Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Ελένη Μαύρου, πρόεδρος Γιώργος Κάρουλλας
Γιώργος Τ. Γεωργίου Πανίκος Λεωνίδου
Ευανθία Σάββα Κωστής Ευσταθίου
Νίκος Νουρής Παύλος Μυλωνάς
Ανδρέας Κυπριανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών επανεξέτασε σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2017, τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 20 Νοεμβρίου 2017 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών, ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του ίδιου υπουργείου και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, ο αναπεμφθείς νόμος κατατέθηκε στη Βουλή, στις 19 Μαΐου 2017, υπό τη μορφή πρότασης νόμου από το μέλος της επιτροπής κ. Κωστή Ευσταθίου εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ. Με την εν λόγω πρόταση νόμου, όπως αρχικά κατατέθηκε στη Βουλή πριν από την ψήφιση του αναπεμφθέντος νόμου, εσκοπείτο η τροποποίηση του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, ώστε οι ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας να ενημερώνονται επαρκώς και εγκαίρως από το διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται και ενδέχεται να επηρεάζουν ουσιωδώς την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας τους.

Υπενθυμίζεται ότι στο στάδιο της συζήτησης της πιο πάνω πρότασης νόμου από την επιτροπή η τελευταία, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα αποφάσισε να τροποποιήσει ανάλογα το κείμενο της πρότασης νόμου, ώστε αυτό να διαλαμβάνει ότι οποιαδήποτε απόφαση, ειδοποίηση ή κοινοποίηση οποιασδήποτε αρχής, οι οποίες προβλέπονται στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία, καθώς και οποιοδήποτε διάταγμα ή δικαστική απόφαση αναφορικά με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία, που ενδέχεται να επηρεάσουν ουσιωδώς την αξία οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας, θα γνωστοποιούνται από την οικεία αρχή στον ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας με την αποστολή σε αυτόν σχετικής γραπτής ειδοποίησης.

Οι λόγοι της αναπομπής του υπό αναφορά νόμου, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, με ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 2017, και παρατίθενται αυτούσιοι και αυτολεξεί, είναι οι ακόλουθοι:

«Το νέο άρθρο 75Α που προστίθεται στο βασικό νόμο δημιουργεί ασάφειες σε βαθμό που προκαλεί σύγχυση ως προς την ορθή ερμηνεία.

Συγκεκριμένα, το νέο άρθρο 75Α προβλέπει για καθολική υποχρέωση οποιασδήποτε αρχής όπως γνωστοποιήσει στον ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας, με γραπτή ειδοποίηση, οποιαδήποτε απόφαση, ειδοποίηση, κοινοποίηση, καθώς και διάταγμα ή απόφαση δικαστηρίου αναφορικά με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία, εάν η απόφαση, ειδοποίηση, κοινοποίηση, διάταγμα ή απόφαση δικαστηρίου ενδέχεται να επηρεάσει ουσιωδώς την αξία οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας.

Εντούτοις, υφίσταται ήδη στο βασικό νόμο το άρθρο 75 το οποίο αφορά κάθε ειδοποίηση ή κοινοποίηση, η οποία προβλέπεται δυνάμει των διατάξεων του βασικού νόμου και η οποία δίδεται ή διενεργείται από το διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση αφορά οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία θα πρέπει να δοθεί ειδοποίηση ή κοινοποίηση δυνάμει των σχετικών διατάξεων του βασικού νόμου. Η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση διενεργείται με επιστολή ή με δημοσίευση σε δύο καθημερινές εφημερίδες τουλάχιστον, σε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται μεγάλος αριθμός προσώπων στα οποία θα γίνει επίδοση ή λόγω της άγνωστης διεύθυνσης των προσώπων αυτών.

Το νέο άρθρο 75Α είναι ευρύτερο από το υφιστάμενο άρθρο 75 του βασικού νόμου, εφόσον προβλέπει την υποχρέωση οποιασδήποτε αρχής όπως ενημερώσει γραπτώς τον ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας, σε αντίθεση με το υφιστάμενο άρθρο 75 όπου η υποχρέωση ενημέρωσης περιορίζεται μόνο στο διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Επίσης, είναι ευρύτερο, εφόσον η υποχρέωση για ενημέρωση του ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας αφορά οποιαδήποτε απόφαση, ειδοποίηση, κοινοποίηση, καθώς και διάταγμα ή απόφαση δικαστηρίου, σε αντίθεση με το υφιστάμενο άρθρο 75 όπου η υποχρέωση για ενημέρωση περιορίζεται σε οποιαδήποτε ειδοποίηση ή κοινοποίηση προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του βασικού νόμου.

Εντούτοις, εφόσον η σχέση του νέου άρθρου με το υφιστάμενο άρθρο 75 δε διευκρινίζεται στο νόμο που ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων, ως εκ τούτου υφίστανται δύο άρθρα που ρυθμίζουν, εν μέρει, το ίδιο αντικείμενο, ήτοι την ενημέρωση από, μεταξύ άλλων, το διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας των προσώπων των οποίων η ακίνητη ιδιοκτησία τυχόν επηρεάζεται από οποιαδήποτε κοινοποίηση ή ειδοποίηση.

Περαιτέρω, το νέο άρθρο 75Α αναφέρεται στις αποφάσεις, ειδοποιήσεις, κοινοποιήσεις οποιασδήποτε αρχής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Η αρχή αυτή δεν καθορίζεται στο άρθρο αυτό. Στο βασικό νόμο ο όρος αρχή έχει συγκεκριμένη έννοια και αναφέρεται σε καθορισμένες εκ του βασικού νόμου αρμόδιες αρχές, ανάλογα με τις διάφορες διατάξεις του βασικού νόμου. Ως εκ τούτου θα πρέπει να αποσαφηνιστεί σε ποια από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο βασικό νόμο τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο αυτό.

Η δε αναφορά στο άρθρο 75Α σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ιδιαίτερα ευρεία και γενική, χωρίς να καθορίζονται κριτήρια επιλογής ή σε ποιες ακίνητες ιδιοκτησίες εφαρμόζεται η διάταξη αυτή.

Η γενική αυτή υποχρέωση ενημέρωσης δεν είναι πρακτικά εφικτή, εφόσον επηρεάζεται μεγάλος αριθμός ιδιοκτήτων ακίνητης ιδιοκτησίας και δεν είναι πάντοτε γνωστή η διεύθυνση των ιδιοκτητών. Στις περιπτώσεις δε των συνιδιόκτητων ακινήτων, ο αριθμός των γνωστοποιήσεων αυξάνεται δραματικά και δημιουργείται δυσανάλογα τεράστιος διοικητικός όγκος εργασίας.

Η εν λόγω διάταξη δημιουργεί σοβαρό διοικητικό κόστος στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, καθώς και ενδεχομένως σε άλλες αρμόδιες αρχές, οι οποίες θα υποχρεωθούν να εξετάσουν κάθε ακίνητη ιδιοκτησία ξεχωριστά, για να διαπιστώσουν εάν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση, ειδοποίηση, κοινοποίηση, διάταγμα ή απόφαση δικαστηρίου, η οποία επηρεάζει ουσιωδώς την ακίνητη ιδιοκτησία. Αυτό θα συνεπάγεται αύξηση του διοικητικού κόστους για το κράτος, αφού θα επιβάλλει την ανάγκη διενέργειας έρευνας. Η διενέργεια ερευνών καθώς και εν γένει η εφαρμογή της διάταξης αυτής από τις αρμόδιες αρχές θα οδηγήσει σε αύξηση των εξόδων του προϋπολογισμού. Το Άρθρο 80 του Συντάγματος προβλέπει ότι καμία πρόταση νόμου που συνεπάγεται αύξηση των εξόδων που προβλέπονται από τον προϋπολογισμό δε δύναται να υποβληθεί από βουλευτή [Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) 3Α. Α.Α.Δ. 519, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (2011) 3Α. Α.Α.Δ.72].

Ο σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη είναι η απόδοση αποκλειστικής εξουσίας για την ετοιμασία του προϋπολογισμού και τον καθορισμό των δαπανών του κράτους στην εκτελεστική εξουσία, αφού θα μπορούσε πρόταση νόμου να επιβαρύνει και να αυξάνει τα έξοδα όλων των προϋπολογισμών πέραν του τρέχοντος και ήδη εγκριθέντος, χωρίς τη συναίνεση της εκτελεστικής εξουσίας.

Οι πρόνοιες του υπό αναπομπή νόμου επιφέρουν αύξηση των κατά τα άλλα προβλεπόμενων δαπανών κατά τον τρόπο που έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, προσκρούουν στις διατάξεις του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματικές, καθώς και ασύμβατες με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.».

Κατά την επανεξέταση του αναπεμφθέντος νόμου από την επιτροπή η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ανέλυσε περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε σκόπιμη η αναπομπή του νόμου, στη βάση της σχετικής επιστολής του Προέδρου της Δημοκρατίας, επαναλαμβάνοντας ότι η ψηφισθείσα πρόταση νόμου περιλαμβάνει αντισυνταγματικές ρυθμίσεις. Επιπρόσθετα, επισήμανε ότι από τις διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου προκύπτουν ασάφειες όσον αφορά τη νομοθετική ρύθμιση που η Βουλή επιδιώκει.

Ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δήλωσε στην επιτροπή ότι πιθανόν να προκύψουν σημαντικά λειτουργικά προβλήματα από την εφαρμογή του αναπεμφθέντος νόμου και επισήμανε την ανάγκη θέσπισης άλλης σχετικής νομοθεσίας, με τη θέσπιση ενός νόμου “ομπρέλα”, η οποία να αποδίδει σαφέστερα τον επιδιωκόμενο στόχο και τις περιπτώσεις που προτίθεται να καλύψει.

Σημειώνεται ότι ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, με επιστολή που απέστειλε στη Βουλή στις 11 Δεκεμβρίου 2017, προτού πραγματοποιηθεί η υπό αναφορά συνεδρία της επιτροπής, διατύπωσε μεταξύ άλλων τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου του με τη φιλοσοφία του αναπεμφθέντος νόμου, η οποία αφορά την υποχρέωση σχετικής ενημέρωσης των ιδιοκτητών ακίνητης ιδιοκτησίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επηρεάζονται τα συμφέροντά τους από τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών. Ωστόσο, εισηγήθηκε να αποδεχθεί η Βουλή την αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας και να μην εμμείνει στην αρχική της απόφαση, ώστε σε μεταγενέστερο στάδιο να προωθηθεί για ψήφιση άλλη πρόταση νόμου, η οποία να φανερώνει σαφέστερα και στη σωστή βάση την πολιτική βούληση της επιτροπής για θεσμοθέτηση της πιο πάνω αναφερόμενης ενημέρωσης των επηρεαζόμενων ιδιοκτητών ακίνητης ιδιοκτησίας, την οποία το υπουργείο του κρίνει ως ορθή.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία της προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος, του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, καθώς και του μέλους της ανεξάρτητου βουλευτή κ. Παύλου Μυλωνά, αποφάσισε να εισηγηθεί στην ολομέλεια της Βουλής την απόρριψη της αναπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού δήλωσαν ότι συμφωνούν με τους λόγους της αναπομπής και τάχθηκαν υπέρ της αποδοχής της αναπομπής.

12 Δεκεμβρίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων