Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για το νομοσχέδιο  «Ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 201

Παρόντες:

Ελένη Μαύρου, πρόεδρος Γιώργος Κάρουλλας
Γιώργος Τ. Γεωργίου Πανίκος Λεωνίδου
Ευανθία Σάββα Χαράλαμπος Πιττοκοπίτης
Νίκος Νουρής Κωστής Ευσταθίου

` Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 28 Νοεμβρίου 2016 και στις 9 Ιανουαρίου 2017. Στην πρώτη συνεδρία της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του ίδιου υπουργείου, του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της ΟΕΒ, του ΚΕΒΕ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ. Η Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε στη συνεδρίαση αυτή.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου για την εναρμόνισή του με την Οδηγία 2014/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχιακή εργασία. Επιπρόσθετα, σκοπείται ο εκσυγχρονισμός της σχετικής διάταξης της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκχωρεί εξουσίες και καθήκοντα τα οποία του παρέχει η εν λόγω βασική νομοθεσία ή οι δυνάμει αυτής εκδιδόμενοι κανονισμοί.

Ειδικότερα, με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Θεσμοθέτηση απλούστερης διαδικασίας εισόδου για τους εποχιακά εργαζομένους, στη βάση συγκεκριμένων κριτηρίων για την άσκηση δραστηριότητας που εξαρτάται από την εναλλαγή των εποχών.

2. Καθορισμός μέγιστου χρονικού διαστήματος ανά δώδεκα μήνες για την άσκηση δραστηριότητας που εξαρτάται από την εναλλαγή των εποχών.

3. Θέσπιση της διαδικασίας που θα τυγχάνει εφαρμογής για τον καθορισμό των τομέων απασχόλησης οι οποίοι αφορούν δραστηριότητες που εξαρτώνται από την εναλλαγή των εποχών.

4. Παροχή στον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων της δυνατότητας ρύθμισης του όγκου εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς εποχιακής εργασίας, όπως αυτός καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση του εν λόγω υπουργού.

5. Εισαγωγή προνοιών οι οποίες να ρυθμίζουν τις συνθήκες εργασίας των εποχιακά εργαζομένων.

6. Επιβολή κυρώσεων κατά εργοδοτών οι οποίοι δεν τηρούν τις συναφείς υποχρεώσεις τους ως προς τους εποχιακά εργαζομένους.

7. Διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εποχιακά εργαζομένων και των πολιτών της Δημοκρατίας σε συγκεκριμένους τομείς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από τους κυβερνητικούς αρμοδίους, με την υπό αναφορά Οδηγία επιδιώκεται η ρύθμιση του καθεστώτος εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχιακή εργασία αυτών. Όπως επισημαίνεται στα εν λόγω στοιχεία, ως εποχιακή εργασία νοείται η δραστηριότητα που εξαρτάται από την εναλλαγή των εποχών και αφορά επαναλαμβανόμενο γεγονός ή αλληλουχία γεγονότων, που σχετίζονται με τις εποχιακές συνθήκες, κατά τη διάρκεια των οποίων το απαιτούμενο επίπεδο εργατικού δυναμικού είναι σημαντικά υψηλότερο από το απαιτούμενο για τις συνήθεις δραστηριότητες. Σημειώνεται ότι η μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των προνοιών της Οδηγίας 2014/36/ΕΕ, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κρίνεται επείγουσα, επειδή η χρονική δέσμευση για την υιοθέτηση των προνοιών της από τα κράτη μέλη ήταν η 30ή Σεπτεμβρίου 2016 και επιπροσθέτως εκκρεμεί διαδικασία παράβασης κατά της Δημοκρατίας, στα πλαίσια της οποίας έχει ήδη ληφθεί προειδοποιητική επιστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στο στάδιο της μελέτης του νομοσχεδίου την επιτροπή απασχόλησαν ορισμένα θέματα που άπτονται της εφαρμογής του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου, γι’ αυτό και ζητήθηκαν από τους κυβερνητικούς αρμοδίους πρόσθετα στοιχεία και διευκρινίσεις. Μεταξύ άλλων διατυπώθηκαν προβληματισμοί και επιφυλάξεις σε σχέση με την πρόνοια του νομοσχεδίου σύμφωνα με την οποία, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εργοδότης είναι υπεργολάβος ο οποίος παραβίασε ορισμένες υποχρεώσεις και ο κύριος εργολάβος και κάθε ενδιάμεσος υπεργολάβος δεν έχουν αναλάβει υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας κατά το οριζόμενα στο κυπριακό δίκαιο, ο κύριος εργολάβος και κάθε ενδιάμεσος υπεργολάβος θα υπέχουν οικονομική ευθύνη και θα υπόκεινται σε κυρώσεις.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ενημερώνοντας επί του πιο πάνω αναφερόμενου ζητήματος για το οποίο διατυπώθηκαν προβληματισμοί και επιφυλάξεις, δήλωσε, τόσο ενώπιον της επιτροπής στην πρώτη συνεδρία της για την εξέταση του νομοσχεδίου όσο και γραπτώς σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι εκ πρώτης όψεως και έως ότου εντοπιστεί από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών συναφής επεξηγηματική διάταξη στα προπαρασκευαστικά έγγραφα της Οδηγίας δεν παρέχεται διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη να αποφασίσουν για το κατά πόσο θα υπέχουν οικονομική ευθύνη και θα υπόκεινται σε κυρώσεις οι κύριοι εργολάβοι και κάθε ενδιάμεσος υπεργολάβος. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος δήλωσε, κάθε κράτος μέλος οφείλει να προβλέπει στην εθνική νομοθεσία του τις εν λόγω ευθύνες και κυρώσεις κατά των πιο πάνω προσώπων, οι οποίοι και δύναται να τις υποστούν, νοουμένου ότι τα πραγματικά γεγονότα το δικαιολογούν.

Πέραν των πιο πάνω, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ανέφερε ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα προκύπτουν ιδίως αν ληφθεί υπόψη η σχετική διάταξη της υπό αναφορά Οδηγίας η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν αυστηρότερους κανόνες ευθύνης σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Συναφώς, σύμφωνα με τον ίδιο εκπρόσωπο, οι κανόνες ευθύνης με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι υποχρεωτικοί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και συγκεκριμένα με την ίδια την Οδηγία. Σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω πρόνοια θα ήταν πλεονασματική και θα υπήρχε σύγκρουση με το σκοπό της Οδηγίας, ο οποίος είναι η προστασία των εργαζομένων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία αυτής, σύμφωνα με τους σχετικούς ερμηνευτικούς κανόνες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε μεταγενέστερο στάδιο ο ίδιος εκπρόσωπος ενημέρωσε γραπτώς την επιτροπή σε σχέση με το όλο ζήτημα για το οποίο διατυπώθηκαν προβληματισμοί και επιφυλάξεις ότι, σε αντίθεση με τη δική του νομική άποψη, όπως αυτή επεξηγείται πιο πάνω, στο πλαίσιο σχετικής ομάδας εργασίας οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξέφρασαν την άποψη ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να υιοθετήσουν τη διάταξη της Οδηγίας που αναφέρεται στην οικονομική ευθύνη και στις κυρώσεις σε σχέση με τους κύριους εργολάβους και κάθε ενδιάμεσο υπεργολάβο, επειδή αυτή δεν αποτελεί νομικό κανόνα δεσμευτικό προς ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών. Πάρα ταύτα, σύμφωνα με τον ίδιο, η εν λόγω άποψη που διατύπωσαν οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν είναι δεσμευτική για την τελευταία.

Οι εκπρόσωποι των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων πλευρών οι οποίοι παρευρέθηκαν στην επιτροπή διατύπωσαν παρατηρήσεις και απόψεις σε σχέση με ορισμένες πρόνοιες του νομοσχεδίου και παράλληλα υπέβαλαν ορισμένες εισηγήσεις για τροποποίηση αυτού, οι οποίες όμως δεν έγιναν αποδεκτές από την επιτροπή.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, υιοθετεί τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου, γι’ αυτό και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή του σε νόμο, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017».

 

 

17 Ιανουαρίου 2017

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων