Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τα νομοσχέδια «Ο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017» και «Ο περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Άγγελος Βότσης
Μάριος Μαυρίδης Μαρίνος Μουσιούττας
Ονούφριος Κουλλά Μαρίνος Σιζόπουλος
Στέφανος Στεφάνου Άννα Θεολόγου
Άριστος Δαμιανού Γιώργος Περδίκης
Αντρέας Καυκαλιάς  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 26 Ιουνίου, 3 Ιουλίου και στις 9 και 16 Οκτωβρίου 2017. Στο πλαίσιο της συζήτησης των νομοσχεδίων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ) και του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου.

Σκοπός των δύο νομοσχεδίων είναι η τροποποίηση του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν, το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 παρέχει τη δυνατότητα σε δανειστή, ο οποίος εξασφάλισε την έκδοση εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, δικαστικού συμβιβασμού ή δημόσιου εγγράφου εναντίον οφειλέτη για την καταβολή από αυτόν της απαίτησης του δανειστή, να υποβάλει αίτημα για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού, σε εκείνες περιπτώσεις που ο δανειστής έχει λόγους να πιστεύει ότι ο οφειλέτης τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε τράπεζα συγκεκριμένου κράτους μέλους, πλην όμως δεν έχει γνώση των τραπεζικών στοιχείων ή των στοιχείων λογαριασμού προς εντοπισμό της εν λόγω τράπεζας ή του λογαριασμού. Το αίτημα προς λήψη στοιχείων υποβάλλεται στο δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται και η αίτηση για έκδοση της διαταγής δέσμευσης λογαριασμού, το οποίο δύναται να καλέσει την αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης όπως παράσχει τα απαιτούμενα στοιχεία.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι μηχανισμοί για τη λήψη στοιχείων λογαριασμών που τηρούνται στα τραπεζικά ιδρύματα του κράτους μέλους εκτέλεσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προνοούνται ρητά στο εδάφιο 5 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση που το εθνικό σύστημα του κράτους μέλους εκτέλεσης δεν προβλέπει έστω και έναν από αυτούς, η ορθή εφαρμογή του εν λόγω Κανονισμού να μην είναι εφικτή.

Συναφώς, με τα νομοσχέδια εισάγονται ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες η ΚΤΚ ορίζεται ως αρχή πληροφόρησης και δημιουργείται η υποχρέωση στις τράπεζες να καταθέτουν σε αυτή στοιχεία λογαριασμού, κατόπιν σχετικού αιτήματος.

Σημειώνεται ότι, πριν από την έναρξη της συζήτησης των νομοσχεδίων από την επιτροπή, η ΚΤΚ με επιστολή της, ημερομηνίας 25 Απριλίου 2017, ενημέρωσε τη Βουλή ότι, παρά τις επιφυλάξεις της και συνεπεία της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε εκ μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ως προς την έγκαιρη εναρμόνιση με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 655/2014, η ίδια αποδέχθηκε τον καθορισμό της ως αρχής πληροφόρησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αρμόδιο υπουργείο θα προέβαινε αφενός στην απαραίτητη διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και αφετέρου στην ετοιμασία νομοσχεδίου στο οποίο θα περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων οι απαραίτητες πρόνοιες για τον ορισμό της ΚΤΚ ως αρχής πληροφόρησης, υπό την αίρεση της σύμφωνης γνώμης της ΕΚΤ, όπως και οι απαραίτητες πρόνοιες για την άρση του τραπεζικού απορρήτου.

Στο πλαίσιο της συζήτησης του θέματος η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι, παρ’ όλο που ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 655/2014 παρέχει τη διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη να επιλέξουν τη μέθοδο λήψης στοιχείων λογαριασμού, η επιλεγείσα μέθοδος, δηλαδή μέσω της γνωστοποίησης στην KTK, κρίθηκε ότι αποτελεί την πιο λειτουργική και τη λιγότερο χρονοβόρα διαδικασία.

Ο εκπρόσωπος της ΚΤΚ δήλωσε ότι, παρ’ όλο που αρχική θέση της ΚΤΚ ήταν ότι ως αρχή πληροφόρησης θα έπρεπε να είχε ορισθεί το δικαστήριο, στο πλαίσιο της ανάγκης επίτευξης συναίνεσης συμφώνησε τελικά όπως η διαδικασία διεξάγεται μέσω της ΚΤΚ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα λαμβανόταν προηγουμένως η άποψη της ΕΚΤ.

Ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου ανέφερε ότι στους προτεινόμενους νόμους πρέπει να γίνουν τέτοιες ρυθμίσεις, ώστε οι τράπεζες στο πλαίσιο της διαδικασίας παραχώρησης στοιχείων λογαριασμού να προστατεύονται, ενώ πρέπει επίσης να καθορίζεται ρητά ο τρόπος γνωστοποίησης των εν λόγω στοιχείων προς αποφυγή προβλημάτων και ενδεχόμενων κινδύνων.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, σχολιάζοντας τις θέσεις του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, δεν παρέχεται η δυνατότητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ζητά και να παραλαμβάνει στοιχεία λογαριασμού από τις τράπεζες κατά τρόπο αυθαίρετο. Η διαδικασία θα γίνεται μέσω δικαστηρίου στο οποίο θα υποβάλλεται αίτηση για διαταγή δέσμευσης, το οποίο θα καλεί την αρχή πληροφόρησης να λάβει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της τράπεζας και των λογαριασμών του οφειλέτη, οι οποίες θα αποστέλλονται στο ίδιο το δικαστήριο για τη λήψη της τελικής απόφασης για δέσμευση των στοιχείων.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας δήλωσε ότι στα υποβληθέντα νομοσχέδια περιλήφθηκαν οι απαραίτητες πρόνοιες, ώστε να διασφαλίζονται τα ζητήματα που τέθηκαν από το Σύνδεσμο Τραπεζών Κύπρου.

Στη βάση των πιο πάνω και ειδικότερα των επιφυλάξεων που εκφράστηκαν από την ΚΤΚ, η επιτροπή κάλεσε το αρμόδιο υπουργείο να ζητήσει της γνώμη της ΕΚΤ σε σχέση με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Συναφώς, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως με επιστολή του, ημερομηνίας 4 Ιουλίου 2017, η οποία κοινοποιήθηκε στην επιτροπή, υπέβαλε αίτημα προς την ΕΚΤ για τη διατύπωση γνώμης σε ό,τι αφορά τα υπό συζήτηση νομοσχέδια. Η εν λόγω γνώμη κατατέθηκε στην επιτροπή με επιστολή του αρμόδιου υπουργείου, ημερομηνίας 29 Αυγούστου 2017, στην οποία σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη γνώμη της ΕΚΤ, ο ρόλος που ανατίθεται στην ΚΤΚ μέσω των νομοσχεδίων δεν αντίκειται και δεν επηρεάζει τους υφιστάμενους ρόλους της. Ωστόσο, η ΕΚΤ εισηγείται την επανεξέταση κάποιων ζητημάτων, όπως τη δυνατότητα καθορισμού ευθύνης της ΚΤΚ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως αρχή πληροφόρησης.

Στη βάση της πιο πάνω γνώμης, η ΚΤΚ κατέθεσε στην επιτροπή νέα επιστολή, ημερομηνίας 25 Σεπτεμβρίου 2017, στην οποία εκφράζεται η διαφωνία της με τις απόψεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όπως αυτές καταγράφονται στην επιστολή του, ημερομηνίας 29 Αυγούστου 2017, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν το αρμόδιο υπουργείο παραμείνει στην αρχική του εισήγηση, σύμφωνα με την οποία ως αρχή πληροφόρησης θα οριστεί η ΚΤΚ, κρίνεται επιβεβλημένο όπως γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες, ώστε στα νομοσχέδια να εισαχθούν πρόνοιες τόσο σε σχέση με την ευθύνη της ΚΤΚ όσο και με την πλήρη αποζημίωση αυτής για οποιαδήποτε έξοδα προκύψουν από την άσκηση των νέων καθηκόντων της. Σύμφωνα με την ίδια επιστολή, οι πρόνοιες που διασφαλίζουν τα πιο πάνω πρέπει να θεσπιστούν ταυτόχρονα με τον ορισμό της ΚΤΚ ως αρχής πληροφόρησης.

Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της επανεξέτασης του θέματος ο εκπρόσωπος της ΚΤΚ ανέφερε ότι με βάση τη γνώμη της ΕΚΤ πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες τροποποιήσεις στο δεύτερο νομοσχέδιο, ώστε να εισαχθούν πρόνοιες με τις οποίες να ρυθμίζεται η ευθύνη της ΚΤΚ σε σχέση με τις νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα που της ανατίθενται ως αρχής πληροφόρησης, καθώς και ρυθμίσεις που να παρέχουν τη δυνατότητα στην ΚΤΚ να προβαίνει σε ανάκτηση των εξόδων που προκύπτουν από τις νέες αυτές αρμοδιότητες.

Στη βάση των πιο πάνω εισηγήσεων της ΚΤΚ η επιτροπή κάλεσε το αρμόδιο υπουργείο όπως προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη διασφάλιση των πιο πάνω τεθέντων ζητημάτων. Συναφώς, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με επιστολή του, ημερομηνίας 13 Οκτωβρίου 2017, κατέθεσε στην επιτροπή αναθεωρημένο κείμενο νομοσχεδίου στο οποίο περιλαμβάνονται οι πιο πάνω ρυθμίσεις.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του πρώτου νομοσχεδίου σε νόμο, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2017», καθώς και την ψήφιση του δεύτερου νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε.

 

 

 

8 Νοεμβρίου 2017

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων