Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια «Ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016» και «Ο περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016»

Παρόντες:

Γεώργιος Γεωργίου, πρόεδρος Νίκος Κέττηρος
Δημήτρης Δημητρίου Χριστιάνα Ερωτοκρίτου
Ευανθία Σάββα Κωστής Ευσταθίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε πέντε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 9 και 23 Νοεμβρίου 2016, στις 11 και 25 Ιανουαρίου και στις 8 Φεβρουαρίου 2017. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός των νομοσχεδίων είναι η μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας», μέσω της διεύρυνσης και της ενδυνάμωσης ορισμένων ουσιωδών δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων, των κατηγορουμένων και των εκζητουμένων, τα οποία ήδη είναι κατοχυρωμένα στην υφιστάμενη νομοθεσία.

Ειδικότερα, με το πρώτο νομοσχέδιο τροποποιείται ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος, έτσι ώστε:

1. να διευκρινιστεί το περιεχόμενο ορισμένων ουσιωδών δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων, όπως το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, ανεξαρτήτως του αν έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, καθώς και το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου, σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας τους, και το δικαίωμα επικοινωνίας κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας τους με τρίτα πρόσωπα και με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου τα εν λόγω πρόσωπα είναι πολίτες,

2. να καθοριστεί ο χρόνος άσκησης των εν λόγω δικαιωμάτων,

3. να διευκρινιστούν οι επιτρεπόμενες παρεκκλίσεις από τα δικαιώματα αυτά και

4. να ρυθμιστεί η ενδεχόμενη παραίτηση των υπόπτων και των κατηγορουμένων από τα εν λόγω δικαιώματα, καθώς και η ανάκληση της παραίτησης αυτής.

Με το δεύτερο νομοσχέδιο τροποποιείται ο περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμος, έτσι ώστε:

1. να ρυθμιστούν, κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν που προβλέπεται στο πρώτο νομοσχέδιο για τους υπόπτους και τους κατηγορουμένους, το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου, σε περίπτωση στέρησης ελευθερίας εκζητουμένων, το δικαίωμα επικοινωνίας των εκζητουμένων με τρίτα πρόσωπα και με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι πολίτες, οι περιστάσεις της παραίτησης των εκζητουμένων από τα δικαιώματά τους, καθώς και η ανάκληση της εν λόγω παραίτησης και

2. να θεσπιστούν ένδικα βοηθήματα, σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων των εκζητουμένων.

Κατά τη συζήτηση των νομοσχεδίων ενώπιον της επιτροπής, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι η υφιστάμενη νομοθεσία προβλέπει περισσότερες παρεκκλίσεις από τα δικαιώματα των εκζητουμένων, των καταζητουμένων και των υπόπτων από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην Οδηγία 2013/48/ΕΕ και επισήμανε ότι με τα νομοσχέδια προτείνεται η αντικατάσταση των υφιστάμενων παρεκκλίσεων με αυτές που προβλέπονται στην πιο πάνω Οδηγία.

Η εκπρόσωπος του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέφρασε προβληματισμό αναφορικά με τις προβλεπόμενες στα νομοσχέδια παρεκκλίσεις από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, οι οποίες, κατά την άποψή της, εισάγονται για πρώτη φορά στο κυπριακό δίκαιο. Με τη θέση αυτή διαφώνησε η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η οποία επισήμανε ότι οι παρεκκλίσεις που περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη νομοθεσία είναι πιο ευρείες από αυτές που προβλέπονται στα υπό εξέταση νομοσχέδια.

Οι εκπρόσωποι της Αστυνομίας Κύπρου συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των νομοσχεδίων, ωστόσο υπέβαλαν ορισμένες εισηγήσεις όσον αφορά επιμέρους πρόνοιες των νομοσχεδίων.

Στα πλαίσια της μελέτης των νομοσχεδίων ενώπιον της επιτροπής κατατέθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως αναθεωρημένο κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου, το οποίο διαμορφώθηκε σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και αφού λήφθηκαν υπόψη οι εισηγήσεις της Αστυνομίας Κύπρου.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι το αναθεωρημένο κείμενο διαμορφώθηκε κατά τρόπο ώστε οι πρόνοιές του να είναι ορθότερα προσαρμοσμένες στα δεδομένα του κυπριακού δικαιικού συστήματος.

Κατά την περαιτέρω εξέταση των νομοσχεδίων από την επιτροπή, μέλη της εξέφρασαν προβληματισμό αναφορικά με τη διαγραφή στο αναθεωρημένο κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου της πρόνοιας που περιλαμβανόταν στο αρχικό κείμενο, με βάση την οποία ετροποποιείτο το άρθρο 15 του βασικού νόμου. Σημειώνεται ότι το εν λόγω άρθρο του βασικού νόμου προβλέπει ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος κρατητηρίου εύλογα πιστεύει ότι στο φάκελο που λαμβάνει ή αποστέλλει κρατούμενος από και προς το δικηγόρο του εσωκλείεται παράνομο αντικείμενο, η επιστολή ανοίγεται και ελέγχεται από μέλος της αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής στην παρουσία του κρατουμένου. Σημειώνεται επίσης ότι η διαγραφείσα πρόνοια του αρχικού κειμένου του νομοσχεδίου προέβλεπε την τροποποίηση του άρθρου αυτού κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι στην περίπτωση αυτή το περιεχόμενο της επιστολής δεν επιτρέπεται να αναγνωστεί.

Ειδικότερα, τα πιο πάνω μέλη της επιτροπής εξέφρασαν την άποψη ότι η υφιστάμενη ασάφεια στο νόμο δυνατόν να λειτουργήσει εις βάρος των δικαιωμάτων των κρατουμένων, αφού μπορεί να επιτρέψει την ανάγνωση της επιστολής ακόμα και σε περιπτώσεις που δε θα ανευρεθεί οτιδήποτε ύποπτο στο φάκελο.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε συναφώς την επιτροπή αφενός ότι συμπερίληψη της εν λόγω πρόνοιας δεν απαιτείται από την Οδηγία και αφετέρου ότι η συγκεκριμένη πρόνοια είναι πιο περιοριστική για τις ανακριτικές αρχές και ότι η πρακτική των αρχών είναι να μη διαβάζονται οι επιστολές, εκτός αν υπάρχει λόγος να το πράξουν.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας διαφώνησε με την ανάγκη επαναφοράς της διαγραφείσας πρόνοιας, εκφράζοντας την άποψη ότι υπάρχει συνταγματική δυνατότητα επέμβασης στο δικαίωμα της επικοινωνίας και δεν υπάρχει νομικό κώλυμα στη διατήρηση της ρύθμισης αυτής.

Οι εκπρόσωποι του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συμφώνησαν με τα μέλη της επιτροπής και εξέφρασαν την άποψη ότι, εφόσον πρόκειται για εξαίρεση από το δικαίωμα στο απόρρητο της επικοινωνίας, η σχετική διάταξη πρέπει να καταστεί σαφής.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών αποφάσισε όπως επαναφέρει στο κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου τη διαγραφείσα πρόνοια.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή επέφερε στο κείμενο των νομοσχεδίων περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών τους, καθώς και τη βελτίωσή τους από νομοτεχνική άποψη.

Υπό το φως όλων όσων τέθηκαν ενώπιόν της, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά πλειοψηφία του προέδρου της και του μέλους της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, καθώς και των μελών της βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση των νομοσχεδίων σε νόμους όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος και το μέλος της βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί των προνοιών των νομοσχεδίων κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια του σώματος.

 

22 Φεβρουαρίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων