Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 201

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Άγγελος Βότσης
Μάριος Μαυρίδης Μαρίνος Μουσιούττας
Ονούφριος Κουλλά Μαρίνος Σιζόπουλος
Στέφανος Στεφάνου Άννα Θεολόγου
Αντρέας Καυκαλιάς Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 24 Απριλίου και 8 Μαΐου 2017. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Σκοπός του νομοσχεδίου όπως αυτό αρχικά είχε κατατεθεί στη Βουλή είναι η τροποποίηση του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση με το άρθρο 87.1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 9.1 της Οδηγίας 98/26/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στην ισχύουσα νομοθεσία.

Ειδικότερα, με τον προτεινόμενο νόμο εισάγονται ρυθμίσεις, ώστε, σε περίπτωση κατά την οποία διαχειριστής συστήματος έχει παράσχει εξασφάλιση σε άλλο διαχειριστή συστήματος σε συνάρτηση με διαλειτουργικό σύστημα, τα δικαιώματα του πρώτου επί της εν λόγω εξασφάλισης να μη θίγονται από διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι του δευτέρου.

Στο πλαίσιο της συζήτησης η εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε στην επιτροπή ότι με τον προτεινόμενο νόμο επιτυγχάνεται η τροποποίηση του προοιμίου της ήδη ισχύουσας νομοθεσίας, ώστε αυτό να παραπέμπει και στην Οδηγία 98/26/ΕΚ, η οποία λόγω του σημειωθέντος λάθους δεν αναφέρεται στο προοίμιο του υπό αναφορά νόμου.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ανέφερε ότι η ουσιαστική διάταξη η οποία περιλαμβάνεται στο υπό συζήτηση τροποποιητικό νομοσχέδιο έχει ήδη θεσπισθεί νομοθετικά αυτολεξεί από τον Ιούλιο του 2016 υπό τον τίτλο «Ο περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016» [Ν. 79(Ι)/2016]. Παρά ταύτα, όπως ο ίδιος ανέφερε, λόγω λάθους στο προοίμιο του υπό αναφορά νόμου ο υπό αναφορά ψηφισθείς νόμος πρέπει να ψηφισθεί εκ νέου με ανάλογη τροποποίηση του σχετικού προοιμίου.

Σημειώνεται ότι η γενική διευθύντρια της Βουλής των Αντιπροσώπων με επιστολή της ημερομηνίας 13 Ιανουαρίου 2017 είχε ήδη επισημάνει στο Υπουργείο Οικονομικών ότι ο προτεινόμενος νόμος, αφού έτυχε της δέουσας μελέτης από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Βουλής, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από νομοτεχνικής πλευράς, χωρίς παράλληλα να γινόταν αντιληπτό τι επιδιωκόταν να ρυθμιστεί με αυτόν. Η επισήμανση οφείλεται στο γεγονός ότι με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο επαναλαμβάνεται αυτούσιο το μοναδικό άρθρο με το οποίο θεωρητικά είχε επιτευχθεί η αναγκαία εναρμόνιση μέσω της ψήφισης του σχετικού νόμου τον Ιούλιο του 2016.

Συναφώς, το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή του ημερομηνίας 6 Φεβρουαρίου 2017 ζήτησε τις απόψεις της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας σε σχέση με τα τεθέντα από τη Βουλή ζητήματα.

Η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας με επιστολή της ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου 2017, η οποία κοινοποιήθηκε και στη Βουλή, ενημέρωσε το Υπουργείο Οικονομικών ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε διαβιβάσει στη Δημοκρατία σχετική προειδοποιητική επιστολή για εκπρόθεσμη εναρμόνιση με την Οδηγία 98/26/ΕΚ, η οποία, όπως αναφέρεται, οφειλόταν στην παράλειψη του Ν. 79(Ι)/2016 να παραπέμπει μέσω του προοιμίου του στη σχετική Οδηγία. Συναφώς, όπως σχετικά αναφέρεται, κρίθηκε από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας αναγκαία η ψήφιση εκ νέου του Ν. 79(Ι)/2016 αλλά με διαφορετικό προοίμιο, το οποίο αυτή τη φορά να παραπέμπει και στην Οδηγία 98/26/ΕΚ. Σχετικά, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας ενημέρωσε το αρμόδιο υπουργείο ότι δεν είχε πρόθεση ούτε να προσθέσει ούτε να διαφοροποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, το οποίο έκρινε ως ικανοποιητικό και νομοτεχνικά άρτιο.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι η γενική διευθύντρια της Βουλής των Αντιπροσώπων με δεύτερη επιστολή της, ημερομηνίας 17 Φεβρουαρίου 2017, ενημέρωσε το Υπουργείο Οικονομικών ότι, παρά την αναγνωρισθείσα ανάγκη για ορθή εναρμόνιση της ισχύουσας νομοθεσίας με την Οδηγία 98/26/ΕΚ, η νομοτεχνική απόδοση του προτεινόμενου νόμου όπως αυτός κατατέθηκε στη Βουλή δεν ήταν η ενδεδειγμένη.

Όπως στην ίδια επιστολή σημειώνεται, με το υπό αναφορά νομοσχέδιο επιχειρείται στην ουσία η επαναθέσπιση του συνόλου του εγκεκριμένου νόμου, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 15 Ιουλίου 2016. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι ο προτεινόμενος νόμος αποτελείται από το προοίμιο του ήδη δημοσιευμένου νόμου, διορθωμένου, ώστε να γίνεται αναφορά στη σχετική Οδηγία για την οποία δεν έγινε αναφορά στον ψηφισθέντα τροποποιητικό νόμο, καθώς και από ένα και μοναδικό άρθρο επί της ουσίας, το οποίο επαναλαμβάνεται αυτούσιο και αυτολεξεί.

Ως εκ τούτου, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, η συγκεκριμένη νομοτεχνική προσέγγιση επαναψήφισης ολόκληρου του νόμου, χωρίς μάλιστα πρόβλεψη για κατάργηση του συνόλου του σχετικού δημοσιευμένου νόμου και για αναδρομική ισχύ του υπό ψήφιση νέου νομοσχεδίου, ώστε να καλύπτεται η διανυθείσα περίοδος για σκοπούς συμμόρφωσης της Δημοκρατίας με την υποχρέωση για εναρμόνιση με τη σχετική Οδηγία, κρίνεται καινοφανής. Περαιτέρω, σε περίπτωση προώθησης και ψήφισης του προτεινόμενου νόμου ως κατατέθηκε στη Βουλή δημιουργείται το παράδοξο, πέραν του κινδύνου καθιέρωσης νέων αδόκιμων νομοτεχνικών προσεγγίσεων, να ισχύουν ταυτόχρονα και παράλληλα δύο πανομοιότυποι νόμοι επί της ουσίας με μόνη διαφοροποίηση του σχετικού προοιμίου ως προς το σημείο για το οποίο προέκυψε ανάγκη συμμόρφωσης.

Η συγκεκριμένη νομοτεχνική προσέγγιση δεν προσιδιάζει με την κυπριακή πραγματικότητα και δε βρίσκει σύμφωνη τη Βουλή, καθότι, εκτός του γεγονότος ότι προκαλεί σύγχυση στο προκαταρκτικό στάδιο ανάγνωσης και επεξεργασίας ενός νομοσχεδίου, προκαλεί επίσης προβλήματα στην ενσωμάτωση του τελευταίου νόμου στο βασικό νόμο, αφού σε τελευταία ανάλυση θα βρίσκονται σε ισχύ δύο πανομοιότυπες διατάξεις από πλευράς ουσίας και μάλιστα τεχνικά με την ίδια αρίθμηση, όσον αφορά το εδάφιο το οποίο προστίθεται στο σχετικό άρθρο.

Επισημαίνεται ότι θα ήταν ακραίο η Βουλή να προχωρούσε συνειδητά στη θέσπιση του υπό αναφορά νόμου, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα προκύψουν τεχνικά και ερμηνευτικά προβλήματα, αλλά ότι αυτά θα επιλυθούν διά της εφαρμογής της ερμηνευτικής αρχής, σύμφωνα με την οποία ο νεότερος νόμος τροποποιεί ή καταργεί παλαιότερο νόμο με το ίδιο αντικείμενο ρυθμίσεως. Η εφαρμογή της συγκεκριμένης ερμηνευτικής αρχής πρέπει να γίνεται, όταν πράγματι παρίσταται τέτοια ανάγκη κατά την εφαρμογή ενός νόμου και μόνο στην περίπτωση που ο νομοθέτης εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό το ίδιο αντικείμενο ρύθμισης, παρέχοντας τη δυνατότητα συναγωγής του συμπεράσματος ότι, αφού ο νομοθέτης ρυθμίζει την ίδια βιοτική σχέση ή αντικείμενο μεταγενέστερα με διαφορετικό όμως τρόπο απ’ ό,τι προηγουμένως, τότε πρέπει να ισχύσει η νεότερη βούληση του νομοθέτη.

Συναφώς, σύμφωνα με τη σχετική επιστολή και δεδομένης της εκφρασθείσας θέσης της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος, η Βουλή κρίνει αναγκαίο να προχωρήσει σε νομοτεχνική διόρθωση του προτεινόμενου νόμου, σύμφωνα με τις πάγια αποδεκτές αρχές νομοτεχνικής σύνταξης, επιφέροντας σε αυτόν τις απαραίτητες διορθώσεις, ώστε να αποφευχθούν αχρείαστες ερμηνευτικές περιπλοκές και να περιφρουρηθεί η απαιτούμενη βεβαιότητα δικαίου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού διεξήλθε τις επιμέρους πρόνοιες του νομοσχεδίου και λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία του προέδρου και των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος εισηγείται την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο όπως αυτό διαμορφώθηκε νομοτεχνικά σύμφωνα με τα πιο πάνω και αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως ο περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, της Συμμαχίας Πολιτών και του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

24 Μαΐου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων