Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τις προτάσεις νόμου του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Γιώργος Λουκαΐδης
Ρίκκος Μαππουρίδης Ρούλα Μαυρονικόλα, εκπροσωπώντας τον κ. Φειδία Σαρίκα
Άριστος Δαμιανού  

  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 17 και 29 Φεβρουαρίου 2016 και ακολούθως όλες τις υπό συζήτηση προτάσεις νόμου από κοινού σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ της 9ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2016. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στην επιτροπή ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, εκπρόσωποι του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και του Τμήματος Φορολογίας του ίδιου υπουργείου, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και εκπρόσωποι του ίδιου υπουργείου, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, του Υπουργείου Άμυνας και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Σκοπός των υπό συζήτηση προτάσεων νόμου, οι οποίες κατατέθηκαν από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας και η πρόληψη της διαφθοράς στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στην αστυνομία και στο στρατό με την ενίσχυση των υφιστάμενων διατάξεων που αφορούν τον έλεγχο που ασκείται σε σχέση με την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων («πόθεν έσχες»), όπου υπάρχουν, και με τη θέσπισή τέτοιων ρυθμίσεων, όπου δεν υφίστανται.

Σημειώνεται ότι πριν από την κατάθεση των υπό συζήτηση προτάσεων νόμου είχε αρχίσει η μελέτη από την επιτροπή υπό την προηγούμενη σύνθεσή της συναφούς θέματος που ενέγραψε αυτεπάγγελτα η ίδια με τίτλο «Η ανάγκη αναθεώρησης της νομοθεσίας που διέπει το πόθεν έσχες μετά τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου», καθώς και η εξέταση σχετικών νομοσχεδίων με τα οποία προτείνεται η ρύθμιση της υποβολής δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων από πολιτικά πρόσωπα και αξιωματούχους της Δημοκρατίας. Η εξέταση του αυτεπάγγελτου θέματος και των νομοσχεδίων αυτών συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της συζήτησης των υπό αναφορά προτάσεων νόμου ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών υπό την παρούσα σύνθεσή της.

Στα πλαίσια της συζήτησης του αυτεπάγγελτου θέματος διαπιστώθηκε ότι, ως αποτέλεσμα της αντισυνταγματικότητας των πιο πάνω νόμων, το άρθρο 66 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, το οποίο αφορά την υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων από δημόσιους υπαλλήλους για σκοπούς του πόθεν έσχες, κατέστη ανενεργό, καθώς και ότι ρυθμίσεις που αφορούν το πόθεν έσχες δεν υφίστανται όσον αφορά τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Στα πλαίσια συζήτησης του αυτεπάγγελτου θέματος η επιτροπή, μέσω ερωτηματολογίου που κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για Κοινοβουλευτική Έρευνα και Τεκμηρίωση, ενημερώθηκε για τη διεθνή πρακτική αναφορικά με την υποβολή δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων και ιδιαίτερα αναφορικά με τη χρήση της μεθόδου αυτής για την προώθηση της διαφάνειας και την προληπτική λήψη μέτρων κατά της διαφθοράς. Ειδικότερα, από τις σχετικές απαντήσεις προκύπτει ότι στην εθνική νομοθεσία των πλείστων κρατών που απάντησαν στο εν λόγω ερωτηματολόγιο προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων από μέλη του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με βάση τα ίδια στοιχεία, στα κράτη στα οποία η υποχρέωση υποβολής δήλωσης δεν επιβάλλεται σε όλο το εύρος της δημόσιας υπηρεσίας η επιβολή της εν λόγω υποχρέωσης φαίνεται να ρυθμίζεται σε σχέση με συγκεκριμένες θέσεις οι οποίες είτε απαριθμούνται εξαντλητικά στις σχετικές ρυθμίσεις είτε καθορίζονται με αναφορά στα καθήκοντα ή στην υπευθυνότητα των θέσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα όπως κατατεθούν από την ίδια οι υπό συζήτηση προτάσεις νόμου με τις οποίες ρυθμίζεται η υποβολή δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων από δημόσιους υπαλλήλους, εκπαιδευτικούς λειτουργούς, υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μέλη της αστυνομίας και μέλη του στρατού με αναφορά στη θέση που τα πρόσωπα αυτά κατέχουν στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα ή στο βαθμό που κατέχουν ως μέλη της αστυνομίας ή του στρατού, καθώς και στα καθήκοντα που εκτελούν, έτσι ώστε να υπάρχει συνολική ρύθμιση του θέματος του πόθεν έσχες.

Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου στη μορφή που αυτή κατατέθηκε αρχικά προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Επιβάλλεται υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων και δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων σε δημόσιους υπαλλήλους που κατέχουν θέση με μισθοδοτική κλίμακα ίση ή ανώτερη από την Κλίμακα Α11 του κυβερνητικού μισθολογίου.

2. Παρέχεται η δυνατότητα στην αρμόδια αρχή με αιτιολογημένη απόφασή της να ζητήσει την υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων ή/και δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων από οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα κατώτερη από την Κλίμακα Α11 του κυβερνητικού μισθολογίου, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει πρόσωπα τα οποία υπηρετούν σε χαμηλότερη μισθοδοτική κλίμακα, αλλά κατέχουν θέσεις σε νευραλγικούς τομείς, όπως για παράδειγμα πρόσωπα που χειρίζονται προσφορές, ετοιμάζουν προδιαγραφές προσφορών ή εκδίδουν άδειες.

3. Καθορίζονται τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα εντός των οποίων θα υποβάλλεται σχετική δήλωση από δημόσιο υπάλληλο:

α. Η δήλωση περιουσιακών στοιχείων υποβάλλεται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία διορισμού ή προαγωγής ή μετάβασης στη σχετική θέση στη βάση συνδυασμένων κλιμάκων.

β. Η δήλωση μεταβολής περιουσιακών στοιχείων υποβάλλεται κάθε τρίτο έτος από την ημερομηνία διορισμού ή προαγωγής στη θέση αυτή ή μετάβασης στην κλίμακα αυτή στη βάση συνδυασμένων κλιμάκων και εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραίτησης ή αφυπηρέτησης ή απόλυσης του δημόσιου υπαλλήλου ή απώλειας της θέσης του για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

4. Καθορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία του δημόσιου υπαλλήλου, του ή της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του, που υποβάλλονται με τις δηλώσεις, καθώς και τα σχετικά ειδικά έντυπα.

Κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών εξέφρασε τη σύμφωνη γνώμη του υπουργείου του όσον αφορά τη ρύθμιση της υποχρέωσης των δημόσιων υπαλλήλων να υποβάλλουν δήλωση περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς ελέγχου, εκφράζοντας παράλληλα συγκεκριμένους προβληματισμούς όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή των προτεινόμενων διατάξεων. Ειδικότερα, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών ανέφερε τα ακόλουθα:

1. Ο αριθμός των προσώπων που καλούνται να υποβάλουν δήλωση περιουσιακών στοιχείων με βάση την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου είναι σημαντικός, αφού μόνο όσον αφορά τη δημόσια υπηρεσία και τη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία αυτός ανέρχεται περίπου στους 5 230 δημόσιους υπαλλήλους και εκπαιδευτικούς λειτουργούς, χωρίς να περιλαμβάνονται στον αριθμό αυτό οι σύζυγοι ή τα τέκνα αυτών.

2. Δεδομένου του μεγάλου αριθμού των προτεινόμενων ελεγχόμενων προσώπων, καθώς και του γεγονότος ότι η δήλωση περιουσιακών στοιχείων προσομοιάζει με κατάσταση κεφαλαίου (capital statement), κατέθεσε τις πιο κάτω εισηγήσεις:

α. Την υποχρέωση υποβολής δήλωσης να υπέχουν οι υπάλληλοι που κατέχουν θέση με μισθοδοτική κλίμακα ίση ή ανώτερη από την Κλίμακα Α13 του κυβερνητικού μισθολογίου, αφού η κλίμακα αυτή συνεπάγεται αυξημένη διοικητική ευθύνη και αρμοδιότητα.

β. Το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα υποβάλλεται δήλωση μεταβολής περιουσιακών στοιχείων να αυξηθεί από τα τρία στα πέντε έτη.

γ. Η δήλωση να υποβάλλεται όχι στην αρμόδια δυνάμει του οικείου νόμου αρχή αλλά στον Έφορο Φορολογίας ταυτόχρονα με τη φορολογική δήλωση του ελεγχόμενου προσώπου, αφού η τεχνογνωσία που απαιτείται για την εξέταση των δηλώσεων, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στην υπό συζήτηση πρόταση νόμου, υπάρχει μόνο στο Τμήμα Φορολογίας. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται ο διοικητικός φόρτος που προκαλείται με τη διαδικασία υποβολής δήλωσης και διαφυλάσσεται σε μεγαλύτερο βαθμό η εμπιστευτικότητα της δήλωσης, αφού αυτή υποβάλλεται απευθείας στο τμήμα που θα διενεργήσει τον έλεγχο επ’ αυτής. Συναφώς, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών ενημέρωσε την επιτροπή ότι με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας που ρυθμίζει το διορισμό και τις αρμοδιότητες του Εφόρου Φορολογίας και των Βοηθών Εφόρων Φορολογίας υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων από μέρους τους στο Γενικό Ελεγκτή και με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται το πιθανό πρόβλημα του ελέγχου των προσώπων αυτών από τους ιδίους.

Η εκπρόσωπος του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών συμφώνησε με το γενικό διευθυντή του ίδιου υπουργείου, σημειώνοντας ότι το τμήμα αυτό έχει την απαραίτητη τεχνογνωσία για την εξέταση δηλώσεων, όπως αυτές που προβλέπονται με τις υπό συζήτηση προτάσεις νόμου, και γι’ αυτό εισηγήθηκε όπως δοθεί δυνατότητα υποβολής των δηλώσεων ηλεκτρονικά κατά τρόπο παρόμοιο με τον ήδη εφαρμοζόμενο για την ηλεκτρονική υποβολή φορολογικών δηλώσεων, έτσι ώστε να διευκολύνεται η υποβολή των δηλώσεων και η επεξεργασία των δεδομένων.

Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως συμφώνησε με τις απόψεις και τις εισηγήσεις του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών αποφάσισε όπως υιοθετήσει τις εισηγήσεις του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών και της εκπροσώπου του Τμήματος Φορολογίας. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την ύπαρξη πιο άμεσης σχέσης της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής με τους ελεγχόμενους υπαλλήλους, καθώς και την αρμοδιότητά της για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου σε αυτούς, αποφάσισε όπως διατηρήσει η αρμόδια αρχή την αρμοδιότητα ελέγχου της συμμόρφωσης προς την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και για το σκοπό αυτό περιέλαβε στο κείμενο της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου πρόνοια, με βάση την οποία προβλέπεται η υποβολή στην αρμόδια αρχή γνωστοποίησης της υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων ή δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων. Με τον τρόπο αυτό, κατά την άποψη της επιτροπής, διευκολύνεται επίσης η άσκηση των εξουσιών της αρμόδιας αρχής για την παράταση των προθεσμιών που προβλέπονται στις προτάσεις νόμου για υποβολή των δηλώσεων. Συναφώς, για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας από την αρμόδια αρχή σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης της νομοθεσίας η επιτροπή περιέλαβε στην πρόταση νόμου πρόνοια η οποία προβλέπει ότι, αν ο Έφορος Φορολογίας διαπιστώσει ανακρίβεια σε δήλωση περιουσιακών στοιχείων ή σε δήλωση μεταβολής περιουσιακών στοιχείων υπαλλήλου, ενημερώνει την οικεία αρμόδια αρχή με γραπτή επιστολή, στην οποία παραθέτει όλα τα σχετικά στοιχεία.

Στη βάση των πιο πάνω θέσεών της, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών διαμόρφωσε ανάλογα τα προσχέδια των υπ’ αριθμόν 2, 3, 4 και 5 προτάσεων νόμου, τα οποία εξετάζονταν ενώπιόν της παράλληλα με την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου. Οι υπ’ αριθμόν 2, 3, 4 και 5 προτάσεις νόμου κατατέθηκαν στην ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2016.

Με τις υπ’ αριθμόν 2 και 3 προτάσεις νόμου προβλέπονται ειδικότερα τα ακόλουθα:

1. Επιβάλλεται υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων και δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων σε εκπαιδευτικούς λειτουργούς και σε υπαλλήλους νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου αντίστοιχα, οι οποίοι κατέχουν θέση με μισθοδοτική κλίμακα ίση με ή ανώτερη από την Κλίμακα Α13 του κυβερνητικού μισθολογίου.

2. Παρέχεται η δυνατότητα στην αντίστοιχη αρμόδια αρχή με αιτιολογημένη απόφασή της να ζητήσει την υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων ή/και δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων από οποιοδήποτε εκπαιδευτικό λειτουργό ή υπάλληλο νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα κατώτερη από την Κλίμακα Α13 του κυβερνητικού μισθολογίου, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει πρόσωπα τα οποία υπηρετούν σε χαμηλότερη μισθοδοτική κλίμακα, αλλά κατέχουν θέσεις σε νευραλγικούς τομείς, όπως για παράδειγμα πρόσωπα που χειρίζονται προσφορές, ετοιμάζουν προδιαγραφές προσφορών ή εκδίδουν άδειες.

3. Καθορίζονται τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα εντός των οποίων θα υποβάλλεται σχετική δήλωση από εκπαιδευτικό λειτουργό ή υπάλληλο νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου:

α. Η δήλωση περιουσιακών στοιχείων υποβάλλεται ταυτόχρονα με την υποβολή της πρώτης φορολογικής δήλωσης του εκπαιδευτικού λειτουργού ή του υπαλλήλου του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου που θα την υποβάλει μετά την ημερομηνία διορισμού ή προαγωγής ή μετάβασης στη σχετική θέση στη βάση συνδυασμένων κλιμάκων.

β. Η δήλωση μεταβολής περιουσιακών στοιχείων θα υποβάλλεται κάθε πέμπτο έτος από την ημερομηνία διορισμού ή προαγωγής στη θέση αυτή ή μετάβασης στην κλίμακα αυτή στη βάση συνδυασμένων κλιμάκων, καθώς και ταυτόχρονα με την υποβολή της πρώτης φορολογικής δήλωσης που θα υποβληθεί μετά την ημερομηνία παραίτησης ή αφυπηρέτησης ή απόλυσης του εκπαιδευτικού λειτουργού ή του υπαλλήλου του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή απώλειας της θέσης του για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

4. Καθορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία του εκπαιδευτικού λειτουργού ή του υπαλλήλου του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, του ή της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του που υποβάλλονται με τις δηλώσεις, καθώς και τα σχετικά ειδικά έντυπα.

Με τις υπ’ αριθμόν 4 και 5 προτάσεις νόμου προβλέπονται ειδικότερα τα ακόλουθα:

1. Επιβάλλεται υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων και δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων σε μέλη της αστυνομίας που έχουν βαθμό Αστυνόμου Α΄ μέχρι και Βοηθού Αρχηγού, σε μέλη του στρατού που έχουν βαθμό ανώτατου Αξιωματικού και σε οποιοδήποτε μέλος της αστυνομίας ή του στρατού συμμετέχει σε διαδικασία ανάθεσης σύμβασης ή δημόσιας σύμβασης δυνάμει των διατάξεων των σχετικών νόμων.

2. Παρέχεται η δυνατότητα στον Αρχηγό Αστυνομίας ή στον Αρχηγό Στρατού, ανάλογα με την περίπτωση, με αιτιολογημένη απόφασή του να ζητήσει την υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων ή/και δήλωσης μεταβολής περιουσιακών στοιχείων από οποιοδήποτε μέλος της αστυνομίας ή του στρατού δεν εμπίπτει σε μια από τις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει πρόσωπα τα οποία δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες αυτές, αλλά κατέχουν θέσεις σε νευραλγικούς τομείς λόγω της φύσης των καθηκόντων που τους ανατίθενται.

3. Καθορίζονται τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα εντός των οποίων θα υποβάλλεται σχετική δήλωση από μέλος της αστυνομίας ή του στρατού:

α. Η δήλωση περιουσιακών στοιχείων θα υποβάλλεται ταυτόχρονα με την υποβολή της πρώτης φορολογικής του δήλωσης που υποβάλλεται μετά την ημερομηνία διορισμού ή προαγωγής στο βαθμό αυτό.

β. Η δήλωση μεταβολής περιουσιακών στοιχείων θα υποβάλλεται κάθε τρίτο έτος από την ημερομηνία διορισμού ή προαγωγής στο βαθμό αυτό, καθώς και ταυτόχρονα με την υποβολή της πρώτης φορολογικής του δήλωσης που θα υποβληθεί μετά την ημερομηνία παραίτησης ή αφυπηρέτησης ή απόλυσης του μέλους της αστυνομίας ή του στρατού ή απώλειας της θέσης του για οποιοδήποτε άλλο λόγο.

4. Καθορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία του μέλους της αστυνομίας ή του στρατού, του ή της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του που πρέπει να υποβάλλονται με τις δηλώσεις, καθώς και τα σχετικά ειδικά έντυπα.

Κατά την εξέταση όλων των υπό εξέταση προτάσεων νόμου, η εκπρόσωπος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών ενημέρωσε την επιτροπή ότι με τον περιορισμό των ελεγχόμενων υπαλλήλων σε αυτούς που κατέχουν θέση στην Κλίμακα Α13 και ανώτερη, ο αριθμός των ελεγχόμενων προσώπων περιορίζεται σε περίπου 1 000 υπαλλήλους όσον αφορά μόνο τη δημόσια υπηρεσία και τη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπάρχει κανένα νομικό κώλυμα σχετικά με τις πρόνοιες των υπό συζήτηση προτάσεων νόμου και αναφέρθηκε ειδικότερα στη συμπερίληψη των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων των ελεγχόμενων προσώπων στη δήλωση περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλουν τα εν λόγω πρόσωπα. Συγκεκριμένα, σημείωσε την πιθανή ύπαρξη κάποιων πρακτικών προβλημάτων, σε περίπτωση που το ελεγχόμενο πρόσωπο και ο/η σύζυγός του βρίσκονται σε διάσταση, και ως εκ τούτου το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα απαραίτητα στοιχεία. Η ίδια εκπρόσωπος εισηγήθηκε όπως περιληφθεί στις προτάσεις νόμου πρόνοια με την οποία να προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που το ελεγχόμενο πρόσωπο βρίσκεται σε διάσταση με το/τη σύζυγό του, δεν υπέχει πειθαρχική ή ποινική ευθύνη για την υποβολή μη ολοκληρωμένης δήλωσης ή την υποβολή ανακριβών στοιχείων στη δήλωσή του. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η απόφαση της αρμόδιας αρχής με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση σε υπάλληλο που δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης να υποβάλλει τέτοια δήλωση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, δηλαδή πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη και επαρκής αιτιολογία για την απόφαση αυτή, η οποία να περιλαμβάνει συγκεκριμένο λόγο για την επιβολή αυτής της υποχρέωσης, όπως παραδείγματος χάριν τη φύση των καθηκόντων ή των αρμοδιοτήτων του εν λόγω προσώπου.

Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού συμφώνησε με όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Άμυνας συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της υπ’ αριθμόν 5 πρότασης νόμου, εκφράζοντας παράλληλα προβληματισμό όσον αφορά τις πρόνοιες της πρότασης νόμου που επιβάλλουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης σε μέλη του στρατού που συμμετέχουν σε διαδικασία ανάθεσης σύμβασης ή δημόσιας σύμβασης. Ως προς τούτο εισηγήθηκε όπως προστεθεί στις πρόνοιες αυτές ειδική αναφορά στη συμμετοχή σε διαδικασία ανάθεσης σύμβασης ή δημόσιας σύμβασης δυνάμει των διατάξεων κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει της νομοθεσίας η οποία ήδη αναφέρεται στις σχετικές πρόνοιες, καθώς και αναφορά στα μέλη του στρατού που υπάγονται στον προϊστάμενο της αναθέτουσας αρχής και λόγω αρμοδιοτήτων χειρίζονται θέματα διαδικασιών ανάθεσης σύμβασης ή δημόσιας σύμβασης. Συναφώς, η ίδια εκπρόσωπος εισηγήθηκε όπως, όσον αφορά τα μέλη του στρατού που υποβάλλουν δήλωση λόγω της συμμετοχής τους σε διαδικασία ανάθεσης σύμβασης ή δημόσιας σύμβασης, καθοριστεί ως χρόνος υποβολής δήλωσης η έναρξη και η λήξη της διαδικασίας στην οποία συμμετέχουν.

Ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως συμφώνησε με την εκπρόσωπο του Υπουργείου Άμυνας και εισηγήθηκε όπως οι ίδιες πρόνοιες περιληφθούν και στην υπ’ αριθμόν 4 πρόταση νόμου σε σχέση με τα μέλη της αστυνομίας.

Η εκπρόσωπος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού επανέλαβε τις θέσεις που εκφράστηκαν από το γενικό διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών και κατέθεσε επιπρόσθετα τις ακόλουθες εισηγήσεις όσον αφορά την υπ’ αριθμόν 3 πρόταση νόμου:

1. Στον ορισμό του όρου “αρμόδια αρχή” να περιληφθεί, επιπρόσθετα της αναφοράς σε γενικό διευθυντή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, αναφορά στο λειτουργό που κατέχει την ανώτατη ιεραρχικά θέση, αφού υπάρχουν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου των οποίων ο κατέχων την ανώτατη ιεραρχικά θέση δε φέρει τον τίτλο του γενικού διευθυντή.

2. Στον ορισμό του όρου “νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου” να περιληφθεί ρητή αναφορά ότι ο όρος περιλαμβάνει και τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, έτσι ώστε να συνάδει με την πρακτική που ακολουθείται στους νόμους γενικής εφαρμογής.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών υιοθέτησε τις εισηγήσεις των εκπροσώπων του Υπουργείου Άμυνας, του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και διαμόρφωσε σχετικά τα κείμενα των υπ’ αριθμόν 4 και 5 προτάσεων νόμου.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά τη λήψη της τελικής απόφασής της όσον αφορά τις υπό συζήτηση προτάσεις νόμου, έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:

1. Τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν της κατά την εξέταση των προτάσεων νόμου τόσο από τους εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας όσο και μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου για Έρευνα και Τεκμηρίωση.

2. Τον επιδιωκόμενο σκοπό των προτάσεων νόμου, δηλαδή τη λήψη μέτρων κατά της διαφθοράς και την προώθηση της διαφάνειας, επιδίωξη που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση και τη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου εμπιστοσύνης από μέρους των πολιτών προς τα όργανα, τους θεσμούς και τις διαδικασίες της πολιτείας.

3. Τις διεθνείς μελέτες που υποδηλώνουν ότι η εφαρμογή του μέτρου του πόθεν έσχες είναι αποτελεσματικότερη ως προς την αποκάλυψη περιπτώσεων αθέμιτου πλουτισμού σε σύγκριση με την εφαρμογή νομοθεσιών που ποινικοποιούν το δεκασμό και την κατάχρηση εξουσίας δημόσιων λειτουργών και τον αθέμιτο πλουτισμό όπως αυτές που εφαρμόζονται στη Δημοκρατία, κατά τρόπο που να συμπεραίνεται ότι δεν υπάρχει πραγματικά άλλος πρόσφορος τρόπος να επιτευχθεί η προώθηση της διαφάνειας και η λήψη προληπτικών μέτρων κατά της διαφθοράς, παρά μόνο με την εφαρμογή νομοθεσίας που να διέπει το πόθεν έσχες.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών ομόφωνα εισηγείται την ψήφιση των υπό συζήτηση προτάσεων νόμου σε νόμους.

 

  

13 Απριλίου 2016

  

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016.
2. Ο περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2016.
3. Ο περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμος του 2016.
4. Ο περί Αστυνομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016.
5. Ο περί Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016.

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων