Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τα νομοσχέδια «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 201και «Ο περί Προσφύγων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2016»

Παρόντες:

Ελένη Μαύρου, πρόεδρος Χαράλαμπος Πιττοκοπίτης
Γιώργος Τ. Γεωργίου Κωστής Ευσταθίου
Ευανθία Σάββα Παύλος Μυλωνάς
Νίκος Νουρής Λίνος Παπαγιάννης
Πανίκος Λεωνίδου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών μελέτησε τα πιο πάνω νομοσχέδια σε αρκετές συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 16 Ιουνίου και 22 Σεπτεμβρίου 2016. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής η πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου, η Αρχιπρωτοκολλητής, εκ μέρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Πρωτοκολλητής του Διοικητικού Δικαστηρίου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου του ίδιου υπουργείου, συνοδευόμενος από υπηρεσιακούς παράγοντες, εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως, του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) και του “Future Worlds Center”.

Υπενθυμίζεται ότι η εξέταση των νομοσχεδίων άρχισε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου, σε συνεδρία της που πραγματοποιήθηκε την 31η Μαρτίου 2016, κατά την οποία διαπιστώθηκε η έντονη διαφωνία μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας για αριθμό σημαντικών ζητημάτων σε σχέση με αυτά. Επιπρόσθετα, οι ενδιαφερόμενες οργανώσεις που είχαν εκπροσωπηθεί ενώπιον της επιτροπής ζήτησαν περαιτέρω χρόνο, για να μελετήσουν τα νομοσχέδια. Συναφώς, δεδομένων των στενών χρονικών περιθωρίων που είχε στη διάθεσή της η επιτροπή για την εξέταση των νομοσχεδίων λόγω της επικείμενης τότε διάλυσης της Βουλής για τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, κρίθηκε αναγκαίο όπως αυτά μελετηθούν διεξοδικά από τη νέα Βουλή, παρέχοντας παράλληλα χρόνο στις ενδιαφερόμενες οργανώσεις να εκθέσουν τις απόψεις τους.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Προσφύγων Νόμου για την εναρμόνισή του με την Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, όπως διορθώθηκε, με εξαίρεση τα άρθρα 9(6) έως 9(10) και 26 αυτής, καθώς και η εναρμόνισή του με τα άρθρα 2(δ), (ε), (ιδ) και (ιζ), 9(1), 13(2)(γ), 24(1) και (2), 29(1), 33(1) και (2), 38(2), 45(3) και 52 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Επιπρόσθετα, σκοπείται η ορθότερη εναρμόνιση με τα άρθρα 14(1), 17(1) και 19(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, καθώς και η εκ νέου εναρμόνιση με τα άρθρα 4(1), 10(1), 7(3) και 22 της εν λόγω Οδηγίας.

Περαιτέρω, με τον προτεινόμενο νόμο επιδιώκεται η εκ νέου εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 18 της Οδηγίας 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 2001 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων και με το άρθρο 11 της Οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 σχετικά με το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης.

Τέλος, σκοπείται η αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 27(3)(α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, καθώς και η καλύτερη εφαρμογή τής υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας.

Ειδικότερα, με τις πρόνοιες του εν λόγω νομοσχεδίου προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Αναθεώρηση του ορισμού του όρου «μέλος της οικογένειας», ώστε το λεκτικό του να αντιστοιχεί στον ορισμό του ίδιου όρου με βάση τις πρόνοιες της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ.

2. Αναθεώρηση ορισμένων διατάξεων της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας, ώστε να συνάδουν με τις διατάξεις του περί Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου, βάσει του οποίου ιδρύθηκε το Διοικητικό Δικαστήριο για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό μεταξύ άλλων προσφυγών που ασκούνται στη βάση του άρθρου 146 του συντάγματος και προσφυγών εναντίον των αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου.

3. Εισαγωγή των όρων «αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής», «κέντρο φιλοξενίας», «κράτηση», «συνθήκες υποδοχής» και «υλικές συνθήκες υποδοχής» και των ορισμών τους για σκοπούς εναρμόνισης με τους αντίστοιχους όρους της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ.

4. Εισαγωγή των όρων «μεταγενέστερη αίτηση» και «αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων» για σκοπούς εναρμόνισης με τους αντίστοιχους όρους της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

5. Κατάργηση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, δεδομένου ότι οι προσφυγές αιτητών διεθνούς προστασίας έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου για σκοπούς διενέργειας δικαστικού ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας των διοικητικών αποφάσεων που αφορούν διεθνή προστασία.

6. Αναθεώρηση των διατάξεων που προβλέπουν τη χορήγηση βεβαίωσης υποβολής αίτησης σε αιτητή διεθνούς προστασίας και σε μέλος της οικογένειάς του, καθώς και πληροφοριών ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με την παροχή σε αυτούς υλικών συνθηκών υποδοχής.

7. Εισαγωγή ρυθμίσεων που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων σε σχέση με την κυκλοφορία και τη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, καθώς και σε σχέση με την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων που τους αφορούν.

8. Εισαγωγή προνοιών σε σχέση με την κράτηση υπό ορισμένες προϋποθέσεις αιτητή διεθνούς προστασίας ή/και μέλους της οικογένειάς του διά της έκδοσης διατάγματος από τον Υπουργό Εσωτερικών.

9. Εισαγωγή προνοιών για τη χορήγηση σε υπό κράτηση πρόσωπο του δικαιώματος προσωπικής παρουσίας ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου με τη συνοδεία της αστυνομίας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

10. Εισαγωγή ρυθμίσεων για τη θεσμοθέτηση ενιαίου μηχανισμού εντοπισμού των προσώπων που χρήζουν ειδικών αναγκών υποδοχής και των προσώπων που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.

11. Εισαγωγή προνοιών αναφορικά με την ιατρική εξέταση των αιτητών διεθνούς προστασίας ή/και των μελών των οικογενειών τους, καθώς και την εξατομικευμένη εκτίμηση της ειδικής κατάστασης των ευάλωτων προσώπων.

12. Εισαγωγή ρυθμίσεων για τη χορήγηση, υπό προϋποθέσεις, στα υπό αναφορά πρόσωπα των δικαιωμάτων της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης και της εργασίας.

13. Εισαγωγή προνοιών σύμφωνα με τις οποίες θα χορηγούνται υλικές συνθήκες υποδοχής και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε αιτητές διεθνούς προστασίας ή/και σε μέλη των οικογενειών τους που δεν έχουν επαρκείς πόρους.

14. Εισαγωγή προνοιών σε σχέση με τη λειτουργία των κέντρων φιλοξενίας για τα υπό αναφορά πρόσωπα.

15. Εισαγωγή πρόνοιας σύμφωνα με την οποία παρέχεται στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η δυνατότητα να διαφοροποιεί, να περιορίζει ή να ανακαλεί τις προβλεπόμενες υλικές συνθήκες υποδοχής.

16. Εισαγωγή ρυθμίσεων σε σχέση με το χειρισμό των θυμάτων βασανιστηρίων και βίας και των ανηλίκων, περιλαμβανομένης της εκπροσώπησης και της συνδρομής των ασυνόδευτων ανηλίκων από το διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

17. Διαμόρφωση των διατάξεων του βασικού νόμου που ρυθμίζουν την παύση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ώστε αυτές να τυγχάνουν εφαρμογής μόνο σε σχέση με πρόσωπα των οποίων η σχετική αίτηση κατατέθηκε μετά την 20ή Οκτωβρίου 2004, για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.

18. Εισαγωγή πρόνοιας για την καταβολή τέλους ταυτόχρονα με την υποβολή αιτήματος οικογενειακής επανένωσης των μελών της οικογένειας πρόσφυγα.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Προσφύγων Νόμου για την εναρμόνισή του με την Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς και η καλύτερη εφαρμογή της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, με τις πρόνοιες του εν λόγω νομοσχεδίου προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Εισαγωγή αριθμού νέων όρων και των ορισμών τους μεταξύ άλλων για σκοπούς καθορισμού των αποφάσεων του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου οι οποίες συνιστούν ανάκληση διεθνούς προστασίας.

2. Αναθεώρηση αριθμού ορισμών όρων που περιλαμβάνονται στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία, ώστε οι όροι αυτοί να συνάδουν με τις πρόνοιες της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

3. Εισαγωγή προνοιών για την ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δικαιούχος διεθνούς προστασίας έχει παραιτηθεί κατά τρόπο κατηγορηματικό από την αναγνώρισή του ως τέτοιου.

4. Εκσυγχρονισμός των διατάξεων που αφορούν το δικαίωμα παραμονής αιτητή διεθνούς προστασίας στη Δημοκρατία, ώστε να προβλέπεται μεταξύ άλλων η παραμονή του εν λόγω προσώπου στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρι και την πρωτοβάθμια εξέταση ενδεχόμενης προσφυγής του από το Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος.

5. Εισαγωγή προνοιών σύμφωνα με τις οποίες θα αποφασίζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του αιτητή διεθνούς προστασίας, η δυνατότητα παραμονής αυτού στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, σε περίπτωση που η σχετική αίτηση διεθνούς προστασίας εξετάστηκε ταχύρρυθμα ή απορρίφθηκε χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας της.

6. Παροχή επιπρόσθετων εγγυήσεων στους ασυνόδευτους ανηλίκους, όπως παροχή δωρεάν νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών.

7. Εισαγωγή προνοιών σε σχέση με την ιατρική εξέταση των ασυνόδευτων ανηλίκων η οποία θα διενεργείται για τον προσδιορισμό της ηλικίας τους.

8. Εισαγωγή προνοιών αναφορικά με τον εντοπισμό αιτητών που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και την παροχή σε αυτούς επαρκούς υποστήριξης από τις αρμόδιες αρχές.

9. Εκσυγχρονισμός των διατάξεων που ρυθμίζουν την υποβολή, την καταχώριση και την κατάθεση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

10. Εισαγωγή προνοιών αναφορικά με την ενημέρωση των αιτητών που βρίσκονται σε κέντρα κράτησης και σε σημεία διέλευσης των συνόρων για τη δυνατότητα πρόσβασής τους στη διαδικασία διεθνούς προστασίας, παρέχοντάς τους οι αρμόδιες αρχές σχετικές συμβουλές.

11. Αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν τις ασφαλείς τρίτες χώρες, τις ευρωπαϊκές ασφαλείς τρίτες χώρες και τις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.

12. Χορήγηση στους αιτητές διεθνούς προστασίας δικαιώματος ακρόασης, προτού η Υπηρεσία Ασύλου κρίνει την αίτησή τους απαράδεκτη.

13. Παροχή δυνατότητας στους αρμόδιους λειτουργούς να προβαίνουν στην κατά προτεραιότητα εξέταση ορισμένων αιτήσεων, όπως oι αιτήσεις που υποβάλλονται από ευάλωτα πρόσωπα.

14. Καθορισμός των χρονικών πλαισίων για την ολοκλήρωση της εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

15. Εκσυγχρονισμός των διατάξεων που αφορούν τη διενέργεια από την Υπηρεσία Ασύλου προσωπικής συνέντευξης με τον αιτητή διεθνούς προστασίας επί της ουσίας της αίτησής του, καθώς και τον τρόπο διεξαγωγής της εν λόγω συνέντευξης.

16. Διενέργεια ιατρικής ή/και ψυχολογικής εξέτασης αιτητή διεθνούς προστασίας, στην περίπτωση που υπάρχουν ενδείξεις ή/και συμπτώματα δίωξης, σοβαρής βλάβης, βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας.

17. Αναθεώρηση των διατάξεων που αφορούν τη σιωπηρή απόσυρση αίτησης διεθνούς προστασίας ή τη σιωπηρή υπαναχώρηση από αυτήν.

18. Αναθεώρηση των διατάξεων αναφορικά με την υποβολή νέων στοιχείων ή νέας αίτησης διεθνούς προστασίας μετά από την έκδοση απόφασης επί αντίστοιχης αίτησης.

19. Εισαγωγή ρυθμίσεων σε σχέση με το επανάνοιγμα φακέλου και την επανεξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας, σε περίπτωση διακοπής της διαδικασίας εξέτασής της λόγω απόσυρσής της από τον αιτητή ή υπαναχώρησής του από αυτήν.

20. Παροχή στο δικηγόρο ή το νομικό σύμβουλο του αιτητή διεθνούς προστασίας δικαιώματος παρέμβασης στο τέλος της διεξαχθείσας από την Υπηρεσία Ασύλου συνέντευξης του αιτητή.

21. Εισαγωγή προνοιών σε σχέση με την έκδοση απόφασης επί αίτησης διεθνούς προστασίας, ώστε να ρυθμίζονται μεταξύ άλλων η υποχρέωση εξέτασης του κατά πόσο ο αιτητής δικαιούται καθεστώς ασύλου ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, η μετάφραση εγγράφων που αφορούν την αίτηση και η παροχή νομικών και διαδικαστικών πληροφοριών στους αιτητές.

22. Εισαγωγή προνοιών για την πρόσβαση του Διοικητικού Δικαστηρίου και του δικηγόρου ή του νομικού συμβούλου του αιτητή διεθνούς προστασίας σε πληροφορίες συναφείς με την αίτηση και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επ’ αυτής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από τους κυβερνητικούς αρμοδίους, η μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των Οδηγιών 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ κρίνεται επείγουσα, επειδή η χρονική δέσμευση για την υιοθέτηση των προνοιών τους από τα κράτη μέλη ήταν η 20ή Ιουλίου 2015 και επιπροσθέτως εκκρεμεί διαδικασία παράβασης κατά της Δημοκρατίας, στα πλαίσια της οποίας έχει ήδη ληφθεί προειδοποιητική επιστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σημειώνεται ότι τα υπό αναφορά νομοσχέδια κατατέθηκαν στη Βουλή την 31η Μαρτίου 2016.

Στο στάδιο της μελέτης των νομοσχεδίων την επιτροπή απασχόλησαν ορισμένα θέματα που άπτονται της εφαρμογής του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου, γι’ αυτό και ζητήθηκαν από τους κυβερνητικούς αρμοδίους πρόσθετα στοιχεία και διευκρινίσεις. Παράλληλα, διατυπώθηκε ιδιαίτερος προβληματισμός από την επιτροπή για τη συνέχιση ή μη της λειτουργίας της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία είναι το όργανο που σήμερα επιλαμβάνεται των προσφυγών στον τομέα της διεθνούς προστασίας επί της ουσίας.

H πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και η Αρχιπρωτοκολλητής, εκ μέρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξέφρασαν προβληματισμούς και επιφυλάξεις για την προτεινόμενη κατάργηση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Ειδικότερα, δήλωσαν μεταξύ άλλων ότι με την προτεινόμενη κατάργηση, επειδή δε θα προηγείται η διεξαγωγή σχετικής έρευνας από την εν λόγω Αρχή, το Διοικητικό Δικαστήριο θα επωμιστεί μεγάλο φόρτο εργασίας, με κίνδυνο να μην μπορεί να αντεπεξέλθει με την υφιστάμενη υποδομή και στελέχωσή του. Συναφώς, εισηγήθηκαν κατ’ ελάχιστον τη συνέχιση της λειτουργίας της Αρχής και, σε αντίθετη περίπτωση, την ίδρυση από την πολιτεία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας στον τομέα της διεθνούς προστασίας, του οποίου οι αποφάσεις θα υπόκεινται σε έφεση στο Διοικητικό Δικαστήριο για οποιοδήποτε λόγο συνεπάγεται νομικό σημείο μόνο.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας δήλωσε καταρχάς ότι η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας δε φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την καθυστέρηση της κατάθεσης των νομοσχεδίων στη Βουλή, δεδομένου ότι ο νομοτεχνικός έλεγχος των κειμένων τους είχε ολοκληρωθεί αρκετούς μήνες πριν από την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας για μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη των δύο πιο πάνω αναφερόμενων Οδηγιών. Παράλληλα, επισήμανε ότι είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να απευθύνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, η έκδοση της οποίας συνιστά το τελευταίο στάδιο πριν από την καταχώριση σχετικής προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Δημοκρατίας για την εκπρόθεσμη εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με τις υπό αναφορά Οδηγίες.

Επί του ζητήματος για το οποίο διατύπωσαν προβληματισμούς και επιφυλάξεις η πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου και η Αρχιπρωτοκολλητής, ο ίδιος εκπρόσωπος επισήμανε ότι δεν μπορεί ένα υφιστάμενο διοικητικό όργανο όπως η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων να μετατραπεί σε δικαστικό όργανο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ίδρυση δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας στον τομέα της διεθνούς προστασίας συνεπάγεται πρόσθετο κόστος, γι’ αυτό και δεν είναι δυνατό να αποφασιστεί από τη Βουλή στο στάδιο αυτό, τηρουμένης συναφώς και της υποχρέωσης σεβασμού της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

Πέραν των πιο πάνω, σε σχέση με την προτεινόμενη κατάργηση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ο ίδιος εκπρόσωπος ενημέρωσε την επιτροπή ότι εξετάστηκε ενδελεχώς το ενδεχόμενο χορήγησης στην Αρχή αρμοδιότητας για τη διεξαγωγή ελέγχου ουσίας ορισμένων διοικητικών αποφάσεων που αφορούν διεθνή προστασία, ως η νομική υποχρέωση της Δημοκρατίας που προκύπτει από το ενωσιακό δίκαιο για δικαστικό έλεγχο ουσίας από δικαστήριο και ειδικότερα από court ή tribunal. Ωστόσο, η διενέργεια αυτού αποφασίστηκε να ανατεθεί στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, επειδή διαφάνηκε ότι η Αρχή δεν πληρεί επαρκώς το κριτήριο της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, για να δύναται να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως tribunal.

Επιπρόσθετα, ο ίδιος εκπρόσωπος διατύπωσε τη διαφωνία του σε σχέση με ορισμένες πρόνοιες του δεύτερου νομοσχεδίου, σημειώνοντας ότι αυτό αποκλίνει από το νομοτεχνικά ελεγμένο κείμενο από πλευράς της Νομικής Υπηρεσίας. Συναφώς, εισηγήθηκε όπως οι εν λόγω πρόνοιες αναδιατυπωθούν στη βάση της νομικής άποψης που γραπτώς εξέφρασε ο ίδιος, καταθέτοντας στην επιτροπή σχετική επιστολή του προς το Υπουργείο Εσωτερικών, ημερομηνίας 29 Απριλίου 2015, η οποία διαλαμβάνει ανάμεσα σε άλλα τα ακόλουθα:

1. Η χρονική προθεσμία για την κατάθεση της αίτησης μετά την υποβολή της στα κατά τόπους αρμόδια Κλιμάκια Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Αστυνομίας ή στα κρατητήρια ή στις φυλακές ή στο χώρο κράτησης απαγορευμένων μεταναστών, όπου κρατείται το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεν πρέπει να είναι υπερβολικά σύντομη, προκειμένου να είναι η σχετική πρόνοια νομικά ασφαλής. Επιπρόσθετα, ο προσδιορισμός της μέγιστης προθεσμίας δυνατό να μην καθορίζεται ρητά στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία αλλά σε εκδιδόμενες δυνάμει αυτής κατευθυντήριες γραμμές.

2. Το Υπουργικό Συμβούλιο πρέπει να δύναται υπό ιδιαίτερες συνθήκες να επιλέγει για τη διενέργεια των συνεντεύξεων επί της ουσίας των αιτήσεων προσωπικό οποιουδήποτε υπουργείου ή/και προσωπικό ανεξάρτητης αρχής, νοουμένου ότι η τελευταία συναινεί προς τούτο, χωρίς όμως να υφίσταται η δυνατότητα επιλογής και ιδιωτών εμπειρογνωμόνων.

Επί των πιο πάνω θέσεων του εκπροσώπου της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών διατύπωσαν τη θέση ότι ο καθορισμός στην υπό τροποποίηση βασική νομοθεσία συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου για την κατάθεση της αίτησης κρίνεται απαραίτητος, επειδή, στην περίπτωση που ο αιτητής δεν προβεί στην εν λόγω ενέργεια σε καθορισμένη προθεσμία, τεκμαίρεται ότι έχει σιωπηρά υπαναχωρήσει από την αίτησή του. Περαιτέρω, σημείωσαν την ανάγκη όπως με τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου θεσμοθετηθεί η διεξαγωγή συνεντεύξεων αιτητών ασύλου, σε περιπτώσεις έκτακτης εισροής μεγάλου αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών στη Δημοκρατία, από το προσωπικό οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο. Συναφώς, εισηγήθηκε όπως η σχετική πρόνοια αναδιατυπωθεί κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας, χωρίς να τίθεται ζήτημα μη συμβατότητας με το σύνταγμα.

Παράλληλα, σε μεταγενέστερο στάδιο το Υπουργείο Εσωτερικών, σε συνεννόηση με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, κατέθεσε ενώπιον της επιτροπής εισήγηση για την εισαγωγή στο πρώτο νομοσχέδιο μεταβατικών προνοιών τόσο σε σχέση με τη διεκπεραίωση από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, πριν από την κατάργησή της, των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν της όσο και σε σχέση με την αναστολή του δικαιώματος καταχώρισης νέων διοικητικών προσφυγών.

Οι εκπρόσωποι της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, τοποθετούμενοι επί του πρώτου νομοσχεδίου, εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την προτεινόμενη κατάργηση της Αρχής και υποστήριξαν ότι η απαίτηση των σχετικών Οδηγιών για τη θεσμοθέτηση και διενέργεια ελέγχου ουσίας διοικητικών αποφάσεων που αφορούν τη διεθνή προστασία από δικαστήριο, court ή tribunal, θα πληρούται στην περίπτωση που τροποποιηθεί το νομικό της καθεστώς, ώστε να συνιστά ανεξάρτητο δικαστικό όργανο. Παράλληλα, εξέφρασαν τη θέση ότι ενδέχεται να προκύψουν προβλήματα σε σχέση με την εμπρόθεσμη στη βάση του ενωσιακού δικαίου εκδίκαση των προσφυγών από το Διοικητικό Δικαστήριο, δεδομένου αφενός του όγκου των υποθέσεων που έχει ενώπιόν του και αφετέρου του ολοένα αυξανόμενου αριθμού αιτητών διεθνούς προστασίας. Επιπρόσθετα, ενημέρωσαν την επιτροπή ότι οι υπηρεσίες του προέδρου και των μελών της Αρχής καλύπτονται με σύμβαση διάρκειας μέχρι το 2019, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι μέχρι τότε η Αρχή θα συνεχίζει τη λειτουργία της ουσιαστικά άνευ αντικειμένου.

Σύμφωνα με γραπτό υπόμνημα που κατέθεσε στην επιτροπή η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αποτελεί χρέος της πολιτείας να διασφαλίσει ότι το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο θα επιτρέπει την πρόσβαση των παιδιών σε δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες, καθώς και σε συνθήκες υποδοχής που να συνάδουν με τα δικαιώματά τους και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Συναφώς, η ίδια αξιωματούχος προέβη σε συγκεκριμένες εισηγήσεις για τροποποίηση των κειμένων των νομοσχεδίων, οι οποίες αφορούν ανάμεσα σε άλλα την αναθεώρηση αριθμού προτεινόμενων σε αυτά όρων και των ορισμών τους, την εκπροσώπηση των ασυνόδευτων ανηλίκων, την απαγόρευση της κράτησης ανήλικων αιτητών ασύλου, την πρόσβαση ανηλίκων σε μαθητεία και την εκπαίδευσή τους, την πρόσβαση στην αγορά εργασίας και την επαγγελματική κατάρτιση, τις υλικές συνθήκες υποδοχής, τη λειτουργία κέντρων φιλοξενίας, τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων για διαπίστωση της ηλικίας των αιτητών ασύλου και την κατά προτεραιότητα εξέταση αιτήσεων ασύλου των ευάλωτων ομάδων και ιδιαίτερα των ασυνόδευτων ανηλίκων.

Οι εκπρόσωποι των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων πλευρών, οι οποίοι παρευρέθηκαν στην επιτροπή, διατύπωσαν διαφωνίες και επιφυλάξεις σε σχέση με ορισμένες πρόνοιες των υπό εξέταση νομοσχεδίων και παράλληλα υπέβαλαν εισηγήσεις για τροποποίηση των κειμένων τους.

Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της περαιτέρω συζήτησης επί των προνοιών των νομοσχεδίων από την επιτροπή η τελευταία διαμόρφωσε τα κείμενά τους με την εισαγωγή των πιο πάνω αναφερόμενων μεταβατικών προνοιών σε σχέση με την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Παράλληλα, επέφερε σ’ αυτά νομοτεχνικές και άλλες διορθώσεις, έπειτα από σχετική συνεννόηση με τους κυβερνητικούς αρμοδίους.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία της προέδρου και των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, καθώς και του μέλους της βουλευτή της Συμμαχίας Πολιτών, υιοθετεί καταρχήν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των νομοσχεδίων και γι’ αυτό εισηγείται στη Βουλή την ψήφισή τους σε νόμους, όπως έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω, διατηρώντας ταυτόχρονα το δικαίωμα κατάθεσης σχετικών τροπολογιών κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια της Βουλής.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Εθνικού Λαϊκού Μετώπου επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση των νομοσχεδίων στην ολομέλεια της Βουλής.

Πέραν των πιο πάνω, η επιτροπή καλεί την εκτελεστική εξουσία όπως, σε συνεργασία με τη δικαστική εξουσία, προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και τροχοδρομήσει όλες τις αναγκαίες διαδικασίες, ώστε να καταστεί δυνατή η ίδρυση δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας στον τομέα της διεθνούς προστασίας, με απώτερο στόχο την αποτελεσματική εφαρμογή της υπό τροποποίηση βασικής νομοθεσίας, την αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου όγκου υποθέσεων διεθνούς προστασίας και την απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο.

Με την ευκαιρία αυτή, η επιτροπή εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τη μεγάλη καθυστέρηση στην κατάθεση των υπό αναφορά νομοσχεδίων και ειδικότερα αφότου παρήλθε η προθεσμία μεταφοράς των σχετικών ενωσιακών διατάξεων στην εθνική νομοθεσία. Παράλληλα, η επιτροπή σημειώνει ότι η ταυτόχρονη κατάθεση από την εκτελεστική εξουσία δύο νομοσχεδίων για τροποποίηση της ίδιας νομοθεσίας δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες στη μελέτη τους από τις κοινοβουλευτικές επιτροπές. Συναφώς, καλεί την εκτελεστική εξουσία όπως αποφεύγει τέτοιου είδους πρακτικές, οι οποίες, θέτοντας ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, δυσχεραίνουν το έργο των κοινοβουλευτικών επιτροπών για διεξοδική μελέτη των νομοσχεδίων.

 

27 Σεπτεμβρίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων