Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα «Εξέταση της λειτουργίας των θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα της λειτουργίας των θεσμών ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας (Ελεγκτική Υπηρεσία, Εσωτερικός Έλεγχος, μονάδες εσωτερικού ελέγχου)»

Παρόντες:

Ζαχαρίας Ζαχαρίου, πρόεδρος Ειρήνη Χαραλαμπίδου
Γιώργος Περδίκης Πανίκος Λεωνίδου
Μάριος Μαυρίδης Ζαχαρίας Κουλίας
Ελένη Σταύρου Χρίστος Χρίστου
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως εξέτασε το πιο πάνω θέμα, το οποίο ενεγράφη για αυτεπάγγελτη εξέταση εκ μέρους όλης της επιτροπής, σε πέντε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 15 Φεβρουαρίου, την 31η Μαΐου και στις 7, 14 και την 21η Ιουνίου 2017. Στο στάδιο της συζήτησης παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας συνοδευόμενος από εκπρόσωπο της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου συνοδευόμενη από εκπροσώπους της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου και ο οικονομικός διευθυντής της Διεύθυνσης Προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών.

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής στα πλαίσια της εισαγωγής του θέματος ζήτησαν να ενημερωθούν από τους αρμοδίους για τη λειτουργία των θεσμών ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όπως επισήμανε ο πρόεδρος της επιτροπής, η οικονομική κρίση που πέρασε η Κύπρος συνέβαλε στο να βγουν στην επιφάνεια πολλά προβλήματα. Ειδικότερα, η κοινωνία απαιτεί την ύπαρξη ενός κράτους δικαίου χωρίς φαινόμενα διαπλοκής, διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, ενός κράτους που σέβεται τον πολίτη του.

Τόσο ο πρόεδρος της επιτροπής όσο και τα μέλη της επισήμαναν τη σημασία του προληπτικού ελέγχου, ο οποίος είναι σημαντικός για τον εντοπισμό εγκλημάτων που αφορούν διαπλοκή και διασπάθιση δημόσιου χρήματος. Με τον προληπτικό έλεγχο η διάπραξη των εγκλημάτων αυτών θα διαπιστώνεται από την αρχή και όχι εκ των υστέρων στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργεί η Ελεγκτική Υπηρεσία. Συγκεκριμένα, με την άσκηση του εσωτερικού ελέγχου, ο οποίος είναι προληπτικός έλεγχος, η Ελεγκτική Υπηρεσία θα έχει πολύ λιγότερο όγκο εργασίας σε σχέση με αυτόν που έχει σήμερα.

Επισημαίνεται ότι η ενημέρωση της επιτροπής από τους αρμοδίους που κλήθηκαν να παραστούν στη συνεδρία επικεντρώθηκε στους υφιστάμενους μηχανισμούς ελέγχου στη δημόσια υπηρεσία, στον τρόπο λειτουργίας τους, στα προβλήματα και στις αδυναμίες που υπάρχουν, καθώς και στις βελτιώσεις που πρέπει να επέλθουν. Ειδικότερα, η συζήτηση εστιάστηκε στον έλεγχο που ασκείται από πλευράς της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς και από πλευράς των μονάδων εσωτερικού ελέγχου που λειτουργούν στα υπουργεία και στις υπηρεσίες.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή ζήτησε από τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών να την ενημερώσει αναφορικά με την προωθούμενη από την κυβέρνηση αναθεώρηση του πλαισίου που διέπει τη σύσταση και τη λειτουργία των μονάδων εσωτερικού ελέγχου στα υπουργεία και στις υπηρεσίες με την εφαρμογή του διεθνούς “μοντέλου των τριών γραμμών άμυνας”. Ειδικότερα, η αναθεώρηση του πιο πάνω πλαισίου, η οποία προβλέπεται σε πρόσφατη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, έχει ως στόχο τη βελτίωση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των μονάδων εσωτερικού ελέγχου.

Β. ΘΕΣΕΙΣ/ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

1. Υπουργείο Οικονομικών

Ο οικονομικός διευθυντής της Διεύθυνσης Προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι μετά από πρόταση του Υπουργείου Οικονομικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο σε σχέση με τους μηχανισμούς ελέγχου λήφθηκε σχετική απόφασή, ημερομηνίας 12 Δεκεμβρίου 2016, για τον καθορισμό νέου πλαισίου λειτουργίας των μονάδων ελέγχου σε όλα τα υπουργεία. Ειδικότερα, το Υπουργείο Οικονομικών στην πιο πάνω πρότασή του προς το Υπουργικό Συμβούλιο επισήμανε ότι στα πλαίσια της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών είναι πολύ σημαντική η σύσταση και λειτουργία μονάδων εσωτερικού ελέγχου σε όλα τα υπουργεία και τις υπηρεσίες.

Όπως επισήμανε περαιτέρω ο ίδιος, η πρωτοβουλία αναθεώρησης του εν λόγω πλαισίου ξεκίνησε το Φεβράρη του 2014 με το νόμο-ομπρέλα που προνοεί για τη δημοσιονομική ευθύνη και το δημοσιονομικό πλαίσιο. Στο νόμο αυτό υπάρχει σχετική πρόνοια για τη σύσταση μονάδων εσωτερικού ελέγχου και για τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούν τα υπουργεία για τη σύστασή τους. Οι μονάδες αυτές συστάθηκαν στις αρχές του 2015 και έπειτα από δύο σχεδόν χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας τους η κυβέρνηση μετά από σχετική αξιολόγηση αποφάσισε τη θέσπιση ενός νέου πλαισίου.

Σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, στο νέο αυτό πλαίσιο διασαφηνίζεται καλύτερα ο διαχωρισμός των διάφορων επιπέδων ελέγχου και δίδονται πιο ξεκάθαρα οι όροι εντολής για τη λειτουργία των μονάδων εσωτερικού ελέγχου. Όπως επισήμανε ο εν λόγω εκπρόσωπος, όταν οι οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, οι μονάδες αυτές πρέπει να ενισχυθούν με προσωπικό. Για παράδειγμα, για να δημιουργηθούν μηχανισμοί ελέγχου παρόμοιοι με αυτούς που λειτουργούν στο Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, ένα υπουργείο που διαχειρίζεται μεγάλο προϋπολογισμό και είναι αρμόδιο για την εκτέλεση μεγάλων έργων, απαιτείται μεγάλη ενίσχυση σε προσωπικό που να είναι εξειδικευμένο και να κατέχει και τις κατάλληλες δεξιότητες. Στα υπουργεία τα οποία δεν έχουν μεγάλο και αναπτυξιακό προϋπολογισμό η άσκηση εσωτερικού ελέγχου, καθώς και οι ανάγκες από πλευράς στελέχωσής τους διαφέρουν.

Η κυβέρνηση με την τελευταία της απόφαση έχει κάμει ένα περαιτέρω βήμα μπροστά όσον αφορά την εμπέδωση κουλτούρας εσωτερικού ελέγχου στην κρατική μηχανή και συγκεκριμένα στα υπουργεία και στους δημόσιους οργανισμούς.

Η ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ των διάφορων μηχανισμών ελέγχου είναι δεδομένη. Για παράδειγμα, εάν ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας χρειαστεί μια εξειδικευμένη μελέτη, μπορεί να τη ζητήσει από τον Έφορο Εσωτερικού Ελέγχου. Επίσης, μια μονάδα εσωτερικού ελέγχου σε υπουργείο μπορεί να ζητήσει από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου την ετοιμασία μίας μελέτης η οποία απαιτεί κάποια πρότυπα και προδιαγραφές. Για παράδειγμα, έχουν ετοιμαστεί τέτοιες μελέτες σε σχέση με τις υπερωρίες, τη μηχανογράφηση κ.λπ.

Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο οποίος αποτελεί την τελευταία γραμμή ελέγχου, στα πλαίσια της άσκησης ελέγχου σ’ ένα υπουργείο θα έχει άμεση επαφή και συνεργασία με τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα μη ύπαρξης συνεργασίας. Εξάλλου, ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από οποιονδήποτε στοιχεία, πόσω μάλλον από μια μονάδα εσωτερικού ελέγχου, που είναι βασικό εργαλείο της διοίκησης.

Όσον αφορά το θέμα που εγείρεται σε σχέση με το κατά πόσο οι υπάλληλοι που ασχολούνται με τον εσωτερικό έλεγχο μπορούν να ασκήσουν έλεγχο επί ενεργειών και αποφάσεων των προϊσταμένων τους, τόσο το σύνταγμα όσο και ο νόμος που διέπει τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας είναι ξεκάθαρα. Οπότε, εάν οι οδηγίες που δίδονται από έναν υπουργό ή τον προϊστάμενο είναι παράνομες, υπάρχουν σχετικές διαδικασίες οι οποίες μπορεί να ακολουθηθούν για το όλο θέμα.

2. Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας

Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος που διορίζεται με βάση το άρθρο 115 του συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 116 του συντάγματος, ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας ελέγχει κάθε πληρωμή ή είσπραξη και κάθε λογαριασμό που γίνεται εξ ονόματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή ασκεί άλλες εξουσίες, υπηρεσίες ή καθήκοντα που του ανατίθενται με νόμο. Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας υποβάλλει ετήσια έκθεση για την άσκηση των υπηρεσιών και καθηκόντων αυτού προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος και μεριμνά για την κατάθεσή της στη Βουλή, με βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 116 του συντάγματος.

Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, αναφορικά με τη λειτουργία των θεσμών ελέγχου, κατέθεσε τις θέσεις και απόψεις του ενώπιον της επιτροπής, οι οποίες μεταξύ άλλων επικεντρώνονται στα ακόλουθα:

 Οι μονάδες εσωτερικού ελέγχου που λειτουργούν στα υπουργεία είναι μέρος της διοίκησης του κάθε υπουργείου και αποτελούν τη δεύτερη γραμμή άμυνας. Οι μονάδες αυτές θεωρούνται εργαλείο της διοίκησης και συμβάλλουν στην εύρυθμη, αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία του οργανισμού. Τη θέση αυτή την υποστηρίζουν και Ιρλανδοί εμπειρογνώμονες, οι οποίοι διεξήγαγαν σχετική μελέτη για το όλο θέμα.

 Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί αποτελούν δικλίδες ασφάλειας και δεν είναι ανεξάρτητοι από τον ελεγχόμενο οργανισμό, αλλά λειτουργούν εντός του ελεγχόμενου οργανισμού, που ανήκει στο κράτος. Η μόνη υπηρεσία η οποία είναι ανεξάρτητη από το κράτος είναι η Ελεγκτική Υπηρεσία, με βάση συνταγματικές διατάξεις.

 Οι μονάδες εσωτερικού ελέγχου δεν υπάγονται διοικητικά ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου και δεν έχουν καμία σχέση με τον Έφορο Εσωτερικού Ελέγχου. Ειδικότερα, ο έφορος μπορεί να επιθεωρήσει τον τρόπο λειτουργίας μιας τέτοιας μονάδας, να επισημάνει τις αδυναμίες και να εισηγηθεί στη διοίκηση του υπουργείου/υπηρεσίας βελτιώσεις. Παρόμοια μοντέλα υπάρχουν και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου το ρόλο των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου στους ημικρατικούς οργανισμούς ασκούν οι διευθύνσεις εσωτερικού ελέγχου των ημικρατικών οργανισμών, όπως εφαρμόζεται για παράδειγμα στην ΑΗΚ, στη CYTA, στο ΡΙΚ κ.λπ.

 Όσον αφορά τον εσωτερικό έλεγχο στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης, ορθά έχει εγκαταλειφθεί η εισήγηση όπως τον εσωτερικό έλεγχο ασκεί όργανο που δεν ευρίσκεται εντός της οικείας αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου.

 Στα περισσότερα υπουργεία χρειάζεται να εμπεδωθεί καλύτερα η σημασία της λειτουργίας τέτοιων μονάδων εσωτερικού ελέγχου. Μέχρι σήμερα δυστυχώς δεν ήταν αντιληπτό στις ηγεσίες των υπουργείων ότι είναι πολύ σημαντικό για την υλοποίηση των στόχων τους η σύσταση και λειτουργία αξιόπιστων μονάδων εσωτερικού ελέγχου.

 Ο εσωτερικός έλεγχος και ειδικότερα οι μονάδες εσωτερικού ελέγχου των υπουργείων δεν είναι ανεξάρτητες, δεν εγγυώνται δηλαδή την απόλυτη διασφάλιση ότι δεν μπορεί να παρανομήσει ένα υπουργείο ή ένας υπουργός. Σίγουρα είναι δύσκολο για ένα λειτουργό μιας υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου να διαφωνήσει με τον προϊστάμενό του, ο εσωτερικός έλεγχος όμως είναι μια πρόσθετη ασφαλιστική δικλίδα στο όλο σύστημα διοίκησης.

 Οι μονάδες εσωτερικού ελέγχου βοηθούν την Ελεγκτική Υπηρεσία στο έργο της και οι εκθέσεις που ετοιμάζονται από αυτές είναι χρήσιμες για τον έλεγχο που ασκεί η Ελεγκτική Υπηρεσία.

 Η ύπαρξη των σωστών μηχανισμών εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου, καθώς και η εισαγωγή σωστών δικλίδων ασφαλείας βοηθούν στην πρόληψη και αντιμετώπιση των φαινομένων απάτης τα οποία συνιστούν ποινικά αδικήματα. Τα φαινόμενα απάτης που συνιστούν ποινικά αδικήματα μπορεί να ερμηνευτούν χρησιμοποιώντας το μοντέλο που λέγεται “τρίγωνο της απάτης”, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να υπάρχει το στοιχείο της ευκαιρίας, η αιτιολόγηση και η οικονομική πίεση ή το κίνητρο. Αυτό το οποίο έχει αλλάξει τελευταίως είναι ότι έχει αυξηθεί ο φόβος της τιμωρίας, ο οποίος είναι ανασταλτικός παράγοντας για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Παλαιότερα, για παράδειγμα, ένας κοινοτάρχης πίστευε ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ότι δε θα τον ελέγξει ποτέ κανένας και ότι δε θα υποστεί οποιαδήποτε τιμωρία.

 Τώρα όμως έχουν γίνει θεσμικές αλλαγές και εκσυγχρονίστηκαν σημαντικές νομοθεσίες, όπως η νομοθεσία που αφορά τη σύναψη των δημόσιων συμβάσεων. Ειδικότερα, στα πλαίσια της σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπήρχε ένα τεράστιο παράθυρο διασπάθισης δημόσιου χρήματος, όπου πριν τις τροποποιήσεις της σχετικής νομοθεσίας υπήρχε η δυνατότητα πραγματοποίησης αλλαγών μετά την υπογραφή των συμβολαίων, καθώς και εξέτασης απαιτήσεων από εργολάβους. Τέτοιου είδους ενέργειες πραγματοποιούνταν, για παράδειγμα, από τοπικές αρχές και συμβούλια, όπως τα συμβούλια αποχετεύσεων, π.χ. ΣΑΠΑ, ή οργανισμούς, π.χ. Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου κ.λπ.

 Με τις θεσμικές βελτιώσεις όμως που έχουν επέλθει η εξουσία αυτή έχει περιέλθει στο κεντρικό κράτος και συγκεκριμένα στην Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων. Οπότε, με την αλλαγή αυτή μειώθηκαν οι ευκαιρίες για πραγματοποίηση απάτης και διασπάθισης δημόσιου χρήματος.

 Τα πρότυπα τα οποία εφαρμόζει η Ελεγκτική Υπηρεσία εκδίδονται από τη Διεθνή Οργάνωση των Ελεγκτικών Υπηρεσιών (INTOSAI) και στα πλαίσια του ελέγχου αυτού αφιερώνεται αρκετός χρόνος για την αξιολόγηση των συστημάτων ελέγχου που υπάρχουν σε ελεγχόμενους οργανισμούς. Ο ελεγκτικός κίνδυνος σε σχέση με την αξιοπιστία και την ορθότητα κάποιων λογαριασμών είναι πιο μεγάλος, όταν τα συστήματα ελέγχου παρουσιάζουν προβλήματα.

 Ο ρόλος των εξωτερικών και εσωτερικών ελεγκτών είναι απόλυτα διακριτός. Η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου δεν έχει στο ρόλο της το στοιχείο της αναφοράς προς το κοινοβούλιο αλλά προς το Συμβούλιο Εσωτερικού Ελέγχου, το οποίο εποπτεύει την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου.

 Η Ελεγκτική Υπηρεσία όπως και οι ελεγκτικές υπηρεσίες άλλων κρατών έχει τριπλό ρόλο και ασκεί τους εξής ελέγχους: τον οικονομικό έλεγχο, που είναι η έκφραση γνώμης επί οικονομικών καταστάσεων, το διαχειριστικό έλεγχο, ο οποίος είναι και μέρος της αρμοδιότητας των μονάδων εσωτερικού ελέγχου, καθώς και τον έλεγχο συμμόρφωσης με τους νόμους, τους κανονισμούς και τις διαδικασίες.

 Στα πλαίσια της άσκησης των πιο πάνω ελέγχων υπάρχει συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων υπηρεσιών εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου.

 Η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 2011 εξέδωσε ψήφισμα το οποίο αφορούσε την ανάγκη διασφάλισης της ανεξαρτησίας των ελεγκτικών υπηρεσιών μεταξύ των οποίων υπάρχει και η πτυχή της οικονομικής ανεξαρτησίας. Στην Κύπρο υπάρχει κενό όσον αφορά το θέμα αυτό. Ειδικότερα, προενταξιακά, το 2003, είχε εγερθεί θέμα σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι θα έπρεπε να διασφαλιστεί η οικονομική ανεξαρτησία της. Επίσης αργότερα, το 2014, σε ειδική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαφθορά επανήλθε το θέμα αυτό ως σημείο αδυναμίας στη λειτουργία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Περαιτέρω, το θέμα αυτό επισημάνθηκε ξανά με ρητή αναφορά στο μνημόνιο το οποίο υπέγραψε η χώρα μας με τους δανειστές της τρόικας. Σύμφωνα με την αναφορά αυτή, προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι οι κυπριακές αρχές πρέπει να διασφαλίζουν συνεχώς ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία διαθέτει ικανοποιητικό προσωπικό, για να διεκπεραιώνει τις λειτουργίες και τους στόχους της, και ότι είναι οικονομικά ανεξάρτητη.

 Η Ελεγκτική Υπηρεσία δε συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων τις οποίες θα κληθεί αργότερα να ελέγξει, δύναται όμως σε ορισμένες περιπτώσεις να παρακάθεται ως παρατηρητής. Το γεγονός αυτό δε θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, διότι η υπηρεσία δεν έχει δικαίωμα να δίδει οδηγίες σε κανέναν ούτε να επιβάλλει την άποψή της, αφού δεν αποτελεί μέρος των αρχών που είναι υπεύθυνες για τη λήψη της απόφασης ούτε λαμβάνει μέρος στην επίβλεψη μιας διαδικασίας. Ειδικότερα, η Ελεγκτική Υπηρεσία δικαιούται όπως και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας να παρακάθεται ως παρατηρητής σε συνεδριάσεις οργάνων που έχουν σχέση με δημόσιες συμβάσεις. Επίσης, η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει δικαίωμα, αν το επιθυμεί, να πει την άποψή της, αλλά δεν έχει δικαίωμα όπως αναφέρεται πιο πάνω να δώσει οδηγίες ούτε να επιβάλει την άποψή της σε κανέναν, επομένως δε θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ούτε έχει δικαίωμα ψήφου. Η υπηρεσία όμως δεν κωλύεται να πει την άποψή της και σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν προκύψουν στοιχεία ή όταν αποφασίσει, να κάνει ένα λεπτομερέστερο έλεγχο μιας υπόθεσης.

 Επίσης στην Κύπρο η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν αποτελεί μέρος οποιασδήποτε διαδικασίας έγκρισης για τη διενέργεια οποιασδήποτε δαπάνης, όπως συμβαίνει π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο Γενικός Ελεγκτής έχει και τον τίτλο του “Comptroller”, με βάση τον οποίο δίδει εξουσιοδότηση να γίνουν πληρωμές. Είναι δηλαδή μέρος της διαδικασίας πληρωμών.

 Με στόχο τη βελτίωση του έργου της, η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει καλέσει Βρετανούς εμπειρογνώμονες στην Κύπρο, για να μελετήσουν εκτεταμένες εσωτερικές αλλαγές στον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών της. Αυτό θα αναβαθμίσει το επίπεδο της υπηρεσίας.

 Όσον αφορά την πτυχή του δικού της ελέγχου και της αξιολόγησής της, η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει αναθέσει για πρώτη φορά σε εξωτερικό ιδιώτη ελεγκτή να ελέγξει τα οικονομικά της υπηρεσίας, διότι είναι η μόνη υπηρεσία που δεν ελέγχεται οικονομικά από κανέναν. Ο ιδιώτης ελεγκτής, ο οποίος έχει ελέγξει τις σχετικές δαπάνες της υπηρεσίας, εξέδωσε “Γνώμη Ελεγκτή”, η οποία ενσωματώθηκε σε παράρτημα στη φετινή ετήσια έκθεση της υπηρεσίας.

 Η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν είναι φορέας εξουσίας, δεν έχει εξουσία επιβολής της θέσης της στο κοινοβούλιο ούτε ελέγχει το κοινοβούλιο για τις αποφάσεις του, παρά μόνο υποβάλλει τις εισηγήσεις της. Λόγω του ότι δεν είναι φορέας εξουσίας, δεν τίθεται θέμα υπέρβασης των ορίων της εξουσίας της. Αυτό που μπορεί να συμβεί είναι να κριθεί αρνητικά για άστοχες, λανθασμένες εισηγήσεις και οι λήπτες των εισηγήσεών της να τις αγνοήσουν. Επίσης, δεν έχει το αλάθητο, δεν είναι θέσφατο, δηλαδή μπορεί να γίνουν και λάθη, οπότε ο ελεγχόμενος θα μπορεί να υποστηρίξει την άποψή του και να διαφωνήσει με την υπηρεσία.

 Ο έλεγχος στον οποίο υπόκειται η Ελεγκτική Υπηρεσία είναι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και δεσμεύεται από τις πρόνοιες του περί Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στις Κοινοβουλευτικές Επιτροπές Νόμου. Υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και ενημερώνει το σώμα κατά πόσο η κυβέρνηση συμμορφώνεται με τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις της. Η εξουσία ανήκει στη Βουλή, η οποία χρησιμοποιεί ως χρήσιμο εργαλείο την Ελεγκτική Υπηρεσία για την άσκηση του κοινοβουλευτικού της έργου, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στα πλαίσια της εξέτασης των κρατικών προϋπολογισμών. Συγκεκριμένα, κατά την εξέταση των προϋπολογισμών η Βουλή ζήτησε από την κυβέρνηση να επισυνάπτει σε αυτούς και έκθεση συμμόρφωσης με τις συστάσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.

Ειδικότερα, η Ελεγκτική Υπηρεσία καταθέτει στη Βουλή ετήσια έκθεση με τις παρατηρήσεις της για όλα τα υπουργεία, τους ημικρατικούς οργανισμούς και τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης. Επίσης, συντάσσει ειδικές εκθέσεις, καθώς και εκθέσεις για ημικρατικούς οργανισμούς, που κατατίθενται στη Βουλή και τυγχάνουν εξέτασης από αυτήν.

3. Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου

Η Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου (έφορος) δήλωσε ότι η υιοθέτηση του διεθνούς “μοντέλου των τριών γραμμών άμυνας” είναι πολύ σημαντική, διότι αναμένεται να συμβάλει στην πρόληψη και αντιμετώπιση της διαφθοράς. Ειδικότερα, η έφορος, αφού κατέθεσε στοιχεία σε σχέση με τη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου στη δημόσια υπηρεσία, επεξήγησε στην επιτροπή το “μοντέλο των τριών γραμμών άμυνας” με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Δεκεμβρίου 2016.

Με βάση όσα επισήμανε η έφορος και όσα διαλαμβάνονται στην πιο πάνω απόφαση, παρατίθενται τα ακόλουθα:

 Το Υπουργικό Συμβούλιο με δύο παλαιότερες αποφάσεις του το 2013 ενέκρινε τη σύσταση και τη λειτουργία μονάδων εσωτερικού ελέγχου σε όλα τα υπουργεία.

 Το Δεκέμβριο του 2015 η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου εκπόνησε μελέτη για τη σύσταση και τη λειτουργία των μονάδων εσωτερικού ελέγχου των υπουργείων. Επιπρόσθετα, στα πλαίσια του Μνημονίου Συναντίληψης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο προέβλεπε μια σειρά εξωτερικών αξιολογήσεων της δημόσιας διοίκησης της Κύπρου, τον Απρίλιο του 2016 εκπονήθηκε από Ιρλανδούς εμπειρογνώμονες μελέτη με θέμα “Functional Review of the Internal Audit Service”.

 Τόσο από τη μελέτη της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου όσο και από τη μελέτη των Ιρλανδών εμπειρογνωμόνων προέκυψε η ανάγκη για αποσαφήνιση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των μονάδων εσωτερικού ελέγχου ως της δεύτερης γραμμής άμυνας του “μοντέλου των τριών γραμμών άμυνας” του Διεθνούς Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών.

 Με βάση τα πιο πάνω, λήφθηκε απόφαση από το Υπουργικό Συμβούλιο για αναθεώρηση του πλαισίου που διέπει τη σύσταση και τη λειτουργία των μονάδων εσωτερικού ελέγχου σε όλα τα υπουργεία μέσω της υιοθέτησης του “μοντέλου των τριών γραμμών άμυνας”.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, το μοντέλο αυτό αναλύεται κυρίως ως ακολούθως:

α. Στην πρώτη γραμμή άμυνας ανήκουν τα διάφορα ιεραρχικά επίπεδα της διοίκησης του εκάστοτε οργανισμού, τα οποία κατέχουν την κυριότητα, την ευθύνη και την αρμοδιότητα σε σχέση με:

i. τη διαχείριση των κινδύνων,

ii. το σχεδιασμό και την εφαρμογή κατάλληλων και αποτελεσματικών συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, δηλαδή τη θέσπιση και την εκτέλεση διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων σχετικών δικλίδων ασφαλείας για αντιμετώπιση των πιθανών κινδύνων του οργανισμού από την υλοποίηση των τρεχουσών και καθημερινών εργασιών του, και

iii. την εφαρμογή έγκαιρων και επαρκών διορθωτικών ενεργειών, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, με στόχο την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού μέσω των κατάλληλων διαδικασιών.

β. Στη δεύτερη γραμμή άμυνας, η οποία αποτελεί βασικό εργαλείο της διοίκησης του εκάστοτε οργανισμού, ανήκουν οι υποστηρικτικές λειτουργίες, οι οποίες συνδέονται κυρίως με την παρακολούθηση και επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών διαδικασιών ελέγχου, της διαχείρισης των κινδύνων και της συμμόρφωσης προς αυτές. Οι υποστηρικτικές λειτουργίες παρέχονται από τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου προς τη διοίκηση κάθε οργανισμού.

Αυτή η γραμμή άμυνας διαλαμβάνει δραστηριότητες που καλύπτουν διάφορες συνιστώσες της εσωτερικής διακυβέρνησης του οργανισμού, όπως η διαχείριση κινδύνων (risk management), η κανονιστική συμμόρφωση (compliance), ο χρηματοοικονομικός έλεγχος (financial control), η ασφάλεια (security), η ποιότητα (quality), η διεξαγωγή επιθεωρήσεων (inspections) κ.λπ.

Η δεύτερη γραμμή άμυνας κατέχει κάποιο βαθμό περιορισμένης ανεξαρτησίας, λόγω του ότι τα άτομα που καλούνται να στελεχώσουν την οικεία μονάδα εσωτερικού ελέγχου δεν κατέχουν κάποια άλλη λειτουργική εξουσία ή ευθύνη, αλλά θα έχουν τοποθετηθεί στη μονάδα εσωτερικού ελέγχου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Συγκεκριμένα, η δεύτερη γραμμή άμυνας αποτελεί μέρος της λειτουργίας της διοίκησης και, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπόκειται στον ιεραρχικό της έλεγχο και ότι μπορεί να εμπλακεί στο σχεδιασμό και στη βελτίωση των συστημάτων ελέγχου, έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της, ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι προσφέρει πραγματικά ανεξάρτητες αναλύσεις και αξιολογήσεις στη διοίκηση.

γ. Στην τρίτη γραμμή άμυνας βρίσκεται ο εσωτερικός έλεγχος, ο οποίος διενεργείται από τη λειτουργικά και διοικητικά ανεξάρτητη Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου με βάση τον περί Εσωτερικού Ελέγχου Νόμο [Ν. 114(Ι)/2003]. Επισημαίνεται ότι της εν λόγω υπηρεσίας προΐσταται ο Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου, ο οποίος, σύμφωνα με τον πιο πάνω νόμο, διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για περίοδο έξι ετών και η θητεία του δύναται να ανανεωθεί για μια ακόμη περίοδο.

Ο εσωτερικός έλεγχος, με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω νόμου, αποτελεί μια ανεξάρτητη, αντικειμενική, διαβεβαιωτική και συμβουλευτική δραστηριότητα, σχεδιασμένη να προσθέτει αξία και να βελτιώνει τις λειτουργίες ενός οργανισμού. Βοηθά τον οργανισμό να πετύχει τους αντικειμενικούς στόχους του υιοθετώντας μία συστηματική και επαγγελματική προσέγγιση στην αξιολόγηση και βελτίωση των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και της εταιρικής διακυβέρνησης.

Η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία είναι η τρίτη γραμμή άμυνας, παρέχει υψηλού βαθμού ανεξάρτητες και αντικειμενικές υπηρεσίες διαβεβαίωσης στο Συμβούλιο Εσωτερικού Ελέγχου, η σύσταση του οποίου προβλέπεται με βάση τον πιο πάνω νόμο, καθώς και στη διοίκηση του οικείου οργανισμού σχετικά με την αποτελεσματικότητα των πρώτων δύο γραμμών άμυνας.

Αυτό που διαφοροποιεί την τρίτη γραμμή άμυνας είναι το υψηλό επίπεδο της οργανωτικής ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας που κατέχει μέσα στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων της. Στη βάση αυτή και προς διαφύλαξη των αρχών αυτών, οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν εμπλέκονται με οποιοδήποτε τρόπο στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή συστημάτων εσωτερικού ελέγχου αλλά ούτε επιτρέπεται να συμμετέχουν σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες εκτελεστικής φύσεως.

Σημειώνεται ότι στην πρόταση του Υπουργείου Οικονομικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο σε σχέση με την αναθεώρηση του πλαισίου των μηχανισμών ελέγχου στη δημόσια υπηρεσία αναφέρεται ότι, λόγω της διαχρονικής υποστελέχωσης της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, κρίνεται σκόπιμη η προώθηση μέτρων για στελέχωση της υπηρεσίας με επαρκή αριθμό κατάλληλου προσωπικού, όταν οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέψουν. Παράλληλα, συστήνεται όπως η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς υπηρεσιών από τον ιδιωτικό τομέα.

δ. Στην τέταρτη γραμμή άμυνας ανήκει η Ελεγκτική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, με βάση το σύνταγμα, υποβάλλει κάθε χρόνο ετήσια έκθεση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην τέταρτη γραμμή άμυνας ανήκουν επίσης και άλλοι εθνικοί, κοινοτικοί και διεθνείς ελεγκτικοί και εποπτικοί φορείς.

Επισημαίνεται ότι, παρ’ όλο που η τέταρτη γραμμή άμυνας δεν αποτελεί επίσημα μέρος του “μοντέλου των τριών γραμμών άμυνας”, στη βάση του γενικότερου ρόλου που κατέχει μέσα στα πλαίσια της διάρθρωσης των μηχανισμών ελέγχου και της διακυβέρνησης των εκάστοτε οργανισμών μπορεί να θεωρηθεί ως μία επιπλέον γραμμή άμυνας, παρέχοντας ένα επιπρόσθετο επίπεδο διαβεβαίωσης.

Για την επίτευξη των πιο πάνω επιβάλλεται να υπάρχει αποτελεσματική συνεργασία και συντονισμός μεταξύ όλων των γραμμών άμυνας εντός ενός πλαισίου “συνδυασμένης διασφάλισης”, προκειμένου να δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες, ώστε να εξασφαλίζεται η κατάλληλη ελεγκτική κάλυψη και να ελαχιστοποιείται η επανάληψη των εργασιών.

Η Έφορος Εσωτερικού Ελέγχου δήλωσε πρόσθετα ότι οι υφιστάμενες μονάδες εσωτερικού ελέγχου των υπουργείων και των υπηρεσιών υπολειτουργούν, γι’ αυτό και πρέπει να ενισχυθούν με προσωπικό.

Επιπρόσθετα, όπως τόνισε η ίδια, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου διαχρονικά παρουσιάζει πρόβλημα υποστελέχωσης, όπως ήδη επισημάνθηκε και πιο πάνω, και με βάση τη μελέτη των Ιρλανδών εμπειρογνωμόνων χρειάζεται ενίσχυση με τουλάχιστον επιπλέον δεκαπέντε πρόσωπα. Ειδικότερα, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, πέραν των τρεχουσών εργασιών της, έχει αναλάβει πρόσφατα και τον έλεγχο των συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων, ο οποίος διαρκεί από τον Οκτώβρη μέχρι το Μάρτιο. Η εργασία του ελέγχου αυτού είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και χρονοβόρα και απασχολεί όλο το προσωπικό της υπηρεσίας. Επιπλέον, σημειώνεται ότι ο έλεγχος αυτός γίνεται σε βάρος όλων των υπόλοιπων ελέγχων που πρέπει να γίνουν, οι οποίοι ανήκουν στις ουσιαστικές αρμοδιότητες της υπηρεσίας.

Όπως ανέφερε έτι περαιτέρω η έφορος, με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία ο έφορος είναι υπεύθυνος για την ετοιμασία και υποβολή έκθεσης ελέγχου μετά την ολοκλήρωση κάθε ελέγχου προς τη διεύθυνση του ελεγχόμενου οργανισμού. Επίσης, ο έφορος υποβάλλει εντός έξι μηνών από τη λήξη κάθε έτους έκθεση προς το συμβούλιο σε σχέση με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου του προηγούμενου έτους.

Σύμφωνα με την έφορο, στα πλαίσια του εσωτερικού ελέγχου που ασκείται από την υπηρεσία της, όταν εντοπιστούν οποιαδήποτε κενά και αδυναμίες στους υφιστάμενους μηχανισμούς ελέγχου, τότε προβαίνουν σε σχετικές συμβουλευτικού χαρακτήρα εισηγήσεις προς την εκτελεστική εξουσία. Οι εισηγήσεις αυτές δε δημοσιοποιούνται. Επίσης, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου συμμετέχει ως παρατηρητής χωρίς εκτελεστικής φύσεως εξουσία σε διάφορες επιτροπές και προβαίνει, εάν κριθεί σκόπιμο, σε εισηγήσεις, όπως για παράδειγμα στην Επιτροπή Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

Όπως επιπρόσθετα επισήμανε η ίδια, εάν στα πλαίσια του ελέγχου που ασκείται διαπιστωθεί η ύπαρξη κάποιας παρανομίας, τότε, με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία, ετοιμάζεται ειδική έκθεση γεγονότων και αποστέλλεται στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στην αστυνομία για διερεύνηση. Ειδικότερα, στα πλαίσια του ελέγχου των πιο πάνω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων διαπιστώθηκε η ύπαρξη κάποιας παράνομης χρηματοδότησης, η οποία έχει αποσταλεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για διερεύνηση.

Τέλος, όπως τόνισε η έφορος, ο συντονισμός των ελεγκτικών αρχών είναι ιδιαίτερα σημαντικός, όπως επίσης η συνεργασία τους, η οποία θεωρείται απαραίτητη, για να επέλθουν τα αναγκαία και επιθυμητά αποτελέσματα.

Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ/ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ/ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

1. Συμπεράσματα/διαπιστώσεις της επιτροπής

Η επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα καταλήγει στα ακόλουθα:

 Διαπιστώνεται ότι οι περισσότερες από τις υφιστάμενες μονάδες εσωτερικού ελέγχου των υπουργείων υπολειτουργούν λόγω έλλειψης επαρκούς αριθμού κατάλληλου και εξειδικευμένου προσωπικού. Επίσης, σε ορισμένα υπουργεία/υπηρεσίες/οργανισμούς δε λειτουργούν καθόλου τέτοιες μονάδες. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος που ασκείται από τις υφιστάμενες μονάδες δεν είναι επαρκής και αποτελεσματικός ή είναι ακόμη και ανύπαρκτος. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να συσταθούν και να λειτουργούν σε όλα τα υπουργεία/τις υπηρεσίες/τους οργανισμούς μονάδες εσωτερικού ελέγχου, οι οποίες να είναι στελεχωμένες με επαρκή αριθμό προσωπικού, το οποίο να είναι προσοντούχο και εξειδικευμένο σε θέματα ελέγχου. Πρέπει επίσης το προσωπικό αυτό να ασχολείται αποκλειστικά με τον έλεγχο αυτό.

 Διαπιστώνεται ότι οι υφιστάμενες μονάδες εσωτερικού ελέγχου δε λειτουργούν ομοιόμορφα στη βάση ενός ενιαίου μοντέλου ελέγχου. Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώνεται η ανάγκη για περαιτέρω διασαφήνιση των ορίων ελέγχου μεταξύ των υφιστάμενων θεσμών ελέγχου, ώστε να μην παρατηρείται επικάλυψη αρμοδιοτήτων. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει, μέσω της προωθούμενης αναθεώρησης του πλαισίου λειτουργίας των μονάδων αυτών, ο εσωτερικός έλεγχος στα υπουργεία/τις υπηρεσίες να αναβαθμιστεί, με κύριο στόχο την πρόληψη της διαφθοράς.

Ως εκ τούτου, η επιτροπή, στη βάση των πιο πάνω, απέστειλε στο Υπουργείο Οικονομικών επιστολή, ημερομηνίας 15 Φεβρουαρίου 2017, ζητώντας να ενημερωθεί για τη λειτουργία των μονάδων ελέγχου σε όλα τα υπουργεία, καθώς και για τον προγραμματισμό όσον αφορά την υλοποίηση της αναθεώρησης του πλαισίου που διέπει τη λειτουργία τους.

Ειδικότερα, η επιτροπή ζήτησε να ενημερωθεί σε ποια υπουργεία έχουν συσταθεί μέχρι σήμερα και λειτουργούν τέτοιες μονάδες και περαιτέρω κατά πόσο αυτές είναι σωστά στελεχωμένες με το κατάλληλο και προσοντούχο προσωπικό, με αποκλειστική ενασχόληση σε αυτές.

2. Εισηγήσεις/επισημάνσεις της επιτροπής

 Πέραν των πιο πάνω, να εξεταστεί από πλευράς της εκτελεστικής εξουσίας η δυνατότητα ενίσχυσης της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου με επιπρόσθετο προσωπικό για την ομαλή διεκπεραίωση του έργου της και την εύρυθμη λειτουργία της λόγω της επιφόρτισής της και με τα καθήκοντα ελέγχου των συγχρηματοδοτούμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

 Οι εισηγήσεις και διαπιστώσεις της Εφόρου Εσωτερικού Ελέγχου στα πλαίσια του ελέγχου που ασκείται από την υπηρεσία της πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από την εκτελεστική εξουσία. Επίσης, πρέπει να λαμβάνονται όλα τα δυνατά μέτρα για την υιοθέτησή τους.

 Πρέπει να υπάρχει σταθερή και συνεχής συνεργασία μεταξύ όλων των θεσμών ελέγχου, διότι είναι ιδιαίτερα σημαντική η λειτουργία τους για τη σωστή διεξαγωγή των ελέγχων που ανατίθενται σε αυτούς.

 Υπάρχει επίσης γενικότερος προβληματισμός για το πόσο αποτελεσματικός μπορεί να είναι ο εσωτερικός έλεγχος της πρώτης και της δεύτερης γραμμής άμυνας, στην περίπτωση που διαπιστώνεται μια παρατυπία ή παρανομία από πλευράς της διοίκησης.

Γι’ αυτό το λόγο η επιτροπή, με γνώμονα την ενδυνάμωση του εσωτερικού ελέγχου, θεωρεί ότι η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου πρέπει να εντείνει τη δραστηριότητά της για πιο αποτελεσματικό έλεγχο επί των μονάδων εσωτερικού ελέγχου. Ειδικότερα, με την ενδυνάμωση του ελέγχου αυτού, πέραν του ότι αυτός θα είναι πιο αποτελεσματικός, θα είναι και πιο αντικειμενικός, επειδή τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη γραμμή άμυνας του εσωτερικού ελέγχου αποτελούν μέρος της διοίκησης. Ως εκ τούτου, δεν κατέχουν τα αναγκαία εχέγγυα ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας, αφού υπάγονται άμεσα στη διοίκηση. Η άσκηση του πιο πάνω ελέγχου πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένα ενιαία πρότυπα, μεθοδολογία και πρωτόκολλα, που να περιλαμβάνουν μεθοδολογική πρακτική για αντιμετώπιση των κινδύνων.

Σημειώνεται ότι το μέλος της επιτροπής κ. Γιώργος Περδίκης, βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, δήλωσε ότι επιθυμεί να καταθέσει ξεχωριστά τις δικές του θέσεις σε σχέση με τα ακόλουθα:

α. Διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή του “μοντέλου των τριών γραμμών άμυνας”, κυρίως ως προς τη δυνατότητα άσκησης ουσιαστικού και αποτελεσματικού ελέγχου.

β. Πρέπει να εξεταστεί σοβαρά από την κυβέρνηση η παραχώρηση περαιτέρω δυνατότητας στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου επί των μονάδων εσωτερικού ελέγχου με την κατάλληλη διαμόρφωση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Με την παραχώρηση της δυνατότητας αυτής ο έλεγχος θα είναι περισσότερο αποτελεσματικός και αντικειμενικός, γιατί, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω και από την επιτροπή, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη γραμμή άμυνας του εσωτερικού ελέγχου αποτελούν μέρος της διοίκησης. Ως εκ τούτου, δεν κατέχουν τα αναγκαία εχέγγυα ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας, αφού υπάγονται άμεσα στη διοίκηση. Επιπρόσθετα, υιοθετεί την άποψη ότι η άσκηση του εσωτερικού ελέγχου πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένα ενιαία πρότυπα, μεθοδολογία και πρωτόκολλα, που να περιλαμβάνουν μεθοδολογική πρακτική για αντιμετώπιση των κινδύνων.

γ. Η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας επιβάλλεται να αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία, όπως ισχύει και στις ελεγκτικές υπηρεσίες των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, διότι η οικονομική ανεξαρτησία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σωστή και αποτελεσματική διεκπεραίωση του έργου της και την υλοποίηση των στόχων του ελέγχου.

Σημειώνεται επίσης ότι το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Εθνικού Λαϊκού Μετώπου υποστηρίζει τη θέση του κ. Γιώργου Περδίκη ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας πρέπει να αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία.

3. Καταληκτικά σχόλια

Η επιτροπή εκφράζει την ευαρέσκειά της όσον αφορά την απόφαση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας να προωθήσει σημαντικές αναδιαρθρώσεις στον τρόπο επιτέλεσης του έργου της, ώστε να αναβαθμιστεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών της. Επίσης, η επιτροπή κρίνει ως ορθή την απόφαση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας να αναθέσει σε εξωτερικό ιδιώτη ελεγκτή τον έλεγχο των οικονομικών της.

Περαιτέρω, η επιτροπή κρίνει ότι το όλο πλέγμα των μηχανισμών ελέγχου στη δημόσια υπηρεσία και εντός της κρατικής μηχανής χρήζει βελτιώσεων και ενίσχυσης. Ενόψει της προωθούμενης αναθεώρησης του πλαισίου που διέπει τη σύσταση και λειτουργία των μονάδων εσωτερικού ελέγχου, τα υπουργεία/οι υπηρεσίες/οι οργανισμοί σταδιακά πρέπει να ενισχύσουν τις μονάδες αυτές. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται να γίνουν περαιτέρω βήματα όσον αφορά την εμπέδωση και υιοθέτηση κουλτούρας εσωτερικού ελέγχου κυρίως για σκοπούς πρόληψης της διαφθοράς.

Η μέχρι τώρα απουσία, καθώς και η μη σωστή εφαρμογή του μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου στη δημόσια υπηρεσία, στην ευρύτερή της έννοια, διαιώνιζε τα κρούσματα διαφθοράς.

Γι’ αυτό το λόγο η επιτροπή αναμένει ότι με την προωθούμενη αναθεώρηση όλου του συστήματος του εσωτερικού ελέγχου θα αντιμετωπιστούν και θα παταχθούν στη ρίζα τους τα φαινόμενα διαφθοράς.

Τέλος, η επιτροπή, με στόχο την πρόληψη της διαφθοράς και την ορθολογιστική διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, δηλώνει πρόθυμη να στηρίξει και να συνδράμει στην όλη προσπάθεια που καταβάλλεται, όποτε αυτό κριθεί σκόπιμο, με όλα τα μέσα που διαθέτει ως νομοθετικό σώμα, δηλαδή είτε μέσω της νομοθετικής οδού είτε μέσω αποστολής επιστολών προς την εκτελεστική εξουσία είτε μέσω των συνεδριάσεων που πραγματοποιούνται στην παρουσία των αρμόδιων φορέων για τη συζήτηση συγκεκριμένων θεμάτων.

 

12 Ιουλίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων