Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το νομοσχέδιο «Ο περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμος του 2014»

Παρόντες:

Νίκος Νικολαΐδης, πρόεδρος Ειρήνη Χαραλαμπίδου
Δημήτρης Συλλούρης Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Ανδρέας Κυπριανού Μάριος Καρογιάν
Κώστας Κωνσταντίνου Μη μέλη της επιτροπής:
Ανδρέας Θεμιστοκλέους Ρίκκος Μαππουρίδης
Άριστος Δαμιανού Φειδίας Σαρίκας
Πανίκκος Σταυριανός Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεων της, που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 30ής Σεπτεμβρίου 2014 και 22ας Μαρτίου 2016, αρκετές από τις οποίες διεξήχθησαν κεκλεισμένων των θυρών. Στο στάδιο της εξέτασης του υπό αναφορά νομοσχεδίου κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς, ο Αρχηγός της Αστυνομίας Κύπρου, ο τότε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και η Έφορος Κρατικού Αρχείου του ίδιου υπουργείου, συνοδευόμενοι από υπηρεσιακούς παράγοντες, εκπρόσωποι του Υπουργείου Άμυνας, ο τέως και ο νυν προϊστάμενος της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, συνοδευόμενοι από υπηρεσιακούς παράγοντες, εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ανώτερων Αξιωματικών Αστυνομίας Κύπρου, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αστυνομίας Κύπρου, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αξιωματικών Κυπριακού Στρατού και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Υπαξιωματικών Κυπριακού Στρατού. Η συνδικαλιστική οργάνωση ΠΑΣΥΔΥ, παρ’ όλο που κλήθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε σε συνεδριάσεις της επιτροπής.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η θέσπιση νομοθεσίας για την κατά νόμο ίδρυση υπηρεσίας πληροφοριών στη Δημοκρατία με την ονομασία “Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών” και η ρύθμιση της σύστασης, της οργάνωσης και της λειτουργίας της, ώστε αυτή να αποτελεί το κύριο όργανο για την ενημέρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων αρμόδιων αρχών για θέματα που αφορούν εξωτερικούς και εσωτερικούς κινδύνους που απειλούν τη Δημοκρατία. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται και στο προοίμιο της προτεινόμενης νομοθεσίας, οι ρυθμίσεις που εισάγονται διαμορφώθηκαν, ώστε η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών να λειτουργεί αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κράτους στα πλαίσια της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων ως αυτά κατοχυρώνονται από το εκάστοτε σε ισχύ στη Δημοκρατία δίκαιο.

Ειδικότερα, στο υπό εξέταση νομοσχέδιο όπως αυτό είχε αρχικά κατατεθεί στη Βουλή περιλαμβάνονταν διατάξεις αναφορικά με τα ακόλουθα:

1. Τον καθορισμό της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της υπό θέσπιση Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Στην εν λόγω αποστολή περιλαμβάνονταν η αναζήτηση, η συλλογή, η αξιολόγηση, η ανάλυση, η επεξεργασία και η γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν την προστασία και την προώθηση των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων της Δημοκρατίας, την πρόληψη και την αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των δημόσιων ηθών ή της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου ή του εθνικού πλούτου της Κύπρου, καθώς και την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων τρομοκρατικών οργανώσεων και άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος. Οι προτεινόμενες στο υπό αναφορά νομοσχέδιο διατάξεις όσον αφορά τις αρμοδιότητες της υπό εξέταση υπηρεσίας περιλάμβαναν μεταξύ άλλων την αναζήτηση, τη συλλογή, την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την παροχή πληροφοριών με σκοπό την υποβολή προτάσεων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την πρόληψη ή την αποτροπή απειλής που σχετίζεται με την αποστολή της, καθώς επίσης την εκτέλεση μυστικών επιχειρήσεων για την παρεμπόδιση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής δραστηριότητας σε βάρος της Δημοκρατίας και τη συνεργασία με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών.

2. Την ανάθεση της διοίκησης της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών στο διοικητή αυτής, ο οποίος θα υποστηρίζεται από δύο υποδιοικητές. Επιπρόσθετα, περιλαμβάνονταν ρυθμίσεις για τον τρόπο διορισμού και παύσης τους, τα καθήκοντα, τα ωφελήματα και τις απολαβές τους. Περαιτέρω, προτείνεται η εισαγωγή υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων τουλάχιστον σε ετήσια βάση από το διοικητή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναφορικά με τις δραστηριότητες της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρονικής περιόδου.

3. Την αξιολόγηση της νομιμότητας των ειδικών επιχειρησιακών δράσεων της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών από τριμελή επιτροπή, η οποία να απαρτίζεται από αφυπηρετήσαντες δικαστές που θα διορίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο η αξιολόγηση αυτή να αποτελεί εκ των προτέρων έγκριση των δράσεων της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών ή μέσο παράκαμψης των νόμιμων συνταγματικών διαδικασιών, αλλά να αποσκοπεί στη βελτίωση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της.

4. Τον τρόπο οργάνωσης της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, περιλαμβανομένης της λειτουργίας Υπηρεσίας Ιστορικού Αρχείου σε αυτή με κύριο έργο την ταξινόμηση και αξιοποίηση των εγγράφων και του οπτικοακουστικού υλικού της. Περαιτέρω, προτείνονταν διατάξεις σε σχέση με τον τρόπο χειρισμού των διαβαθμισμένων εγγράφων και του οπτικοακουστικού υλικού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ώστε τα έγγραφα και το υλικό αυτό να αποχαρακτηρίζονται υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μετά την πάροδο πεντηκονταετίας. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού περιλαμβανόταν πρόνοια, ώστε ο διοικητής να ορίζει Τριμελή Επιτροπή Αποχαρακτηρισμού, που να απαρτίζεται από μέλη του προσωπικού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

5. Την υποχρέωση μεταξύ άλλων των μελών της δημόσιας υπηρεσίας, των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου και των αρχών τοπικής διοίκησης να παρέχουν στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών κάθε πληροφορία, στοιχείο, έγγραφο ή συνδρομή που ζητείται για την εκπλήρωση της αποστολής της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς επίσης να τηρούν το απόρρητο της εν λόγω επικοινωνίας και του περιεχομένου του αιτήματος.

6. Τη στελέχωση της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών με προσωπικό που να αποτελείται από πρόσωπα που κατέχουν θέση σε αυτή μετά από διορισμό, πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σε αυτή μετά από σύναψη σύμβασης, εν ενεργεία αξιωματικούς και υπαξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς και μέλη της Αστυνομίας Κύπρου. Συναφώς, προτείνονταν διατάξεις σε σχέση με τις γενικές προϋποθέσεις και τη διαδικασία διορισμού και προαγωγών του προσωπικού, την εκπαίδευση, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και την αξιολόγησή του ανάλογα με την κατηγορία προσωπικού στην οποία ανήκει το κάθε πρόσωπο, σύμφωνα με τα πιο πάνω. Για τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με τα θέματα που αφορούν το προσωπικό της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών η εκτελεστική εξουσία είχε εισηγηθεί την καθίδρυση Ανώτατου Συμβουλίου, το οποίο να απαρτίζεται από το διοικητή και τους δύο υποδιοικητές της. Ειδικότερα, για τα μέλη της αστυνομίας και του Στρατού της Δημοκρατίας που υπηρετούν στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών περιλαμβάνονταν διατάξεις για τη ρύθμιση θεμάτων όπως το υπηρεσιακό καθεστώς τους, την αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας τους, τις πειθαρχικές και ποινικές διαδικασίες που μπορεί να ασκηθούν εναντίον τους, τη διαθεσιμότητα και τη χορήγηση των απολαβών τους.

7. Τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων για τα μέλη του προσωπικού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, αλλά και για οποιοδήποτε πρόσωπο δημοσιοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο διαβαθμισμένα έγγραφα ή στοιχεία που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού και τον εξοπλισμό της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών ή παραβιάζει την υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας ή τήρησης του απορρήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του προτεινόμενου νόμου, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και τις αντίστοιχες ποινές.

8. Την κάλυψη των εξόδων της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών από ετήσιο προϋπολογισμό, που θα ετοιμάζεται από την ιδία και θα κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στο Υπουργικό Συμβούλιο και ακολούθως στη Βουλή για ψήφιση, για κάθε οικονομικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου.

9. Την παραχώρηση εξουσιοδότησης στο διοικητή να εκδίδει εσωτερικούς κανονισμούς, αποφάσεις και διαταγές, συμπεριλαμβανομένων κανόνων και οδηγιών, για θέματα που αφορούν το χαρακτηρισμό οποιουδήποτε εγγράφου συντάσσεται από το προσωπικό της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών ως διαβαθμισμένου θεσμικού κειμένου, την εξουσιοδότηση του προσωπικού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών για το χειρισμό διαβαθμισμένων πληροφοριών, εγγράφων και υλικού, την κωδικοποίηση των ονομάτων των μελών του προσωπικού της, την κατάρτιση επιτροπών και συμβουλευτικών σωμάτων από μέλη του προσωπικού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, στις οποίες να μεταβιβάζει, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κρίνει σκόπιμο να καθορίσει, οποιεσδήποτε από τις αρμοδιότητές του, καθώς επίσης οποιαδήποτε άλλα θέματα αφορούν την εσωτερική λειτουργία της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

10. Την παραχώρηση εξουσιοδότησης για την έκδοση κανονιστικών διοικητικών πράξεων για θέματα που αφορούν μεταξύ άλλων την ίδρυση και τη λειτουργία σχολών εκπαίδευσης του προσωπικού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, τη μισθοδοσία, τη διαδικασία αξιολόγησης, το χρόνο εργασίας, τις εργάσιμες ώρες, τις αργίες και τις άδειες απουσίας και ασθενείας των μελών του προσωπικού της.

11. Τις απαιτούμενες μεταβατικές διατάξεις, προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχιση των δραστηριοτήτων της υφιστάμενης Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, που ιδρύθηκε την 1η Αυγούστου 1970 και λειτουργεί με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ’ αριθμόν 9955 του 1970, από την υπό θέσπιση Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών, καθώς επίσης η συνέχιση της παροχής υπηρεσιών από τα μέλη του προσωπικού που ήδη υπηρετούν σε αυτήν.

Να σημειωθεί ότι η εξέταση του υπό αναφορά νομοσχεδίου άρχισε αμέσως με την κατάθεση αυτού στη Βουλή και αποτέλεσε σημείο αναφοράς από τον τότε διοικητή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο οποίος ευχαρίστησε την επιτροπή για την άμεση ανταπόκρισή της. Όπως ο ίδιος είχε τονίσει, η θέσπιση του προτεινόμενου νόμου αποτελεί αδήριτη ανάγκη για τη Δημοκρατία, καθότι η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών λειτουργεί από το 1970 χωρίς νομικό πλαίσιο, γεγονός που δημιουργεί πληθώρα σοβαρών προβλημάτων στη λειτουργία και στην εκπροσώπηση των υπηρεσιών πληροφοριών της Κύπρου, τα οποία με τις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις επιδεινώνονται. Ωστόσο, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη το στάδιο της κατ’ άρθρον εξέτασης των προτεινόμενων διατάξεων του νομοσχεδίου, το οποίο ας σημειωθεί ότι εξετάστηκε από την επιτροπή σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεων της, περί τις αρχές Μαΐου 2015 η επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την εξέλιξη της συζήτησης του νομοσχεδίου. Η επανέναρξη της εξέτασης του νομοσχεδίου κατέστη εφικτή τον Οκτώβριο του 2015 με το διορισμό του νυν πολιτικού προϊσταμένου της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, με τη συνδρομή του οποίου συνεχίστηκε η συζήτηση των κατατεθεισών προνοιών στη βάση των όσων είχαν συζητηθεί και αποφασιστεί κατά το προηγούμενο διάστημα.

Στα πλαίσια της περαιτέρω εξέτασης του νομοσχεδίου από την επιτροπή, ο τότε πολιτικός προϊστάμενος της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, αφού τόνισε ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αποτελεί μια ουσιαστική μεταρρύθμιση ενός ευαίσθητου τομέα, δήλωσε ότι με αυτό προτείνεται η νομοθετική κατοχύρωση των πρακτικών και των διαδικασιών που ακολουθούνται από το 1970 μέχρι σήμερα στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη κατά το δυνατόν σύγχρονες νομοθετικές ρυθμίσεις και παρόμοιες τακτικές με αυτές που ακολουθούνται από αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων κρατών. Οι πιο πάνω απόψεις, όπως προαναφέρθηκε, υιοθετήθηκαν από το νυν πολιτικό προϊστάμενο της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ο οποίος μεταξύ άλλων εξέφρασε στην επιτροπή τη θέση ότι το νομοσχέδιο συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών πληροφοριών της Δημοκρατίας.

Ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς και ο Αρχηγός της Αστυνομίας Κύπρου, αφού συμφώνησαν με τους γενικότερους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου όπως αυτό κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία, εισηγήθηκαν ορισμένες τροποποιήσεις, ώστε αυτό να συνάδει πλήρως με τις οικείες σε ισχύ νομοθεσίες του Στρατού της Δημοκρατίας και της Αστυνομίας Κύπρου.

Ειδικότερα, ο Αρχηγός της Αστυνομίας Κύπρου υπέδειξε ότι υφίσταται ανάγκη τροποποίησης του περί Αστυνομίας Νόμου, ώστε να αφαιρεθεί ισχύουσα διάταξη αναφορικά με το διορισμό του διοικητή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από τον Αρχηγό της Αστυνομίας Κύπρου. Σε περίπτωση, όπως σημείωσε, που δεν προωθηθεί αυτή η τροποποίηση, θα υφίσταται σύγκρουση των εν λόγω διατάξεων με τις υπό εξέταση πρόνοιες. Η εν λόγω τροποποίηση προωθήθηκε τελικά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως με σχετικό νομοσχέδιο, προκειμένου αυτό να κατατεθεί στη συνεδρία της Βουλής ημερομηνίας 31ης Μαρτίου 2016 και να κηρυχθεί επείγον, ώστε να ψηφιστεί αυθημερόν και παράλληλα με το υπό εξέταση νομοσχέδιο.

Ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Αξιωματικών Κυπριακού Στρατού κατέθεσε στην επιτροπή ορισμένες εισηγήσεις σε σχέση με τις αποσπάσεις των μελών του Στρατού της Δημοκρατίας στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών και το χρόνο υπηρεσίας τους ως προς την ανέλιξή τους. Οι εν λόγω εισηγήσεις κατατέθηκαν και εγγράφως ενώπιον της επιτροπής με σχετικό υπόμνημα.

Στα πλαίσια της κατ’ άρθρον συζήτησης του νομοσχεδίου από την επιτροπή, την τελευταία απασχόλησε αριθμός ζητημάτων, τα κυριότερα των οποίων είναι τα εξής:

1. Ο ρόλος, η νομική υπόσταση, η αποστολή και οι αρμοδιότητες της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς επίσης η έκταση αυτών, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση με τις αρμοδιότητες άλλων οργάνων/δυνάμεων που λειτουργούν στη Δημοκρατία και να επιτυγχάνεται ταυτόχρονα η απαιτούμενη συνεργασία μεταξύ τους. Ως απόρροια αυτών, την επιτροπή απασχόλησαν ορισμένες έννοιες που περιλαμβάνονται στο υπό εξέταση νομοσχέδιο αναφορικά με τα προαναφερθέντα, όπως είναι η συνταγματική τάξη, η έννομη τάξη, η ασφάλεια του κράτους, η κρατική κυριαρχία και τα δημόσια ήθη. Περαιτέρω, η επιτροπή έκρινε σκόπιμο να εστιάσει την εξέτασή της στις σύγχρονες έννοιες που αφορούν τις υπηρεσίες πληροφοριών, όπως αυτή της τρομοκρατίας, που αποτελεί ιδιαίτερα σήμερα παγκόσμια απειλή.

2. Η ανάγκη, ο ρόλος και η χρησιμότητα μιας εποπτικής αρχής για τις υπηρεσίες πληροφοριών και η πιθανή σύνθεσή της. Παράλληλα, μελετήθηκε η προτεινόμενη με το νομοσχέδιο πρόνοια για σύσταση τριμελούς επιτροπής, η σύνθεσή της και ο ρόλος της.

3. Ο διορισμός και η διάρκεια της θητείας του διοικητή και των υποδιοικητών της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, κυρίως σε σχέση με τις διατάξεις του συντάγματος, αλλά και σε σχέση με την ανάγκη η έναρξη και η λήξη της θητείας τους να βρίσκονται σε αρμονία με τα αντίστοιχα χρονικά σημεία της έναρξης και της λήξης της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, η επιτροπή συζήτησε τις διατάξεις που προτείνονται σε σχέση με τα προσόντα της ηγεσίας της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Επιπρόσθετα, εξετάστηκε η ανάγκη καθορισμού ιεραρχίας μεταξύ των δύο υποδιοικητών.

4. Η διαχείριση των εγγράφων και του οπτικοακουστικού υλικού των υπηρεσιών πληροφοριών της Δημοκρατίας, διαβαθμισμένων ή μη, και ειδικότερα του ιστορικού αρχείου που διατηρείται στην υφιστάμενη Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Τα ειδικότερα θέματα που απασχόλησαν την επιτροπή αφορούν τον αποχαρακτηρισμό των εγγράφων, τη φύλαξη, τη δημοσιοποίηση και την καταστροφή τους. Συναφώς, τέθηκαν εισηγήσεις αναφορικά με τη διαδικασία που αφορά την υπό ορισμένες προϋποθέσεις υποχρεωτική δημοσιοποίηση των εγγράφων της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών μετά την πάροδο τριάντα ετών από την παραγωγή τους και την απαγόρευση της καταστροφής τους, όπως επίσης την ενημέρωση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για όσα έγγραφα αποφασίζεται να μη δημοσιοποιηθούν.

5. Τα απαιτούμενα προσόντα, τα κριτήρια διορισμού του προσωπικού που θα υπηρετεί στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών και η δυνατότητα απόσπασης δημόσιων υπαλλήλων σε αυτήν. Επιπρόσθετα, τα δικαιώματα και ο δευτεροβάθμιος έλεγχος των αποφάσεων που αφορούν το προσωπικό που θα υπηρετεί στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών, καθώς και το σύστημα αξιολόγησης και προαγωγής των μελών της αστυνομίας και του στρατού που θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αυτήν.

6. Ο καταρτισμός και η έγκριση του προϋπολογισμού της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών κατά τον τρόπο με τον οποίο κατατίθεται στη Βουλή και εγκρίνεται ο προϋπολογισμός του Ταμείου Αμυντικής Θωράκισης της Δημοκρατίας.

Συναφώς, η επιτροπή, ύστερα από ενδελεχή εξέταση και μακροσκελείς διαβουλεύσεις με τους προαναφερθέντες εμπλεκόμενους φορείς και αφού αντάλλαξε απόψεις και εισηγήσεις με τους εμπλεκόμενους φορείς και με μέλη της Βουλής που συμμετείχαν στην εξέταση του νομοσχεδίου, τροποποιώντας αρκετές φορές τις διατάξεις του, κατέληξε σε αναθεωρημένο κείμενο νόμου, στο οποίο περιλήφθηκαν διατάξεις που να ικανοποιούν κατά το πλείστον τις πιο πάνω ανησυχίες και τα πιο πάνω σημεία προβληματισμού.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί του τελικού κειμένου του νομοσχεδίου όπως αυτό διαμορφώθηκε από την ιδία σύμφωνα με τα πιο πάνω κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

 

30 Μαρτίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων