Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «O περί Αγωγών Αποζημίωσης για Παραβάσεις του Δικαίου του Ανταγωνισμού Νόμος του 2017»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Νίκος Κέττηρος
Άριστος Δαμιανού Χριστιάνα Ερωτοκρίτου
Ευανθία Σάββα Πανίκος Λεωνίδου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε έξι συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 5 και 26 Απριλίου, στις 10 και την 31η Μαΐου, καθώς και στις 14 και την 21η Ιουνίου 2017. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (ΕΠΑ), του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ), του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής, της εργοδοτικής οργάνωσης ΟΕΒ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ και ΣΕΚ, της ΠΟΒΕΚ, της ΠΑΣΥΔΥ, του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων (ΠΑΣΥΞΕ) και του Παγκύπριου Συνδέσμου Υπεραγορών (ΠΑΣΥΠΕ).

Το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Πανεπιστήμιο Frederick, ο Σύνδεσμος Εσωτερικών Ελεγκτών Κύπρου, ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Λιανικού Εμπορίου (ΠΑΣΥΛΕ), η εργοδοτική οργάνωση ΚΕΒΕ, η συνδικαλιστική οργάνωση ΔΕΟΚ και η Ένωση Επιχειρήσεων Λιανικού Εμπορίου Κύπρου (ΕΝΕΛΕΚ), παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδριάσεις της επιτροπής.

Όπως είναι γνωστό, το πιο πάνω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων από το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και παραπέμφθηκε αρχικά στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, η οποία, μετά από μελέτη των προνοιών του, προώθησε το νομοσχέδιο μαζί με σχετική έκθεσή της στην ολομέλεια του σώματος στη συνεδρία που πραγματοποιήθηκε στις 24 Μαρτίου 2017. Κατά τη συνεδρία αυτή λήφθηκε απόφαση της ολομέλειας με την οποία το νομοσχέδιο παραπέμφθηκε στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών για περαιτέρω εξέταση των νομικών διαστάσεων των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

Σημειώνεται ότι ο σκοπός του νομοσχεδίου, οι απόψεις των εμπλεκομένων, καθώς και τα ζητήματα που απασχόλησαν την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση της επιτροπής αυτής.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, η χρονική προθεσμία εντός της οποίας τα κράτη μέλη έπρεπε να έχουν θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις για εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με την Οδηγία 2014/104/ΕΕ ήταν η 27η Δεκεμβρίου 2016, ενώ το νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 20 Ιανουαρίου 2017. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, εκκρεμεί διαδικασία παράβασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας λόγω μη έγκαιρης νομοθετικής εναρμόνισης.

Κατά τη συζήτηση επί των προνοιών του νομοσχεδίου η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι κατά τη διαμόρφωση των προνοιών του νομοσχεδίου ακολουθήθηκαν πιστά οι διατάξεις της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ, ενώ δεν προστέθηκαν οποιαδήποτε νέα στοιχεία στο κυπριακό δικαϊκό σύστημα, πέραν αυτών που επιβάλλεται να προστεθούν δυνάμει των διατάξεων της Οδηγίας, αφού οποιαδήποτε τέτοια προσθήκη δυνατό να έχει απρόσμενες επιπτώσεις. Συναφώς, η ίδια εξέφρασε τη θέση ότι, όταν τεθούν σε ισχύ οι πρόνοιες της προτεινόμενης νομοθεσίας και συσσωρευτεί δικαστική εμπειρογνωμοσύνη επί του τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, θα αξιολογηθεί η εφαρμογή της νομοθεσίας και θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για βελτίωσή της.

Οι εκπρόσωποι της ΕΠΑ, του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου, του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ και ΣΕΚ, της ΠΟΒΕΚ, της ΠΑΣΥΔΥ, του ΠΑΣΥΞΕ και του ΠΑΣΥΠΕ συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου.

Ο εκπρόσωπος της εργοδοτικής οργάνωσης ΟΕΒ συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου, εκφράζοντας όμως προβληματισμό αναφορικά με την αυστηρότητα της ποινής φυλάκισης που προβλέπεται στο άρθρο 8(2)(β) αυτού, με βάση το οποίο το δικαστήριο θα δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης μέχρι έξι μήνες, σε περίπτωση που διάδικος, τρίτο πρόσωπο ή νόμιμος αντιπρόσωπος αυτών παραλείπει ή αρνείται να συμμορφωθεί με δικαστική διαταγή κοινοποίησης ή καταστρέφει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ή παραλείπει ή αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται με διαταγή του δικαστηρίου για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών ή παραβαίνει τους περιορισμούς κατά τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων.

Η εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου συμφώνησε με τις προτεινόμενες πρόνοιες, με εξαίρεση τις πρόνοιες του άρθρου 8(2)(α) του νομοσχεδίου με βάση το οποίο το δικαστήριο θα δύναται να επιβάλει χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €250.000 στις πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις.

Ο εκπρόσωπος της Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτών και Ποιότητας Ζωής εξέφρασε την άποψη ότι ο προτεινόμενος νόμος δεν είναι χρήσιμος για τους καταναλωτές, αφού οι πρόνοιές του είναι τέτοιες, που δε θα μπορεί να τυγχάνουν εφαρμογής από αυτούς.

Στο πλαίσιο της περαιτέρω συζήτησης επί των προνοιών του νομοσχεδίου, την επιτροπή απασχόλησαν ιδιαίτερα τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Ορισμένες από τις πρόνοιες αυτού οι οποίες ενσωματώνουν έννοιες και πρακτικές που περιλαμβάνονται στην Οδηγία οι οποίες συνάδουν με συστήματα ηπειρωτικού δικαίου, αλλά είναι άγνωστες και πιθανόν ασύμβατες με το σύστημα κοινοδικαίου που ισχύει στη Δημοκρατία.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας επανέλαβε τη θέση ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποτελούν πιστή μεταφορά των διατάξεων της Οδηγίας, οι οποίες είναι δεσμευτικές προς τη Δημοκρατία. Συναφώς, ενημέρωσε την επιτροπή ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ισχύει σύστημα κοινοδικαίου, ήδη υφίσταται ιδιαίτερα ανεπτυγμένο νομοθετικό και δικαστικό πλαίσιο αναφορικά με το δίκαιο του ανταγωνισμού, ενώ η Ιρλανδία, όπου επίσης ισχύει σύστημα κοινοδικαίου, έχει θεσπίσει ειδικό νόμο με τον οποίο μετέφερε τις διατάξεις της Οδηγίας στο εθνικό της δίκαιο κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν που προτείνεται με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο.

Οι εκπρόσωποι του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου συμφώνησαν με τους προβληματισμούς της επιτροπής αναφορικά με την ασυμβατότητα ορισμένων προνοιών του νομοσχεδίου με την κυπριακή δικονομία, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η εφαρμογή τους επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων της Οδηγίας και του άρθρου 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο προβλέπει για την υπεροχή των δεσμευτικών μέτρων ευρωπαϊκού δικαίου.

2. Οι επιπτώσεις της εφαρμογής των προνοιών του προτεινόμενου άρθρου 9(1) του νομοσχεδίου, με βάση το οποίο τελεσίδικη απόφαση της ΕΠΑ στην οποία διαπιστώνεται παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού θα αποτελεί αμάχητο τεκμήριο στην υπό ρύθμιση διαδικασία αγωγής αποζημίωσης για παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού.

Ειδικότερα, την επιτροπή απασχόλησε ο επακόλουθος περιορισμός του ρόλου του δικαστηρίου μόνο στην επιδίκαση αποζημιώσεων, σε περίπτωση που θα έχει ήδη ληφθεί απόφαση παράβασης από την ΕΠΑ επί του θέματος.

Επιπρόσθετα, την επιτροπή απασχόλησε το γεγονός ότι η απόφαση της ΕΠΑ στην οποία δε διαπιστώνεται παράβαση δε θα δεσμεύει τα μέρη. Ως αποτέλεσμα, πρόσωπο που προσέφυγε στην ΕΠΑ και δεν ικανοποιήθηκε από απόφασή της για τη μη ύπαρξη παράβασης του δικαίου του ανταγωνισμού μπορεί να προσφύγει επί των ίδιων γεγονότων στο δικαστήριο.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και η εκπρόσωπος της ΕΠΑ επισήμαναν ότι η περίληψη της σχετικής πρόνοιας στο νομοσχέδιο επιβάλλεται από τις πρόνοιες της Οδηγίας.

Κατά τη συζήτηση επί του θέματος αυτού, η επιτροπή έκρινε σκόπιμο να ζητηθούν οι απόψεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και προς τούτο απέστειλε σχετική επιστολή προς τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανταποκρινόμενος στην πιο πάνω παράκληση της επιτροπής, με επιστολή του, ημερομηνίας 26 Ιουνίου 2017, διαβίβασε την άποψη ότι, λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό του σχετικού άρθρου της Οδηγίας, με το οποίο εναρμονίζεται η προτεινόμενη διάταξη, καθώς και το γεγονός ότι η Οδηγία ως μέρος του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου δεσμεύει τον εθνικό νομοθέτη, θεωρεί ότι δεν υπάρχει περιθώριο για ρύθμιση διαφορετική από αυτή που έχει περιληφθεί στο νομοσχέδιο επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Επιπρόσθετα, στην ίδια επιστολή σημειώνεται ότι η μη αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης της ΕΠΑ ή η επικύρωση της απόφασής της από το Διοικητικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, ανάλογα αν έχει ασκηθεί έφεση, πάντοτε καθιστά την απόφαση τελεσίδικη ως προς τη νομιμότητά της. Συναφώς, στην ίδια επιστολή σημειώνεται ότι, για σκοπούς διασαφήνισης των πιο πάνω, χρήζει τροποποίησης η ερμηνεία του όρου “τελεσίδικη απόφαση παράβασης” που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του νομοσχεδίου, έτσι ώστε να διευκρινιστεί ότι η απόφαση της ΕΠΑ καθίσταται τελεσίδικη, μόνο σε περίπτωση που επικυρωθεί από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όχι σε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης.

3. Ο τρόπος εφαρμογής, σε σχέση με την υφιστάμενη δικονομική διαδικασία, της δυνατότητας που παρέχεται στο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 16(1) να ζητά τη συνδρομή της ΕΠΑ για τον καθορισμό του ύψους των ζημιών, σε περίπτωση που είναι πρακτικά αδύνατο ή υπερβολικά δυσχερές να υπολογιστεί επακριβώς η προκληθείσα ζημιά βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά τη διαβούλευση που προηγήθηκε της κατάθεσης του νομοσχεδίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων, είχε δηλώσει ότι προτίθεται να εκδώσει διαδικαστικούς κανονισμούς για τη ρύθμιση της διαδικασίας αυτής.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή επέφερε στο κείμενο του νομοσχεδίου όπως αυτό είχε διαμορφωθεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού περαιτέρω τροποποιήσεις με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών του, καθώς και τη βελτίωσή του από νομοτεχνικής άποψης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διατηρώντας τους πιο πάνω αναφερόμενους προβληματισμούς της και με συναίσθηση του επείγοντος της λήψης απόφασης επί των προνοιών του νομοσχεδίου υπό το φως της διαδικασίας παράβασης που εκκρεμεί εναντίον της Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποβάλλει την παρούσα έκθεση στην ολομέλεια της Βουλής για τη λήψη τελικής απόφασης.

 

 

5 Ιουλίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων