Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Αντρέας Φακοντής, πρόεδρος Μαρίνος Μουσιούττας
Σκεύη Κούτρα Κουκουμά Ηλίας Μυριάνθους
Ανδρέας Κυπριανού Γιώργος Περδίκης
Μαριέλλα Αριστείδου Μη μέλη της επιτροπής:
Σόλων Κασίνης Ονούφριος Κουλλά

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επανεξέτασε σε συνεδρία της, ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2017, τον πιο πάνω νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων την 1η Δεκεμβρίου 2017 και αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη 19η Δεκεμβρίου 2017, κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στην πιο πάνω συνεδρία κλήθηκαν και παρευρέθηκαν η Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Στην εν λόγω συνεδρία παρέστησαν επίσης ο Πρόεδρος της Βουλής και η γενική διευθύντρια της Βουλής.

Όπως είναι γνωστό, ο αναπεμφθείς νόμος κατατέθηκε στη Βουλή υπό τη μορφή πρότασης νόμου με την οποία σκοπείτο η τροποποίηση του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα υποβολής αίτησης για την παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε πρόσωπο που είναι χαμηλοσυνταξιούχος και δεν υπέβαλε αίτηση για την παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 35 του βασικού νόμου, αλλά ούτε και βάσει των διατάξεων του νόμου όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τις οποίες παραχωρείται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δικαίωμα υποβολής αίτησης ανεξάρτητα από την πιο πάνω προθεσμία.

Οι λόγοι της αναπομπής του νόμου, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 19 Δεκεμβρίου 2017, εκτίθενται αυτούσιοι πιο κάτω:

«Το άρθρο 2 του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2017, που αφορά σε τροποποίηση του άρθρου 39 του βασικού νόμου, ορίζει ότι από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ψηφισθέντος Νόμου δύναται να υποβληθεί αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος από χαμηλοσυνταξιούχο ο οποίος δεν υπέβαλε την εν λόγω αίτηση εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 35 του βασικού νόμου.

Το άρθρο 35 του βασικού νόμου προβλέπει ότι οποιοσδήποτε είναι δικαιούχος του Σχεδίου Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα (“χαμηλοσυνταξιούχος”) πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του βασικού νόμου μπορούσε να υποβάλει αίτηση για Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2014. Με τον περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2014, Ν. 173(Ι)/2014, οι αιτήσεις που υποβάλλονταν μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου 2014 μπορούσαν να θεωρηθούν εμπρόθεσμες για τους σκοπούς του υπό αναφορά άρθρου. Σημειώνεται ότι μεταξύ Ιουλίου 2014 και Νοεμβρίου 2014 είχε πραγματοποιηθεί εκτεταμένη εκστρατεία ενημέρωσης του κοινού για την υποχρέωση υποβολής των σχετικών αιτήσεων. Στο πλαίσιο της εκστρατείας αποστάληκαν προσωπικές επιστολές σε όλους τους λήπτες του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου, με την οποία ενημερώθηκαν σχετικά με την υποχρέωσή τους αυτή. Σημειώνεται περαιτέρω ότι όλες οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν από χαμηλοσυνταξιούχους μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου 2014 έγιναν δεκτές ως εμπρόθεσμες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 του βασικού νόμου.

Το άρθρο 35 του βασικού νόμου καθορίζει ότι το δικαίωμα χαμηλοσυνταξιούχου παύει να υφίσταται και το πρόσωπο αυτό παύει να θεωρείται χαμηλοσυνταξιούχος, εκτός εάν υποβληθεί αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος μέσα στις προθεσμίες που αναφέρονται ανωτέρω. Σε αυτή την περίπτωση καθορίζεται ότι το δικαίωμα παροχής επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου συνεχίζει να υφίσταται μόνο μέχρι την ημερομηνία λήψης τελικής απόφασης σχετικά με την αίτηση για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και υπό την προϋπόθεση ότι για τον ίδιο μήνα δεν θα καταβληθεί ταυτόχρονα το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου και το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα μαζί.

Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις της Νομοθεσίας τα πρόσωπα τα οποία λάμβαναν το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου κατά την υπό αναφορά περίοδο και δεν υπέβαλαν αίτηση για Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα μέχρι τις 30/11/2014 έπαψαν να θεωρούνται χαμηλοσυνταξιούχοι και να λαμβάνουν το σχετικό επίδομα. Τα πρόσωπα αυτά με βάση τα άρθρα 4 και 5 του βασικού νόμου δεν απώλεσαν όμως το δικαίωμα υποβολής αίτησης για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος οποτεδήποτε.

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ουσιαστικά ο σκοπός του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2017 δεν είναι η παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος σε πρόσωπα που ήταν δικαιούχοι του Σχεδίου Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα και τα οποία δεν υπέβαλαν εμπρόθεσμα αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, αλλά η επαναφορά αυτών των προσώπων στο Σχέδιο Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα, εφόσον έπαυσαν να θεωρούνται δικαιούχοι, επειδή δεν υπέβαλαν έγκαιρα αίτηση για Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Κατά την έναρξη ισχύος του βασικού νόμου, δηλαδή κατά τον Ιούλιο 2014, συμμετείχαν στο Σχέδιο Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα 43.077 νοικοκυριά, εκ των οποίων 11.484 δεν υπέβαλαν την προβλεπόμενη αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου 2014, με αποτέλεσμα να τερματιστεί η παροχή του Επιδόματος Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα σε αυτά τα πρόσωπα.

Ο τερματισμός της παροχής του εν λόγω επιδόματος που οφειλόταν στη μη εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεων για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος οδήγησε στην μείωση της ετήσιας δαπάνης για το Σχέδιο Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλό Εισοδήματα κατά €18.156.000. Συνεπώς, με την επαναφορά της δυνατότητας αυτών των συνταξιούχων να λαμβάνουν το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχων μέσω της ψήφισης του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2017 αυξάνονται οι δαπάνες του κράτους με μέγιστο ποσό τα €18.156.000, σε περίπτωση που υπέβαλλαν αίτηση με βάση τον ψηφισθέντα Νόμο όλα τα πρόσωπα.

Το Άρθρο 80 του Συντάγματος προβλέπει ότι καμία πρόταση νόμου που συνεπάγεται αύξηση των εξόδων που προβλέπονται από τον Προϋπολογισμό δεν δύναται να υποβληθεί από βουλευτή. [Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (2001) 3Α. Α.Α.Δ. 519, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων (2011) 3Α. Α.Α.Δ. 72].

Ο σκοπός του Συνταγματικού Νομοθέτη είναι η απόδοση αποκλειστικής εξουσίας για την ετοιμασία του προϋπολογισμού και τον καθορισμό των δαπανών του κράτους στην Εκτελεστική Εξουσία, αφού θα μπορούσε πρόταση Νόμου να επιβαρύνει και να αυξάνει τα έξοδα όλων των προϋπολογισμών πέραν του τρέχοντος και ήδη εγκριθέντος, χωρίς την συναίνεση της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Οι πρόνοιες του υπό αναπομπή Νόμου επιφέρουν αύξηση των κατά τα άλλα προβλεπόμενων δαπανών κατά τον τρόπο που έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, προσκρούουν στις διατάξεις του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματικές, καθώς και ασύμβατες με την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Περαιτέρω, η ρύθμιση του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2017 παραβιάζει την αρχή της ισότητας όπως αυτή διασφαλίζεται με βάση το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Στην εν λόγω ρύθμιση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασφαλιστική δικλείδα, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που επέλεξαν να μην υποβάλουν αίτηση εντός των προθεσμιών που υπάρχουν στο βασικό νόμο και θα υποβάλουν αίτηση με βάση τον περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2017 θα κριθούν με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά τη λήξη της προθεσμίας στις 30 Νοεμβρίου 2014. Τα πρόσωπα αυτά ενδέχεται να κατείχαν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και καταθέσεις και είχαν έκτοτε την ευκαιρία να τα αποξενώσουν, χωρίς να είναι δυνατός ο έλεγχος αυτών των στοιχείων κατά την εξέταση της αίτησης που πιθανό να υποβάλουν με βάση τον περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2017. Σημειώνεται ότι το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου παρέχεται σε πρόσωπα των οποίων τα εισοδήματα είναι κάτω από το όριο της φτώχειας, όπως αυτό καθορίζεται με σχετική Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή τα €10.324 για ένα μονήρες πρόσωπο ή τα €15.486 για ένα ζεύγος, ετησίως.

Βάσει του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2017, τα πρόσωπα που επέλεξαν να μην υποβάλουν αίτηση εντός των προθεσμιών που ορίζονται στον βασικό νόμο θα αξιολογηθούν με διαφορετικά πραγματικά δεδομένα σε σχέση με την πλειοψηφία των ληπτών του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχων οι οποίοι υπέβαλαν εμπρόθεσμα αίτηση μέχρι τις 30/11/2014 και οι οποίοι αξιολογήθηκαν με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το 2014. Κατά συνέπεια, με την εφαρμογή του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2017 είναι δυνατό να επωφεληθούν του Σχεδίου πρόσωπα που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν δικαιούνταν να είναι δικαιούχοι του Σχεδίου και κατά την χρονική περίοδο που μεσολάβησε είχαν την ευκαιρία να προχωρήσουν σε αποξενώσεις καταθέσεων και άλλων περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων για τις οποίες δεν θα οφείλουν, με βάση τον περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2017, να υποβάλουν οποιαδήποτε στοιχεία. Κατά συνέπεια, προκύπτει άνιση μεταχείριση των πολιτών, αφού θα κριθούν με διαφορετικά κριτήρια παρόλο που έχουν όμοια δεδομένα. Η ύπαρξη άνισης μεταχείρισης με την εν λόγω ρύθμιση ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι στον περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρύθμιση αναφορικά με οποιαδήποτε αναδρομικά δικαιώματα που θα προκύψουν στα πρόσωπα που θα επωφεληθούν από το τροποποιημένο άρθρο 39, είτε δικαιώματα σε σχέση με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα είτε σε σχέση με το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 39(6) του βασικού νόμου προέβλεψε ότι από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2015 παρέχετο η δυνατότητα να υποβληθεί αίτηση για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος από χαμηλοσυνταξιούχο ο οποίος δεν υπέβαλε την εν λόγω αίτηση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 35 για ανυπέρβλητους προσωπικούς λόγους ή για σοβαρούς λόγους υγείας, χωρίς όμως αυτή η δυνατότητα να τους παρέχει δικαίωμα σε αναδρομική καταβολή του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου. Τέτοια ρύθμιση δεν προβλέπεται στο άρθρο 39 όπως τροποποιήθηκε με την πρόταση νόμου, με αποτέλεσμα τα άτομα που θα επωφεληθούν από αυτή τη ρύθμιση να λάβουν πολύ περισσότερα δικαιώματα από αυτούς που υπέβαλαν εμπρόθεσμα τις αιτήσεις τους.

Πέραν των πιο πάνω ζητημάτων αντισυνταγματικότητας, προκύπτουν επιπρόσθετα και άλλα ζητήματα προβληματικής νομοθετικής ρύθμισης. Η τροποποίηση του άρθρου 39, που έγινε με τον περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2017, δεν προβλέπει για οποιαδήποτε διασύνδεση της εφαρμογής των διατάξεών του με τις διατάξεις του άρθρου 35 του βασικού νόμου, με βάση το οποίο παρέχεται δικαίωμα επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο βασικός νόμος ήδη επιτρέπει σε όλα τα πρόσωπα που ήταν χαμηλοσυνταξιούχοι και τα οποία δεν υπέβαλαν αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 35 του βασικού νόμου να υποβάλουν οποτεδήποτε το επιθυμούν αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, αλλά χωρίς να αποκτούν δικαίωμα για επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου.

Παρόλο που όπως προκύπτει από την σελίδα 2 της Έκθεσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας ημερομηνίας 27.11.2017 η “προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στην άρση του χρονικού ή και άλλου περιορισμού στην υποβολή αιτήσεων από χαμηλοσυνταξιούχους, προκειμένου αυτοί να καταστούν δικαιούχοι του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου, το οποίο επικράτησε να αναφέρεται ως συμπληρωματική σύνταξη”, εντούτοις η νομοθετική ρύθμιση είναι προβληματική, γιατί δεν συνδέει το δικαίωμα που παρέχεται με το τροποποιημένο άρθρο 39 με την ιδιότητα του συνταξιούχου που ήθελε να προσδώσει ο νομοθέτης της πρότασης νόμου».

Σημειώνεται ότι στην ίδια επιστολή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενημερώνει τον Πρόεδρο της Βουλής ότι, ανεξαρτήτως των λόγων αναπομπής, υιοθετεί το δικαίωμα της εκπρόθεσμης υποβολής αίτησης από χαμηλοσυνταξιούχο, για να καταστεί δικαιούχος του επιδόματος με βάση το Σχέδιο Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα, χωρίς όμως αυτό το δικαίωμα να καταλήγει σε παραβίαση της αρχής της ισότητας και με ασφαλιστικές δικλίδες, έτσι ώστε να μη δοθεί το δικαίωμα σε όσους αποξένωσαν μεγάλα ποσά καταθέσεων να λαμβάνουν επίδομα που δίδεται σε νοικοκυριά που είναι κάτω από το όριο της φτώχιας. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχει ετοιμάσει σχετικό νομοσχέδιο, το οποίο εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 19 Δεκεμβρίου 2017 και το οποίο θα σταλεί μέσω των καθορισμένων διαδικασιών για κατεπείγουσα εξέταση από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή είχε την ευκαιρία να ενημερωθεί για το περιεχόμενο του αναφερόμενου στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας νομοσχεδίου στα πλαίσια της συνεδρίας της για την υπό εξέταση αναπομπή.

Στο στάδιο της εξέτασης της αναπομπής από την επιτροπή η Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υποστήριξε κατά την τοποθέτησή της ότι, πέρα από την αντισυνταγματικότητα του αναπεμφθέντος νόμου, με αυτόν παρέχεται δυνατότητα υποβολής αίτησης για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, δικαίωμα το οποίο παρέχεται ούτως ή άλλως από την υφιστάμενη νομοθεσία και ως εκ τούτου δε χρειάζεται καμία νομοθετική ρύθμιση. Αυτό που επιχειρήθηκε και δεν επιτεύχθηκε με την εν λόγω πρόταση, όπως δήλωσε η ίδια, ήταν η παροχή δικαιώματος υποβολής αίτησης σε πρόσωπο που είναι χαμηλοσυνταξιούχος για λήψη επιδόματος με βάση το Σχέδιο Ενίσχυσης Συνταξιούχων με Χαμηλά Εισοδήματα. Επίσης, η Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανέφερε ότι το κείμενο του νόμου που αναπέμφθηκε παρουσιάζει νομοθετικές ελλείψεις οι οποίες χρήζουν περαίτερω βελτίωσης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα αποφάσισε να αποδεχθεί την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ωστόσο, ο πρόεδρος, καθώς και μέλη της επιτροπής επισήμαναν ότι οι όποιες ελλείψεις/κενά, καθώς και οι τυχόν εισηγήσεις της Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για αντιμετώπιση αυτών θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη στο στάδιο της διαμόρφωσης του κειμένου της πρότασης νόμου, πριν αυτή ψηφισθεί σε νόμο από την ολομέλεια του σώματος, εάν αυτές είχαν επισημανθεί και αναφερθεί έγκαιρα από τους εκπροσώπους του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο πλαίσιο της μελέτης της εν λόγω πρότασης νόμου.

 

 

 

29 Δεκεμβρίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων