Αρχείο

    

Απάντηση 23.06.011.01.863

Απάντηση ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 2017 του Υπουργού Εσωτερικών κ. Κωνσταντίνου Πετρίδη στην ερώτηση με αρ. 23.06.011.01.863, ημερομηνίας 22 Μαΐου 2017, του βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας κ. Χαράλαμπου Θεοπέμπτου

«Αναφέρομαι στην πιο πάνω ερώτηση και σας πληροφορώ για τα ακόλουθα:

(α) Το Υπουργείο Εσωτερικών θεωρεί κατ’ αρχήν ότι η ενίσχυση του θεσμού και η εύρυθμη λειτουργία των λαϊκών αγορών συμβάλλει στη διασφάλιση των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού και στη δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων που διασφαλίζουν τον υγιή ανταγωνισμό.

(β) Από μελέτη του θέματος προκύπτει ότι τα γενικότερα προβλήματα στα οποία προσκρούει η αναβάθμιση του θεσμού της “λαϊκής αγοράς” αφορούν την εξεύρεση κατάλληλων χώρων στάθμευσης, καθώς και χώρων για τις ίδιες τις αγορές, το κόστος λειτουργίας τους, αλλά κυρίως τις διαδικασίες υγειονομικού ελέγχου, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που δεν υπάρχει κατάλληλη υποδομή. Ειδικότερα, με σκοπό την ενίσχυση της αποτελεσματικής εφαρμογής του περί της Ρύθμισης των Λαϊκών Αγορών Νόμου, έχει αποφασιστεί η σύσταση υποεπιτροπής, από την προβλεπόμενη στο Νόμο Συμβουλευτική Επιτροπή, κύρια αρμοδιότητα της οποίας είναι να παρακολουθεί την εφαρμογή της νομοθεσίας και να υποβάλλει εισηγήσεις προς τον Υπουργό Εσωτερικών. Η Επιτροπή αυτή θα επεξεργαστεί και θα ετοιμάσει προσχέδιο Κανονισμών, με την ψήφιση των οποίων αναμένεται ότι ο Νόμος θα καταστεί πιο λειτουργικός, ως προς την εφαρμογή του. Από τις εμπλεκόμενες Κυβερνητικές Υπηρεσίες έχουν ήδη υποβληθεί σχετικές εισηγήσεις.

(γ) Όπως έχει, εντούτοις, αναφερθεί και στα πλαίσια πρόσφατης συζήτησης του θέματος, ενώπιον της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Γεωργίας και Φυσικών Πόρων, εκπρόσωποι αγροτικών οργανώσεων -μέλη της προβλεπόμενης στον περί της Ρύθμισης των Λαϊκών Αγορών Νόμο Συμβουλευτικής Επιτροπής- πρόβαλαν την κατηγορηματική άρνηση συνέχισης της συμμετοχής τους στην Επιτροπή, ενόσω σ’ αυτήν συμμετέχει ως μέλος της και ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Παραγωγών Γεωργοκτηνοτροφικών Προϊόντων, ο οποίος είχε περιληφθεί κατόπιν σχετικού αιτήματός του. Έχοντας υπόψη ότι πρόκειται και στην προκειμένη περίπτωση για οργάνωση με την ίδια ακριβώς υπόσταση, δηλαδή σωματείο, όπως και οι αντιδρούσες οργανώσεις, με πρόνοιες στο Καταστατικό της για ενασχόληση με αγροτικές δραστηριότητες. Ενόψει τούτου, ζητήθηκε και αναμένεται η εξασφάλιση σχετικής γνωμάτευσης από τον Γενικό Εισαγγελέα. Κατά πόσο, δηλαδή, υπό τις περιστάσεις, νομιμοποιείται ο υπό αναφορά Σύνδεσμος να συμμετέχει στη Συμβουλευτική Επιτροπή ή και το Υπουργείο Εσωτερικών να τον αποκλείσει.

(δ) Διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι οι τοπικές αρχές εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας “Αγορών Φθαρτών και Ζώων”, όπως αυτές προβλέπονται στους περί Δήμων και περί Κοινοτήτων Νόμους, ή την ίδρυση και λειτουργία “Λαϊκής Αγοράς”, σύμφωνα με τον περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας των Λαϊκών Αγορών Νόμο, όπου οι ίδιοι οι παραγωγοί πωλούν τα δικά τους προϊόντα. Το γεγονός αυτό δεν θεωρούμε ότι δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα, αφού απεναντίας δίδει την ευχέρεια επιλογής στις ενδιαφερόμενες τοπικές αρχές, έτσι ώστε να αποφασίσουν και να δραστηριοποιηθούν, αντιμετωπίζοντας τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης.

2. Το Υπουργείο Εσωτερικών είναι στη διάθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και των Μελών της για οποιαδήποτε συνεργασία, με σκοπό την αναβάθμιση του θεσμού των λαϊκών αγορών.»

 

Απάντηση ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2018 του Υπουργού Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος κ. Κώστα Καδή στην ερώτηση με αρ. 23.06.011.01.863, ημερομηνίας 22 Μαΐου 2017, του βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας κ. Χαράλαμπου Θεοπέμπτου

«Αναφέρομαι στην ερώτηση με αρ. 23.06.011.01.863 και επιθυμώ να σας πληροφορήσω τα ακόλουθα:

Πάγια πολιτική του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος είναι η στήριξη της λειτουργίας των Λαϊκών Αγορών, με στόχο την εξομάλυνση του μεγάλου χάσματος τιμών που παρατηρείται μέχρι τα προϊόντα να φτάσουν από τον παραγωγό στον καταναλωτή, προς όφελος, βεβαίως και των δύο. Γι’ αυτό ήταν και παραμένει θέση του ΥΓΑΑΠ ότι οι Λαϊκές Αγορές είναι χώροι στους οποίους θα πρέπει οι ίδιοι οι παραγωγοί να διαθέτουν προϊόντα μόνο δικής τους παραγωγής. Αυτό εξ άλλου διαλαμβάνεται και στο άρθρο 4 των περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας των Λαϊκών Αγορών Νόμων του 2013 έως 2015 (εφ’ εξής Νόμος). Σε δύο άλλα σημεία όμως της νομοθεσίας αυτής περιλαμβάνονται πρόνοιες που επιτρέπουν τη διεξαγωγή εμπορίου, δηλαδή την πώληση προϊόντων στις Λαϊκές Αγορές όχι παραγωγής των ιδίων των παραγωγών που συμμετέχουν σ’ αυτές. Πιο συγκεκριμένα, (α) στο άρθρο 12(3) του Νόμου περιλαμβάνεται πρόνοια με την οποία δίδεται το δικαίωμα σε παραγωγούς που διαθέτουν τα προϊόντα τους σε Λαϊκή Αγορά, να διαθέτουν και τα προϊόντα άλλων παραγωγών, που επίσης έχουν άδεια διάθεσης των προϊόντων τους σε Λαϊκή Αγορά και (β) στο άρθρο 3(1)(β) του Νόμου [όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 57(Ι)/2015] περιλαμβάνεται πρόνοια με την οποία δίνεται η δυνατότητα σε έμπορο να διαθέτει προϊόντα σε Λαϊκή Αγορά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Οι πιο πάνω πρόνοιες έχουν βρει ευρεία εφαρμογή σε όλες τις Λαϊκές Αγορές με αποτέλεσμα (α) μεγάλο μέρος των προϊόντων που πωλούνται στις Λαϊκές να διατίθεται από εμπόρους και (β) μεγάλος αριθμός παραγωγών, στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα, στην ουσία εξαναγκάζονται να αυξήσουν την γκάμα των προς διάθεση προϊόντων τους διαθέτοντας και προϊόντα που αγοράζουν από άλλους παραγωγούς. Ως αποτέλεσμα αυτού παρατηρείται στις Λαϊκές Αγορές η δραστηριοποίηση πολλών “μικρών φρουταριών”, χωρίς να εξυπηρετείται ο βασικός σκοπός λειτουργίας τους, δηλαδή οι απευθείας πωλήσεις χωρίς μεσάζοντες και σε τιμές που να συμφέρουν τόσο τους παραγωγούς όσο και τους καταναλωτές.

Αποβλέποντας στην απάμβλυνση του όλου προβλήματος, το Τμήμα Γεωργίας απέστειλε επιστολή στις 07.06.2017 στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ως Προέδρου της Συμβουλευτικής Επιτροπής που συστάθηκε με βάση το Νόμο, με σχετικές εισηγήσεις για θέσπιση Κανονισμών. Στους εν λόγω Κανονισμούς περιλαμβάνονται πρόνοιες που θα δίνουν τη δυνατότητα (α) στον καταναλωτή να διαχωρίσει τα προϊόντα ιδίας παραγωγής από τα προϊόντα εμπορίας, (β) στις αρμόδιες αρχές ελέγχου (οικείος Δήμος ή Κοινότητα) να διενεργούν αποτελεσματικότερους ελέγχους και (γ) στη Συμβουλευτική Επιτροπή να εποπτεύει αποτελεσματικότερα την όλη λειτουργία των Λαϊκών Αγορών, αλλά και να προωθεί διορθωτικά μέτρα.

Το Υπουργείο στηρίζει το θεσμό των Λαϊκών Αγορών και εργάζεται προς την κατεύθυνση της ορθής λειτουργείας τους προς όφελος πάντοτε τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.

Παραμένουμε στη διάθεση σας για τυχόν διευκρινίσεις ή πρόσθετες πληροφορίες επί των πιο πάνω.»

 

 
     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων