Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Ευανθία Σάββα
Δημήτρης Δημητρίου Νίκος Κέττηρος
Κώστας Κωνσταντίνου Πανίκος Λεωνίδου
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε επτά συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στις 7, την 21η και στις 28 Ιουνίου, 13 και 27 Σεπτεμβρίου, 4 Οκτωβρίου και 15 Νοεμβρίου 2017. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας, του Τμήματος Τελωνείων και του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός του υπό συζήτηση νομοσχεδίου είναι η εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις» η οποία αποσκοπεί στην απλούστευση και επιτάχυνση των διασυνοριακών ποινικών ερευνών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία αντικαθιστά προηγούμενα επί μέρους κοινοτικά εργαλεία στον τομέα της αμοιβαίας συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις.

Ειδικότερα, με το νομοσχέδιο προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Εισάγεται η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) στο εθνικό νομικό σύστημα και ρυθμίζεται η διαδικασία έκδοσής της και αναγνώρισής της από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας.

2. Ορίζεται ως κυπριακή αρχή έκδοσης ΕΕΕ επαρχιακός δικαστής στην επαρχία του οποίου υπάγεται η κατά τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της αξιόποινης πράξης αναφορικά με την οποία εκδίδεται ΕΕΕ.

3. Ορίζεται ως κυπριακή αρχή εκτέλεσης ΕΕΕ επαρχιακός δικαστής στην περιφέρεια του οποίου ζητείται η εκτέλεση της ΕΕΕ ή επαρχιακός δικαστής Λευκωσίας σε περίπτωση που είναι άγνωστος ο τόπος εκτέλεσης της ΕΕΕ.

4. Παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλλουν αίτημα για έκδοση ΕΕΕ ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο αρχηγός της αστυνομίας, ο διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων, ο Έφορος Φορολογίας, ποινικός ανακριτής κατά το άρθρο 4(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, καθώς και ύποπτος ή κατηγορούμενος ή δικηγόρος εξ ονόματός του.

Σημειώνεται ότι χρονική προθεσμία εντός της οποίας τα κράτη μέλη έπρεπε να έχουν θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις ήταν μέχρι τις 22 Μαΐου 2017, ενώ το νομοσχέδιο έχει κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 26 Μαΐου 2017. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί ενώπιον της επιτροπής, εκκρεμεί διαδικασία παράβασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας λόγω μη έγκαιρης νομοθετικής εναρμόνισης.

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου αντικαθίστανται υφιστάμενες υποχρεώσεις της Δημοκρατίας στον τομέα της συνεργασίας σε διασυνοριακές ποινικές έρευνες.

Η εκπρόσωπος του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών εξέφρασε επιφυλάξεις αναφορικά με το ρόλο του Εφόρου Φορολογίας ως ενός εκ των προσώπων που δύναται να αιτηθεί έκδοση ΕΕΕ, δεδομένης της έλλειψης εμπειρογνωμοσύνης εντός του Τμήματος Φορολογίας, καθώς και της υποστελέχωσής του. Σε γραπτό υπόμνημα που κατατέθηκε στην επιτροπή γίνεται αναφορά στις υφιστάμενες υποχρεώσεις και πρακτικές του Τμήματος Φορολογίας στον τομέα της διασυνοριακής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και σημειώνεται ότι απαιτείται περαιτέρω εκπαίδευση των λειτουργών του ως προς την τεχνογνωσία και την εμπειρία, για να είναι σε θέση να διεκπεραιώνουν αποδοτικότερα και αποτελεσματικότερα τα καθήκοντά τους.

Οι εκπρόσωποι της αστυνομίας, του Τμήματος Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι το νομοσχέδιο αποτελεί ακριβή και πιστή αντιγραφή των διατάξεων της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ.

Στα πλαίσια της περαιτέρω συζήτησης επί των προνοιών του νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής, κατατέθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως αναθεωρημένο κείμενο αυτού με το οποίο επιφέρονται επιμέρους τροποποιήσεις κάποιων εκ των προνοιών του και τροποποιείται ο ορισμός της «κυπριακής αρχής εκτέλεσης», ώστε ως «κυπριακή αρχή εκτέλεσης» να ορίζεται:

1. ο κατά περίπτωση αρμόδιος από τους ακόλουθους δικαστές, όταν, σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, τέτοιος δικαστής έχει δικαιοδοσία να διατάξει τη λήψη ερευνητικού μέτρου, το οποίο καλύπτεται από την ΕΕΕ:

α. επαρχιακός δικαστής στην περιφέρεια του οποίου ζητείται η εκτέλεση της ΕΕΕ, ή

β. επαρχιακός δικαστής της Λευκωσίας στην περίπτωση που είναι άγνωστος ο τόπος εκτέλεσης της ΕΕΕ, ή

2. η κατά περίπτωση αρμόδια από τις ακόλουθες αρχές, όταν, σε παρόμοια εγχώρια υπόθεση, αυτή η Αρχή έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει τη λήψη ερευνητικού μέτρου το οποίο καλύπτεται από την ΕΕΕ:

α. ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας,

β. ο αρχηγός της αστυνομίας,

γ. ο διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων,

δ. ο Έφορος Φορολογίας.

Στα πλαίσια της περαιτέρω συζήτησης επί των προνοιών του αναθεωρημένου κειμένου του νομοσχεδίου την επιτροπή απασχόλησαν ιδιαίτερα τα πιο κάτω:

1. Οι πιθανές επιπτώσεις από τη μη προσαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ στις ιδιαιτερότητες του εθνικού δικαίου.

Ειδικότερα, μέλη της επιτροπής εξέφρασαν προβληματισμό αναφορικά με τη διατήρηση του λεκτικού της Οδηγίας σε συγκεκριμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπου ίσως θα ήταν ορθότερη η διαφοροποίησή του, ώστε να προσαρμόζεται στα εθνικά δεδομένα.

Τοποθετούμενος σχετικά, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας εξέφρασε την άποψη ότι η ασφάλεια δικαίου εξυπηρετείται με την ακριβή αντιγραφή των διατάξεων της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, αφού έτσι διασφαλίζεται η εναρμόνιση με την εν λόγω νομοθετική πράξη.

2. Η περίληψη πρόνοιας στο άρθρο 2(2)(α) του νομοσχεδίου που να προβλέπει ότι οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, κανονισμό, απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.

Μέλη της επιτροπής εξέφρασαν προβληματισμό αναφορικά με το σκοπό της πιο πάνω πρόνοιας, αφού με τον τρόπο αυτό δε θα ασκείται κανένας νομοθετικός έλεγχος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στην εναρμόνιση της Δημοκρατίας με το κοινοτικό κεκτημένο, δεδομένου του ότι δε θα απαιτείται η μεταφορά των σχετικών διατάξεων στο εθνικό δίκαιο μέσω νομοθεσίας.

Τοποθετούμενος σχετικά, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας διευκρίνισε ότι σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι η αυτόματη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο οποιωνδήποτε τροποποιήσεων επιφέρονται σε ευρωπαϊκή νομοθετική πράξη.

3. Η παραπομπή των προνοιών του νομοσχεδίου με αναφορά στα παραρτήματα της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ αντί για τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο με την ενσωμάτωσή τους στο νομοσχέδιο.

Σε σχετική τοποθέτησή του, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας εξέφρασε την άποψη ότι η χρησιμότητα της μη μεταφοράς των παραρτημάτων της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο έγκειται στην επακόλουθη μη ύπαρξη ανάγκης για τροποποίηση του νόμου σε περίπτωση τροποποίησής τους στην Οδηγία, αφού η παραπομπή στα παραρτήματα της Οδηγίας σε συνάρτηση με την προτεινόμενη με το άρθρο 2(2)(α) ρύθμιση σημαίνει ότι, σε περίπτωση τροποποίησης της Οδηγίας, η παραπομπή θα μετατρέπεται αυτόματα σε παραπομπή στα παραρτήματα ως αυτά θα έχουν τροποποιηθεί.

Η επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες προβλέπουν ότι οι Οδηγίες της ΕΕ δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, αποφάσισε όπως τροποποιήσει ανάλογα το κείμενο του νομοσχεδίου, έτσι ώστε οι πρόνοιές του να προσαρμόζονται στο μέτρο του δυνατού στο νομοθετικό πλαίσιο και στις πρακτικές της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς όμως να αλλοιωθούν τα επιθυμητά από την Οδηγία 2014/41/ΕΕ αποτελέσματα.

Ειδικότερα, η επιτροπή αποφάσισε όπως επιφέρει τις ακόλουθες, μεταξύ άλλων, τροποποιήσεις στο κείμενο του νομοσχεδίου:

1. Δεδομένου του γεγονότος ότι δεν μπορούν να επιβληθούν υποχρεώσεις ή να αποδοθούν δικαιώματα σε αρχές άλλων κρατών με νομοθεσία της Δημοκρατίας και ότι οι πρόνοιες του νομοσχεδίου θα τυγχάνουν εφαρμογής εντός του εδάφους της Δημοκρατίας, τροποποιήθηκαν ανάλογα οι σχετικές πρόνοιες του νομοσχεδίου κατά τρόπο που να διευκρινίζεται ότι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται σε αυτό εφαρμόζονται από και προς την κυπριακή αρχή έκδοσης, την κυπριακή αρχή εκτέλεσης και από πρόσωπα εντός του εδάφους της.

2. Διαγραφή του εδαφίου (2) του άρθρου 2 αυτού, στο οποίο προβλέπεται ότι οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, κανονισμό, απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως αυτή εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.

3. Ενσωμάτωση των παραρτημάτων Α, Β και Γ της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ στο νομοσχέδιο, ώστε να αποτελούν μέρος του εθνικού δικαίου.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή επέφερε στο κείμενο του νομοσχεδίου περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών του, καθώς και τη βελτίωσή του από νομοτεχνικής άποψης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, υποβάλλει την παρούσα έκθεση στην ολομέλεια της Βουλής για τη λήψη τελικής απόφασης.

27 Νοεμβρίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων