Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 201

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Νίκος Κέττηρος
Άριστος Δαμιανού Χριστιάνα Ερωτοκρίτου
Ευανθία Σάββα Πανίκος Λεωνίδου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 2016 και 21ης Ιουνίου 2017. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός του υπό συζήτηση νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου, έτσι ώστε να οριοθετηθεί το δικαίωμα έφεσης κατά ενδιάμεσων αποφάσεων των δικαστηρίων που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία.

Ειδικότερα, με το νομοσχέδιο προβλέπεται ότι δικαίωμα έφεσης ασκείται εναντίον κάθε τελικής απόφασης ή διαταγής του δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία εναντίον απαγορευτικών διαταγμάτων ή διαταγμάτων διορισμού παραλήπτη και εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων απόλυτα καθοριστικών ως προς το αποτέλεσμά τους για τα δικαιώματα των διαδίκων.

Σημειώνεται ότι στις υφιστάμενες διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται δικαίωμα έφεσης κατά αποφάσεων δικαστηρίων πολιτικής δικαιοδοσίας, τελικών ή ενδιάμεσων, χωρίς καμία εξαίρεση ή περιορισμό.

Κατά τη συζήτηση επί των προνοιών του νομοσχεδίου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση επιδιώκεται να επέλθει εξισορρόπηση σε ένα θέμα που απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι η εν λόγω ρύθμιση είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Συναφώς, υπενθύμισε ότι η υφιστάμενη ρύθμιση, η οποία προέκυψε μετά από πρωτοβουλία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, το 2008, είχε κριθεί αναγκαία μετά από αριθμό αντικρουόμενων αποφάσεων επαρχιακών δικαστηρίων και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση “Χαρούς ν. Χαρούς” [(2003) 1 ΑΑΔ 1530], στην οποία κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης σε ενδιάμεσες αποφάσεις, εκτός αν αυτές έχουν ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό καθοριστικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Ο ίδιος αξιωματούχος εξέφρασε περαιτέρω την άποψη ότι, παρ’ όλο που η ισχύουσα ρύθμιση ήταν αναγκαία κατά το χρόνο ψήφισής της από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, κατά την πρακτική εφαρμογή της παρατηρήθηκε πως καταχωρίζονται εφέσεις εναντίον όλων των ενδιάμεσων αποφάσεων, με συνεπακόλουθη αύξηση του όγκου εργασίας των δικαστηρίων και συνεπώς δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος. Με τον τρόπο αυτό, κατέληξε ο ίδιος, επηρεάζεται δυσμενώς το δικαίωμα των διαδίκων για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.

Η Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαβίβασε στην επιτροπή ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου και αναμένει ότι με τον τρόπο αυτό θα αποσυμφορηθεί το Ανώτατο Δικαστήριο από εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων, οι οποίες αποτελούν σε ποσοστό περίπου το ένα δεύτερο του συνολικού αριθμού των εφέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του.

Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συμφώνησε με τη θέση ότι δεν είναι ορθό να ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα έφεσης για κάθε ενδιάμεση απόφαση, ωστόσο εξέφρασε προβληματισμό αναφορικά με την αφαίρεση ύλης από το Ανώτατο Δικαστήριο μόνο για σκοπούς απάμβλυνσης του όγκου των εργασιών του.

Στα πλαίσια της περαιτέρω συζήτησης επί των προνοιών του νομοσχεδίου, την επιτροπή απασχόλησε ιδιαίτερα η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού της ποιότητας απονομής της δικαιοσύνης λόγω του περιορισμού του δικαιώματος των διαδίκων για καταχώριση έφεσης κατά ενδιάμεσων αποφάσεων. Ειδικότερα, η επιτροπή μελέτησε τη δυνατότητα εισαγωγής συστήματος με βάση το οποίο για την καταχώριση εφέσεων θα απαιτείται άδεια από το εκδικάζον δικαστήριο (leave to appeal system), δηλαδή εισαγωγή συστήματος ανάλογου με αυτό που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στο πλαίσιο του πιο πάνω προβληματισμού, η επιτροπή υπέβαλε εισήγηση με βάση την οποία προτείνεται η δημιουργία ενός σταδίου μεταξύ επαρχιακού δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το οποίο ζητείται άδεια από το εκδικάζον δικαστήριο για καταχώριση έφεσης, έχοντας ως στόχο τον έλεγχο της καταχώρισης έφεσης, ώστε να μην επιτρέπεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος έφεσης και παράλληλα να αποφεύγεται η επιβολή εξαιρετικά μεγάλου περιορισμού του δικαιώματος αυτού. Πρόθεση της επιτροπής, κατά τη διαμόρφωση της εισήγησής της αυτής, ήταν να διασφαλιστεί τόσο το δικαίωμα του πολίτη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης όσο και το δικαίωμά του να εφεσιβάλλει ενδιάμεσες αποφάσεις των δικαστηρίων.

Τοποθετούμενος αναφορικά με την πιο πάνω εισήγηση της επιτροπής, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι συμφωνεί με την πρόθεση της επιτροπής, εξέφρασε όμως την άποψη ότι με τη δημιουργία πρόσθετης διαδικασίας για την καταχώριση έφεσης σε ενδιάμεση απόφαση θα προκύψει πρόσθετη επιβάρυνση των δικαστηρίων με όλες τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις όσον αφορά το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων. Αναφέρθηκε επίσης στη δυνατότητα επιστροφής στο καθεστώς που δημιουργήθηκε μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση “Χαρούς ν. Χαρούς”, όπου δεν υπήρχαν νομοθετημένες κατευθυντήριες γραμμές αλλά αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις επαρχιακών δικαστηρίων.

Η Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέθεσε στην επιτροπή γραπτό υπόμνημα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο αναφέρεται ότι η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι ενδείκνυται η επιστροφή στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως αυτή είχε διαμορφωθεί με την απόφαση “Χαρούς ν. Χαρούς”, πριν από την τροποποίηση του βασικού νόμου το 2008, με την προσθήκη της υφιστάμενης ρύθμισης, δηλαδή στη νομολογία με βάση την οποία εφεσιβάλλονται μόνο ενδιάμεσες αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων οι οποίες είναι καθοριστικές για τα δικαιώματα των διαδίκων.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι, σε αντίθεση με την προτεινόμενη με το νομοσχέδιο ρύθμιση, η εισήγηση της επιτροπής δεν επιλύει άμεσα το πρόβλημα της μη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, γιατί καταρχάς προσθέτει ένα επιπλέον στάδιο στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, σε σχετική επιστολή της για το ζήτημα αυτό η ίδια εκπρόσωπος μεταξύ άλλων επισημαίνει αφενός ότι στις χώρες όπου εφαρμόζεται το σύστημα παροχής άδειας για καταχώριση έφεσης υπάρχει τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας στο δικαστικό σύστημα, σε αντίθεση με τη Δημοκρατία, και αφετέρου ότι το αγγλικό σύστημα παροχής άδειας διέπεται διεξοδικά από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Civil Procedure Rules) και τις Οδηγίες Πρακτικής (Practice Directions), με βάση τα οποία ρυθμίζονται λεπτομερώς τα κριτήρια που απαιτούνται, για να δοθεί άδεια για καταχώριση έφεσης.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία, αφού προηγουμένως ενσωμάτωσε στο κείμενό του επιμέρους τροποποίηση για διευκρίνιση των προνοιών του που αφορούν τα διατάγματα τα οποία υπόκεινται σε έφεση, κατόπιν εισήγησης του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, που υιοθετήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί των προνοιών του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια του σώματος.

Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο, πρέπει να τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2017».

 

  

4 Ιουλίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων