Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο «Ο περί της Σύμβασης της Χάγης περί του Νόμου που Εφαρμόζεται σε Εμπιστεύματα και περί της Αναγνώρισης Αυτών (Κυρωτικός) Νόμος του 201

Παρόντες:

Γιώργος Λιλλήκας, πρόεδρος Αδάμος Αδάμου
Νίκος Τορναρίτης Γιώργος Κ. Γεωργίου
Ελένη Σταύρου Άγγελος Βότσης

Το πιο πάνω νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή κατά την προηγούμενη βουλευτική περίοδο και η εξέτασή του από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων άρχισε σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε την 31η Μαρτίου 2015. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρέστησαν εκπρόσωποι των Υπουργείων Εξωτερικών και Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, αλλά δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί η εξέτασή του από την επιτροπή.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων υπό την παρούσα σύνθεσή της εξέτασε το νομοσχέδιο σε δύο νέες συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν την 25η Οκτωβρίου 2016 και την 24η Ιανουαρίου 2017. Στις συνεδριάσεις της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Υπουργείου Εξωτερικών, του Υπουργείου Οικονομικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η κύρωση με βάση το άρθρο 169.2 του συντάγματος της Σύμβασης της Χάγης περί του Νόμου που Εφαρμόζεται σε Εμπιστεύματα και περί της Αναγνώρισης Αυτών. Η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη από την Κυπριακή Δημοκρατία την 11η Μαρτίου 1998 στη Χάγη, την υπογραφή της οποίας εξουσιοδότησε το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφασή του με αρ. 45.107 και ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 1996.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, καθώς και την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, η σύμβαση καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με το θεσμό των εμπιστευμάτων και καθιερώνει κοινές διατάξεις σε σχέση με την αναγνώρισή τους. Η ίδια εκπρόσωπος τόνισε την ανάγκη μελέτης των οικονομικών επιπτώσεων, σε περίπτωση κύρωσης της συμφωνίας.

Το Υπουργείο Οικονομικών με σχετική επιστολή του, ημερομηνίας 6 Δεκεμβρίου 2016, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και με κοινοποίηση προς την επιτροπή σημειώνει τα ακόλουθα:

«(α) Σε περίπτωση κύρωσης της εν λόγω σύμβασης δεν αναμένεται να προκύψουν οποιεσδήποτε οικονομικές επιπτώσεις, καθότι η Κύπρος ήδη αναγνωρίζει τα εμπιστεύματα και διαθέτει σχετική νομοθεσία (περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος και περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος).

(β) Σε σχέση με την υποβολή Δήλωσης με βάση το Άρθρο 20 της σύμβασης, η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα για υποβολή και περίληψή της στο έγγραφο επικύρωσης μας βρίσκει σύμφωνους. Σημειώνεται ότι η Δήλωση αφορά στην επέκταση των προνοιών της σύμβασης και σε εμπιστεύματα δικαστικών αποφάσεων.

(γ) Επί του σημείου αυτού το Υπουργείο Οικονομικών εισηγείται περαιτέρω την υποβολή Δήλωσης εκφράζοντας την επιφύλαξη για τη δεύτερη παράγραφο του Άρθρου 16, που αναφέρει ότι:

“Αν άλλο κράτος είναι επαρκώς στενά συνδεδεμένο με κάποια υπόθεση, τότε, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δύναται να εφαρμοσθούν επίσης οι κανόνες του κράτους αυτού, οι οποίοι έχουν τον ίδιο χαρακτήρα όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο.

Οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος δύναται, με επιφύλαξη, να δηλώσει ότι δε θα εφαρμόζει τη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου.”.

(δ) Να σημειωθεί ότι τέτοια επιφύλαξη έχουν εκφράσει και άλλα κράτη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μονακό, το Λουξεμβούργο, το Χονγκ Κονγκ και ο Καναδάς.».

Οι εκπρόσωποι των αρμόδιων υπουργείων και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, στην τελευταία συνεδρία της επιτροπής, συμφώνησαν όπως η διατύπωση επιφύλαξης, σε περίπτωση προσχώρησης σε διεθνή σύμβαση, δεν πρέπει να γίνεται μέσω του κυρωτικού νόμου, γιατί αυτό αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρξει παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Όλοι όσοι κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στις συνεδρίες της επιτροπής συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια της Βουλής.

Με την ευκαιρία αυτή, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής επισημαίνουν ότι, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζουν ότι η διατύπωση και η υποβολή επιφύλαξης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, η επιτροπή θεωρεί ως θέση αρχής ότι πρέπει να ενημερωθεί αρμοδίως για την τελική διατύπωση της επιφύλαξης, γεγονός με το οποίο συμφώνησαν οι εκπρόσωποι και των αρμόδιων υπουργείων και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

 

8 Φεβρουαρίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων