διευθυντή της Υπηρεσίας Αναδασμού προκειμένου να καταστεί δυνατή η εύρυθμη λειτουργία της εν λόγω υπηρεσίας και παράλληλα η επιτέλεση της αποστολής της». Εκ της συγκεκριμένης διατύπωσης συνάγεται ότι στόχος της τροποποίησης ήταν να ρυθμιστεί η διοικητική δομή, κατά τρόπο τέτοιο ώστε κατά την κρίση των υπογράφοντων την Αιτιολογική Έκθεση να αντιμετωπιστεί το διοικητικό κενό που είχε διαπιστωθεί και να καταστεί εύρυθμη η λειτουργία της Υπηρεσίας Αναδασμού. Ο στόχος όμως αυτός, πέραν του ότι δηλοί ότι ένα κατ’ εξοχήν ζήτημα διοικητικής λειτουργίας και διοικητικών ρυθμίσεων αποτελεί το αντικείμενο μίας πρότασης νόμου κατά τρόπο αντισυνταγματικό, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την προτεινόμενη ρύθμιση δεδομένου ότι η επιλογή ανάθεσης της σχετικής διοικητικής αρμοδιότητας στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών θα καταστήσει δυσλειτουργικό το νόμο, δημιουργεί ζητήματα αντιφατικότητας στις ρυθμίσεις του βασικού νόμου, ενώ παραβλέπει και τυπικά παραβιάζει, ενδεχομένως, και το οικείο σχέδιο υπηρεσίας. Σημειώνεται δε, ότι αναφορικά με το διαπιστωθέν κενό έγιναν ακόμα και εισηγήσεις εκ μέρους αρμόδιων κυβερνητικών λειτουργών κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για εξεύρεση εφικτών και εναλλακτικών λύσεων, οι οποίες δεν εισακούστηκαν.».

Εν κατακλείδι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη σχετική επιστολή του αναφέρει ότι ο αναπεμφθείς νόμος κρίνεται ως αντισυνταγματικός, καθότι προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και είναι πρόσθετα δυσλειτουργικός, ενώ η εφαρμογή διατάξεών του όπως διαμορφώθηκαν καθίσταται ιδιαίτερα περίπλοκη έως ανέφικτη και σε πρακτικό επίπεδο η εφαρμογή και η λειτουργία του Νόμου, με τον τρόπο που διαμορφώνονται οι διατάξεις του, κρίνονται ως ατελείς, με αποτέλεσμα να προκύπτουν ουσιώδη διοικητικά και νομικά προβλήματα.

Στο πλαίσιο της επανεξέτασης του αναπεμφθέντος νόμου ο Υπουργός Εσωτερικών ανέφερε ότι συμφωνεί με τους λόγους της αναπομπής όπως αυτοί επεξηγούνται εκτενώς στην πιο πάνω επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι η εκτελεστική εξουσία έχει προχωρήσει στην ετοιμασία σχετικών νομοθετημάτων, έτσι ώστε να αποκατασταθεί άμεσα η εύρυθμη λειτουργία του θεσμού του αναδασμού. Επιπρόσθετα, ο ίδιος δεσμεύτηκε ενώπιον της επιτροπής ότι αναμένεται εντός των προσεχών ημερών να προωθηθούν τα εν λόγω νομοθετήματα για έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού προηγουμένως ολοκληρωθεί η νομοτεχνική επεξεργασία τους.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας επιβεβαίωσε ότι ο νομοτεχνικός έλεγχος των προαναφερόμενων νομοθετημάτων θα ολοκληρωθεί εντός των προσεχών ημερών.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και το μέλος της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, της Αλληλεγγύης και του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί της αναπομπής κατά τη συζήτησή της ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάχθηκαν υπέρ της αποδοχής της αναπομπής.

Υπό το φως των πιο πάνω θέσεών της, η επιτροπή υποβάλλει στην ολομέλεια του σώματος την παρούσα έκθεσή της για λήψη τελικής απόφασης επί της αναπομπής.

 

20 Απριλίου 2018

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων