Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τις προτάσεις νόμου «Ο Καταργητικός του περί της Ρύθμισης Θεμάτων Αποκρατικοποίησης Νόμου του 2014 Νόμος του 2017» και «Ο περί της Αξιοποίησης Κρατικής Περιουσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 201

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Άγγελος Βότσης
Μάριος Μαυρίδης Μαρίνος Μουσιούττας
Ονούφριος Κουλλά Ηλίας Μυριάνθους, εκπροσωπώντας
Στέφανος Στεφάνου τον κ. Μαρίνο Σιζόπουλο
Άριστος Δαμιανού Άννα Θεολόγου
Αντρέας Καυκαλιάς  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τις πιο πάνω προτάσεις νόμου σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 19ης Ιουνίου και 10ης Ιουλίου 2017. Η πρώτη πρόταση νόμου κατατέθηκε στη Βουλή από τους κ. Στέφανο Στεφάνου, Άριστο Δαμιανού και Αντρέα Καυκαλιά εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και η δεύτερη από τους κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, Μάριο Μαυρίδη και Ονούφριο Κουλλά εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και Άγγελο Βότση και Μαρίνο Μουσιούττα εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος.

Στο πλαίσιο της συζήτησης των προτάσεων νόμου, ενώπιον της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων.

Σκοπός της πρώτης πρότασης νόμου είναι αφενός η κατάργηση της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων, η οποία έχει θεσμοθετηθεί βάσει σχετικής νομοθεσίας του 2014, και αφετέρου η κατάργηση της ίδιας της νομοθεσίας για την αποκρατικοποίηση δημόσιων οργανισμών και δημόσιας περιουσίας.

Σκοπός της δεύτερης πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί της Ρύθμισης Θεμάτων Αποκρατικοποίησης Νόμου με στόχο τη μετονομασία της υφιστάμενης Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων σε “Μονάδα Αξιοποίησης Κρατικής Περιουσίας” και τη διόρθωση και ανάλογη μετονομασία οποιωνδήποτε σχετικών αναφορών και όρων, όπου αυτοί απαντούν.

Περαιτέρω, σκοπείται η τροποποίηση του ίδιου πιο πάνω νόμου, ώστε ως Έφορος Αποκρατικοποιήσεων να μπορεί να διοριστεί και δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος θα εκτελεί τα καθήκοντα του εφόρου παράλληλα με τα καθήκοντα της δημόσιας θέσης στην οποία υπηρετεί.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την πρώτη πρόταση νόμου, αλλά και όσα ανέφεραν οι εισηγητές της στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της επιτροπής, δεδομένης της απάλειψης κονδυλίων στον κρατικό προϋπολογισμό του 2017 που σχετίζονταν με τη λειτουργία της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων και τις διαδικασίες αποκρατικοποίησης κρατικής περιουσίας και δημόσιων οργανισμών, κρίνεται ότι θεσμικά η διατήρηση της εν λόγω μονάδας έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου. Συναφώς, ζητήματα τα οποία αφορούν στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Οικονομικών και πλέον, σύμφωνα με τους ιδίους, δεν υφίσταται ανάγκη ή λόγος ύπαρξης άλλου φορέα πέραν του αρμόδιου υπουργείου.

Περαιτέρω, με την ψήφιση της πρότασης νόμου και συνεπώς την κατάργηση της νομοθεσίας για τις αποκρατικοποιήσεις, η Βουλή των Αντιπροσώπων θα αποτυπώσει νομοθετικά τη βούλησή της για τερματισμό των όποιων προσπαθειών και/ή διαδικασιών αποκρατικοποίησης δημόσιων οργανισμών και/ή αποξένωσης/διαχείρισης κρατικής περιουσίας από τρίτα μέρη, καθότι το δημόσιο συμφέρον, τα εργασιακά δικαιώματα και η κοινωνική συνοχή κρίνεται ότι εξυπηρετούνται καλύτερα μέσω του εκσυγχρονισμού και της βελτιστοποίησης της λειτουργίας των δημόσιων οργανισμών.

Επιπρόσθετα, τα κέρδη τέτοιων οργανισμών συμβάλλουν στην αύξηση των κρατικών εσόδων, ενώ αντίθετα η πώλησή τους σε τιμές μη ανταποκρινόμενες στην πραγματική τους αξία θα έπληττε το δημόσιο πλούτο.

Οι εισηγητές της εν λόγω πρότασης νόμου δήλωσαν παράλληλα ότι οι οργανισμοί αυτοί πρέπει άμεσα και επιτακτικά να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό του τρόπου λειτουργίας τους, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαφάνεια και την ενδυνάμωση των τρόπων λογοδοσίας τους.

Σημειώνεται επίσης ότι, με βάση την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την υπό αναφορά πρόταση νόμου, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις πρέπει να τεθούν σε ισχύ το ταχύτερο δυνατό, ώστε να συγκρατηθούν οι δημόσιες δαπάνες που προορίζονταν να καλύψουν τη λειτουργία της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων, γεγονός το οποίο θα αποβεί προς όφελος των φορολογούμενων πολιτών.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τη δεύτερη πρόταση νόμου, οι σχετικές διατάξεις του περί της Ρύθμισης Θεμάτων Αποκρατικοποίησης Νόμου του 2014 δεν περιορίζουν την αξιοποίηση κρατικής περιουσίας μόνο μέσω της μεθόδου της πώλησης και/ή αποξένωσης, αφού προβλέπεται ρητά η αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας και με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο αποδεκτή στις συνήθεις εμπορικές πρακτικές, περιλαμβανομένης και της μίσθωσης ή της παραχώρησης δικαιώματος χρήσης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας.

Καθίσταται λοιπόν σαφές, σύμφωνα με τους εισηγητές της πρότασης νόμου, ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει ήδη αποτυπώσει στην οικεία νομοθεσία τη δυνατότητα αξιοποίησης κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας του κράτους όχι μόνο με τη μέθοδο της πώλησης, αλλά και με άλλες μεθόδους που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης.

Συναφώς και συνεπεία του γεγονότος ότι ο όρος “αποκρατικοποίηση” στην οικεία νομοθεσία έχει δημιουργήσει λανθασμένα την εντύπωση ότι η εφαρμογή του νόμου αυτού επιβάλλει αποκλειστικά την αποξένωση της κρατικής περιουσίας, η πρόταση νόμου στοχεύει στην εναρμόνιση του γράμματος του νόμου με το πνεύμα αυτού, με την ανάλογη τροποποίηση των σχετικών όρων και αναφορών, ώστε να καταστεί σαφές ότι κύριος στόχος της οικείας νομοθεσίας είναι η αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας μέσω πολλών και διαφορετικών μεθόδων αποδεκτών στις συνήθεις εμπορικές πρακτικές και όχι αποκλειστικά μέσω της μεθόδου της αποξένωσης κρατικής περιουσίας.

Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κατά τη συζήτηση των προτάσεων νόμου ενώπιον της επιτροπής, οι εισηγητές της πρότασης νόμου που αφορά την κατάργηση της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων δήλωσαν μεταξύ άλλων ότι η εν λόγω μονάδα πρέπει να σταματήσει να συντηρείται, καθότι δεν έχει πλέον ούτε αποστολή ούτε ρόλο και παράλληλα έχει παραμείνει χωρίς προϊστάμενο, αφού, ως γνωστό, ο τέως Έφορος Αποκρατικοποιήσεων από το Φεβρουάριο του 2017 έχει διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εκτελεστικός σύμβουλος στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και έκτοτε στη θέση του δεν έχει διοριστεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.

Σε συνέχεια του πιο πάνω σημείου οι εισηγητές της πρότασης νόμου δήλωσαν επίσης ότι τίθενται εν αμφιβόλω και οι οποιεσδήποτε αποφάσεις ή ενέργειες της μονάδας από την ημερομηνία αποχώρησης του τέως εφόρου και εντεύθεν, εφόσον με βάση τη σχετική νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της απαιτείται η συμμετοχή του ίδιου του εφόρου τόσο για την υλοποίηση και επίβλεψη των διαφόρων εργασιών που επιτελούνται όσο και για τη λήψη οποιωνδήποτε διοικητικών αποφάσεων.

Περαιτέρω, οι ίδιοι εισηγητές έθεσαν το ερώτημα κατά πόσο οι αρμοδιότητες και οι εργασίες της μονάδας θα μπορούσαν να ανατεθούν σε προσωπικό του Υπουργείου Οικονομικών ή σε δημόσιους υπαλλήλους με απόσπαση, χωρίς να απαιτείται η μέθοδος της αγοράς υπηρεσιών, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική εξοικονόμηση πόρων.

Ζητήθηκε παράλληλα η κατάθεση ενημερωτικού σημειώματος σχετικά με τις δραστηριότητες που έχουν αναληφθεί από τη μονάδα από την ίδρυσή της και εντεύθεν, και ειδικότερα για την περίοδο από την ημερομηνία αποχώρησης του τέως εφόρου μέχρι και σήμερα.

Μέλη της επιτροπής υπέβαλαν επίσης ερωτήματα σε σχέση με τις προϋπολογιζόμενες δαπάνες της μονάδας, καθώς και για το καθεστώς εργοδότησης των προσώπων που εργάζονται εκεί και ζήτησαν παράλληλα την κατάθεση των σχετικών συμβάσεων εργοδότησης.

Οι εισηγητές της δεύτερης πρότασης νόμου, υποστηρίζοντας την ανάγκη διατήρησης της μονάδας, δήλωσαν μεταξύ άλλων ότι με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιχειρείται η σαφέστερη και καλύτερη διατύπωση των όρων και των ορισμών της κείμενης νομοθεσίας, ώστε να διατυπώνονται επαρκέστερα τόσο ο ρόλος όσο και οι αρμοδιότητές της εν λόγω μονάδας.

Ειδικότερα, δήλωσαν ότι τα θέματα με τα οποία ασχολείται η μονάδα είναι περισσότερο θέματα αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας και όχι αποκρατικοποίησης. Ο όρος “αποκρατικοποίηση”, σύμφωνα με τους ίδιους, ενδεχομένως να μην αποδίδει απόλυτα τους επιδιωκόμενους σκοπούς της μονάδας και συναφώς θα ήταν καλύτερα να διαφοροποιηθεί.

Οι ίδιοι εισηγητές δήλωσαν επίσης ότι τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η μονάδα απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και επιστημονική κατάρτιση, η οποία, σε περίπτωση κατάργησης της μονάδας, θα πρέπει να εξασφαλίζεται πιθανότατα κατ’ αποκλειστικότητα μέσω της αγοράς υπηρεσιών.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών, σχολιάζοντας όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω από τους εισηγητές και των δύο προτάσεων νόμου, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι το αρμόδιο υπουργείο θεωρεί ορθή τη διατήρηση της μονάδας και συμφωνεί με τη φιλοσοφία που διέπει τη δεύτερη πρόταση νόμου, καθώς και με τη μετονομασία της Μονάδας Αποκρατικοποιήσεων σε “Μονάδα Αξιοποίησης Κρατικής Περιουσίας”.

Ο ίδιος εκπρόσωπος δήλωσε ότι αδιαμφισβήτητα υπάρχει ανάγκη για αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας με τρόπους που δεν περιορίζονται, με βάση τις σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, μόνο στην πώλησή της. Ως εκ τούτου, η δεύτερη πρόταση νόμου θέτει, εφόσον ψηφιστεί, τις σωστές βάσεις για τη λειτουργία της μονάδας.

Περαιτέρω, ο ίδιος εκπρόσωπος έδωσε διευκρινίσεις αναφορικά με την αποδέσμευση των αναγκαίων κονδυλίων για τη λειτουργία της μονάδας, η οποία έγινε με σχετική πλειοψηφική απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, υπενθυμίζοντας ότι αυτή αφορούσε τις αμοιβές συμβούλων που διορίστηκαν για την παροχή εξειδικευμένων επαγγελματικών υπηρεσιών, καθώς και διάφορες δράσεις που αφορούσαν την αδειοδότηση του Κρατικού Λαχείου Κύπρου, την αξιοποίηση κρατικής περιουσίας στην περιοχή του Τροόδους και την εκπόνηση στρατηγικού σχεδίου για το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.

Επιπρόσθετα, ο ίδιος εκπρόσωπος ανέφερε ότι το Υπουργείο Οικονομικών συμφωνεί με την εισήγηση στη θέση του εφόρου να είναι δυνατό να διοριστεί και δημόσιος υπάλληλος που προέρχεται από το δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ο οποίος θα εκτελεί τα καθήκοντα αυτά επιπρόσθετα από τα καθήκοντα της θέσης την οποία ήδη κατέχει.

Στη βάση της συζήτησης που διεξήχθη, το αρμόδιο υπουργείο, με επιστολή του ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2017, διαβίβασε στην επιτροπή απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν, καθώς και στοιχεία που ζητήθηκαν, περιλαμβανομένων των συμβάσεων και των ανανεώσεων των συμβάσεων εργοδότησης των συμβούλων που εργοδοτούνται στη μονάδα, στις οποίες σημειώνεται ότι αναφέρεται ρητά πως η κάθε σύμβαση θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ για την ανάλογη περίοδο πέρα από τις 30 Σεπτεμβρίου 2017, υπό την προϋπόθεση ότι θα ληφθεί προηγουμένως η γραπτή συγκατάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για την αποδέσμευση του απαραίτητου κονδυλίου.

Στην εν λόγω επιστολή γίνεται λεπτομερής και αναλυτική αναφορά στις δράσεις που ανέλαβε η μονάδα, στις οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, πέραν των δράσεων που αναφέρονται πιο πάνω, και η εκπόνηση μελετών, η συγγραφή εκθέσεων, η ετοιμασία εγγράφων διαγωνισμού για διορισμό συμβούλων, η παροχή υποστηρικτικού έργου προς το Υπουργείο Οικονομικών, η παρακολούθηση και η εκτέλεση σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών, η ετοιμασία νομοσχεδίων και η διενέργεια σχετικής διαβούλευσης με ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και άλλες εργασίες.

Στην ίδια επιστολή επισημαίνεται ότι η υποβληθείσα πρόταση για σχετική τροποποίηση του νόμου, με την οποία θα επιτρέπεται ο διορισμός δημόσιου υπαλλήλου στη θέση του Εφόρου Αποκρατικοποιήσεων, θα επιτρέψει την εύρυθμη λειτουργία της μονάδας και την ολοκλήρωση των τρεχόντων έργων χωρίς επιπρόσθετο κόστος για το κράτος. Η διευθέτηση αυτή θεωρείται επαρκής, αφού ληφθεί υπόψη η μείωση του αριθμού των έργων που εκτελούνται και υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η αγορά υπηρεσιών των εμπειρογνωμόνων της μονάδας, οι οποίοι έχουν αποκτήσει τόσο την απαραίτητη τεχνογνωσία μέσω της ενεργής εμπλοκής τους στα έργα από την έναρξή τους όσο και τη σχετική εμπειρία.

Περαιτέρω, η απρόσκοπτη συνέχιση των έργων για τα οποία η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού αποδέσμευσε τα σχετικά κονδύλια είναι σημαντική, ώστε να διατηρηθεί η δυναμική της εκτέλεσης των έργων του Τροόδους και του Κρατικού Λαχείου Κύπρου, η οποία προκύπτει από τη σημαντική εργασία που έχει εκτελεστεί.

Στην ίδια επιστολή αναφέρεται επίσης ότι από την παραίτηση του Εφόρου Αποκρατικοποιήσεων το Φεβρουάριο 2017 μέχρι και σήμερα δεν παρουσιάστηκαν προβλήματα, όσον αφορά τη λειτουργία της μονάδας, που να σχετίζονται με τα έργα για τα οποία αποδεσμεύθηκαν τα απαιτούμενα κονδύλια από την επιτροπή, καθότι συνεχίστηκε η εκτέλεση ήδη τροχοδρομημένων δραστηριοτήτων, που διενεργούνται υπό την επίβλεψη του Υπουργού Οικονομικών και Προέδρου της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων και χωρίς οποιαδήποτε παραβίαση των αρμοδιοτήτων του Εφόρου Αποκρατικοποιήσεων. Στη συνέχεια όμως αναμένεται να προκύψουν θέματα ουσίας τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του Εφόρου Αποκρατικοποιήσεων, οπότε είναι εξαιρετικά επείγον όπως τροποποιηθεί ο οικείος νόμος, ώστε να καταστεί δυνατός ο διορισμός κατάλληλου δημόσιου υπαλλήλου στη θέση αυτή.

Στο πλαίσιο της συζήτησης των εν λόγω θεμάτων, οι εισηγητές της δεύτερης πρότασης νόμου, αφού έλαβαν υπόψη όλες τις τεθείσες θέσεις, αποφάσισαν όπως, προς άρση οποιωνδήποτε αμφιβολιών ενδεχομένως να δημιουργούνται αναφορικά με τις αρμοδιότητες της μονάδας, προχωρήσουν στη διαμόρφωση της πρότασης νόμου που έχουν καταθέσει, ώστε σε αυτή να προστεθεί σχετικό άρθρο βάσει του οποίου από τις “μεθόδους αξιοποίησης κρατικής περιουσίας”, όπως προτείνεται να μετονομαστούν, αφαιρεθεί η δυνατότητα πώλησης ή μεταβίβασής της.

Συναφώς, το κείμενο της δεύτερης πρότασης νόμου έχει νομοτεχνικά διαμορφωθεί κατάλληλα από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Βουλής, ώστε να ανταποκρίνεται στα πιο πάνω.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις αναφορικά με την πρώτη πρόταση νόμου:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και τα μέλη της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος τάσσονται εναντίον της ψήφισής της σε νόμο.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάσσονται υπέρ της ψήφισής της σε νόμο.

3. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της Συμμαχίας Πολιτών και ο βουλευτής κ. Ηλίας Μυριάνθους, εκπροσωπώντας το μέλος της επιτροπής βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ κ. Μαρίνο Σιζόπουλο, επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

Αναφορικά με τη δεύτερη πρόταση νόμου, η επιτροπή διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και τα μέλη της βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος τάσσονται υπέρ της ψήφισής της σε νόμο όπως αυτή έχει σύμφωνα με τα πιο πάνω διαμορφωθεί.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάσσονται εναντίον της ψήφισης της πρότασης νόμου σε νόμο.

3. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της Συμμαχίας Πολιτών και ο βουλευτής κ. Ηλίας Μυριάνθους, εκπροσωπώντας το μέλος της επιτροπής βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ κ. Μαρίνο Σιζόπουλο, επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού με την παρούσα έκθεσή της υποβάλλει τις εν λόγω προτάσεις νόμου στην ολομέλεια του σώματος για λήψη τελικής απόφασης.

 

 

12 Ιουλίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων