Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για τις προτάσεις νόμου «Ο περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2016» και «Ο περί Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2016»

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Μαρίνος Μουσιούττας
Μάριος Μαυρίδης Μαρίνος Σιζόπουλος
Ονούφριος Κουλλά Άννα Θεολόγου
Στέφανος Στεφάνου Γιώργος Περδίκης
Άριστος Δαμιανού  
Αντρέας Καυκαλιάς Μη μέλη της επιτροπής:
Άγγελος Βότσης Γιώργος Λουκαΐδης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε τις πιο πάνω προτάσεις νόμου, οι οποίες κατατέθηκαν στη Βουλή η μεν πρώτη από τους βουλευτές κ. Γιώργο Λουκαΐδη εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά Νέες Δυνάμεις και Χριστιάνα Ερωτοκρίτου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος και η δεύτερη από τους βουλευτές κ. Γιώργο Λιλλήκα εκ μέρους της Συμμαχίας Πολιτών και Γιώργο Περδίκη εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2016. Στη συνεδρία παρευρέθηκαν ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας συνοδευόμενος από υπηρεσιακούς παράγοντες, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ (ΣΚΤ).

Σκοπός της πρώτης πρότασης νόμου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει, είναι η διατήρηση σε ισχύ της δυνατότητας του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας να ασκεί το νενομισμένο διαχειριστικό και οικονομικό έλεγχο σε αδειοδοτημένα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠΙ), τα οποία εποπτεύονται απευθείας από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η διατήρηση της αρμοδιότητας του Γενικού Ελεγκτή ως του καθ’ ύλην αρμόδιου θεσμού για οικονομικό, διαχειριστικό και κανονιστικό έλεγχο οργανισμών ελεγχόμενων από αυτόν, όπως ξεκάθαρα ορίζεται στις συναφείς νομοθεσίες, κρίνεται αναγκαία. Περαιτέρω, δεδηλωμένη πρόθεση της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων ήταν και παραμένει η ανάγκη να διασφαλιστεί η διαφάνεια, η χρηστή διοίκηση και η λογοδοσία κρατικών οργανισμών και επιχειρήσεων και συνακόλουθα να διατηρηθεί και διευκρινιστεί η εξουσία του Γενικού Ελεγκτή, ώστε να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και δεδομένα τα οποία θα συμβάλουν στον ολοκληρωμένο έλεγχο, όπως αυτός καθορίζεται στις σχετικές νομοθεσίες, καθώς και σε σχετική γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για το εν λόγω ζήτημα.

Σύμφωνα με τους εισηγητές της πρότασης νόμου, μετά την εκ παραδρομής ψήφιση σχετικής πρότασης νόμου με την οποία απαγορεύθηκε η άσκηση οικονομικού ελέγχου σε ΑΠΙ από το Γενικό Ελεγκτή, ώστε να μπορεί να εκφράζει γνώμη για την αληθινή και δίκαιη εικόνα των οικονομικών λογαριασμών τους, καθώς και με την απουσία από τον Κανονισμό της Βουλής των Αντιπροσώπων σχετικής διάταξης με την οποία να παρέχεται η δυνατότητα επανάληψης ψηφοφορίας και διόρθωσης ψήφου κατά την ίδια συνεδρία της ολομέλειας, κρίθηκε αναγκαία η κατάθεση της παρούσας πρότασης νόμου, με την οποία επαναφέρεται η απρόσκοπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων του Γενικού Ελεγκτή.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους ιδίους, χωρίς την προτεινόμενη ρύθμιση ο έλεγχος που θα ασκείται από το Γενικό Ελεγκτή στους υπό αναφορά οργανισμούς δε θα είναι ολοκληρωμένος, γεγονός που δε διερμηνεύει τη βούληση της πλειοψηφίας των μελών του κοινοβουλίου, και συνεπώς με την πρόταση νόμου σκοπείται η αποφυγή ενδεχόμενων αρνητικών επιπτώσεων από την εφαρμογή της πρόσφατα ψηφισθείσας νομοθεσίας στη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και του πλήγματος για το δημόσιο συμφέρον ένεκα της έλλειψης διαφάνειας και λογοδοσίας των εν λόγω οργανισμών.

Σκοπός της δεύτερης πρότασης νόμου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει, είναι η τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας, ώστε να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

1. Περιορισμός της εξουσίας του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας για τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου στα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε αυτός να μην επεκτείνεται σε θέματα που αφορούν την εποπτεία των τραπεζικών εργασιών πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Απαγόρευση στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για άρση του τραπεζικού απορρήτου προσώπου που διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα.

3. Διασφάλιση της διεξαγωγής διαχειριστικού ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία στη βάση των διεθνών προτύπων ελέγχου, όπως αυτά ορίζονται στον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο.

Περαιτέρω, με την υπό αναφορά πρόταση νόμου σκοπείται η διαγραφή διάταξης η οποία περιλήφθηκε στη βασική νομοθεσία μετά την πρόσφατη ψήφιση σχετικής πρότασης νόμου, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται όπως η έκθεση ελέγχου που ετοιμάζεται από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας υποβάλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων και στον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, καθότι αποτελεί ήδη συνταγματική υποχρέωση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας να υποβάλλει την εν λόγω έκθεση τόσο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όσο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Σχολιάζοντας τις προτεινόμενες με τις προτάσεις νόμου ρυθμίσεις, ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δήλωσε ότι εκ των πραγμάτων και λόγω των χρονικών περιθωρίων που έχουν δημιουργηθεί μετά την πρόσφατη ψήφιση σχετικών νομοθετημάτων, στην ετήσια έκθεση που ετοιμάζεται από την υπηρεσία του δε θα περιληφθούν οποιαδήποτε πορίσματα και αναφορές για τη ΣΚΤ.

Περαιτέρω, ερμηνεύοντας ειδικότερα τις πρόνοιες της δεύτερης πρότασης νόμου, δήλωσε ότι στην ουσία σκοπείται όπως ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας έχει πρόσβαση στα ίδια στοιχεία και πληροφορίες στα οποία θα είχε πρόσβαση οποιοσδήποτε ανεξάρτητος ελεγκτικός οίκος ή πρόσωπο, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία που ρυθμίζει τη διεξαγωγή τέτοιου είδους ελέγχων βάσει διεθνών προτύπων.

Υπενθυμίζεται σχετικά ότι με πρόσφατη τροποποίηση στον περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων Νόμο, έπειτα από την ψήφιση σε νόμο σχετικής πρότασης νόμου [Ν. 124(Ι)/2016], ο διαχειριστικός έλεγχος που διεξάγεται από το Γενικό Ελεγκτή στη ΣΚΤ δεν μπορεί να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. Πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα πελατών ή/και σε τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Άρση για οποιοδήποτε λόγο του τραπεζικού απορρήτου οποιουδήποτε προσώπου διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό σε συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα.

3. Εξέταση αιτήσεων για την παραχώρηση και αναδιάρθρωση δανείων.

4. Θέματα στρατηγικής τα οποία θεωρούνται εμπιστευτικής φύσεως και τα οποία ενδεχομένως να μπορούν να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα της τράπεζας, εξαιρουμένων των θεμάτων του διαχειριστικού ελέγχου.

5. Πρόσβαση σε αλληλογραφία και πρακτικά σε σχέση με την εποπτεία εργασιών τραπεζικών ιδρυμάτων.

Αναφερόμενος στους πιο πάνω νομοθετικούς περιορισμούς κατά τη διενέργεια ελέγχου στη ΣΚΤ, ο εν λόγω αξιωματούχος δήλωσε ότι μέρος αυτών αφορά θέματα τα οποία ούτως ή άλλως δεν αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από το Γενικό Ελεγκτή και θέματα στα οποία αυτός δεν εξουσιοδοτείται να υπεισέλθει, για να διενεργήσει οποιοδήποτε έλεγχο, ενώ παράλληλα με το γενικό τρόπο που έχουν διατυπωθεί οι σχετικές ρυθμίσεις, ειδικά αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο (4) πιο πάνω, δε διασαφηνίζεται επαρκώς μέχρι ποιου σημείου εξουσιοδοτείται ο Γενικός Ελεγκτής να ασκήσει το νενομισμένο έλεγχο.

Περαιτέρω, ο ίδιος, αναφερόμενος σε θέματα πρόσβασης σε αλληλογραφία και πρακτικά, σύμφωνα με την παράγραφο 5 πιο πάνω, δήλωσε ότι στην περίπτωση αυτή προκύπτει μείζον ζήτημα, καθότι δεν αποτελεί ορθή πρακτική να παρέχεται η ευχέρεια στον ελεγχόμενο να επιλέγει ποια στοιχεία θα διαθέσει στο Γενικό Ελεγκτή, για να ασκήσει το νενομισμένο έλεγχο, προσθέτοντας ότι αυτό πλήττει τόσο την πληρότητα όσο και την αξιοπιστία του διενεργούμενου ελέγχου.

Στο πλαίσιο της συζήτησης της δεύτερης πρότασης νόμου, ο πρόεδρος της επιτροπής δήλωσε ότι πρέπει να εξευρεθεί ο κατάλληλος τρόπος μέσω νομοθετικής ρύθμισης, ώστε αφενός να διεξάγεται ο απαραίτητος έλεγχος από πλευράς του Γενικού Ελεγκτή και αφετέρου να διασφαλίζεται η απόλυτη εμπιστευτικότητα των ευρημάτων του ελέγχου αυτού, για να μην πλήττεται ο συνεργατισμός, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τον ευαίσθητο τομέα εντός του οποίου αυτός δραστηριοποιείται.

Συναφώς, ο πρόεδρος της επιτροπής δήλωσε ότι πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επιβολής αυξημένων ποινών σε περίπτωση δημοσιοποίησης ευαίσθητων πληροφοριών από οποιοδήποτε πρόσωπο οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν ζημιά στη ΣΚΤ. Συνεπώς, ανέφερε ότι θα κατατεθεί εκ μέρους του εισήγηση για διαμόρφωση της εν λόγω πρότασης νόμου κατά τρόπο που να εφαρμόζονται τα πιο πάνω. Ειδικότερα, ο ίδιος δήλωσε ότι θα μπορούσε για παράδειγμα να εφαρμοστεί μία διαδικασία διεξαγωγής ελέγχου παρόμοια με αυτή που ο Γενικός Ελεγκτής εφαρμόζει για θέματα άμυνας της Δημοκρατίας, τα οποία παραμένουν απόρρητα και δε δημοσιοποιούνται.

Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας δήλωσε διατεθειμένος να μη δημοσιοποιεί οποιαδήποτε ευρήματα του διαχειριστικού ελέγχου που θα διεξάγει, εφόσον κρίνει ότι αυτά μπορεί να προκαλέσουν ζημιά στο συνεργατισμό, και εξέφρασε παράλληλα την πρόθεσή του να ενημερώνει προφορικά την αρμόδια επιτροπή του κοινοβουλίου για τα εν λόγω θέματα, όποτε αυτό του ζητηθεί.

Μέλη της επιτροπής, καθώς και ορισμένοι εκ των εισηγητών των προτάσεων νόμου δήλωσαν ότι πρωτίστης σημασίας είναι η διασφάλιση της διεξαγωγής των απαραίτητων ελέγχων από το γραφείο του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, ενώ η δημοσιοποίηση των οποιωνδήποτε ευρημάτων δεν αποτελεί ουσιώδες ζήτημα, υπό την προϋπόθεση ότι η Βουλή θα λαμβάνει, με τρόπο που θα καθοριστεί, ενημέρωση για τα εν λόγω θέματα, ενδεχομένως σε κλειστές συνεδρίες της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. Αναφορικά με την πρώτη πρόταση νόμου ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού, καθώς και τα μέλη της βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, της Συμμαχίας Πολιτών και του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά Νέες Δυνάμεις και Δημοκρατικού Κόμματος τάσσονται υπέρ της ψήφισης της πρότασης νόμου σε νόμο.

2. Αναφορικά με τη δεύτερη πρόταση νόμου και εν αναμονή της εισήγησης για διαμόρφωσή της, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην παρούσα έκθεση, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση ψήφισης της πρότασης νόμου σε νόμο, ο τίτλος της θα διαμορφωθεί, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Καταθέσεως Στοιχείων και Πληροφοριών στο Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και στη Βουλή των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2016».

Υπό το φως των πιο πάνω τοποθετήσεων, η επιτροπή υποβάλλει τις εν λόγω προτάσεις νόμου στην ολομέλεια του σώματος για τη λήψη τελικής απόφασης.

 

29 Νοεμβρίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων