Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων για το νομοσχέδιο «Ο περί Εφαρμογής των Διατάξεων των Ψηφισμάτων ή Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Κυρώσεις) και των Αποφάσεων και Κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Περιοριστικά Μέτρα) Νόμος του 2014»

Παρόντες:

Αβέρωφ Νεοφύτου, πρόεδρος Αθηνά Κυριακίδου
Πρόδρομος Προδρόμου Μη μέλη της επιτροπής:
Γιώργος Λουκαΐδης ’ριστος Δαμιανού
Αδάμος Αδάμου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 Δεκεμβρίου 2015 και στις 22 Μαρτίου 2016. Στις συνεδριάσεις αυτές κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Εξωτερικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η θέσπιση του αναγκαίου νομικού πλαισίου για την εφαρμογή των ψηφισμάτων ή αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τα οποία υιοθετούνται δυνάμει του άρθρου 41 του Κεφαλαίου VII του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ή/και των αποφάσεων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες υιοθετούνται δυνάμει του άρθρου 29 του Κεφαλαίου 2 του Τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και των κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι υιοθετούνται δυνάμει του άρθρου 215 του Τίτλου IV του Πέμπτου Μέρους της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και με τα γραπτά στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η προτεινόμενη νομοθεσία δεν καταργεί, τροποποιεί ή αντικαθιστά οποιαδήποτε υφιστάμενη νομοθεσία, παρά μόνο θεσπίζει το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για ποινικοποίηση της παράβασης των δεσμευτικών διατάξεων των ψηφισμάτων ή αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) ή των αποφάσεων και κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφαλαίου V του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος μέλος του ΟΗΕ έχει την υποχρέωση να συμφωνεί, αποδέχεται και εφαρμόζει αμέσως τις κυρώσεις που το Συμβούλιο Ασφαλείας επιβάλλει δυνάμει του Κεφαλαίου VII κατά χωρών, οντοτήτων ή προσώπων συνεπεία απειλής της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) δύναται να αποφασίζει για την επιβολή περιοριστικών μέτρων κατά τρίτων χωρών, οντοτήτων ή προσώπων προς επίτευξη των στόχων της ΚΕΠΠΑ, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδίδει πρώτα απόφαση ΚΕΠΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 29 της ΣΕΕ και τα προβλεπόμενα στην εν λόγω απόφαση μέτρα εφαρμόζονται είτε σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σε εθνικό επίπεδο, ανάλογα με την περίπτωση. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ περιοριστικά μέτρα κατ’ εφαρμογή και για μεταφορά στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη των κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση δύναται να αποφασίσει την εφαρμογή περιοριστικότερων και αυτόνομων μέτρων.

Συναφώς, σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, τόσο οι κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας όσο και τα περιοριστικά μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν στην ολότητά τους μέρος του ευρωπαϊκού δικαίου και η δεσμευτική εφαρμογή τους στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλύπτει την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις αρχές και τις υπηρεσίες των κρατών μελών, αεροσκάφη ή πλοία των κρατών μελών, υπηκόους κρατών μελών, εταιρείες και άλλες οντότητες που έχουν ιδρυθεί ή συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο των κρατών μελών, καθώς και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται εν όλω ή εν μέρει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με την ίδια εκπρόσωπο, τα άρθρα 136 και 137 του ποινικού κώδικα που προνοούν για «Ανυπακοή σε διατάξεις νό΅ων που επιβάλλουν καθήκον» και «Ανυπακοή σε νό΅ι΅ες διαταγές», αντίστοιχα, και προνοούν ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια ή/και χρηματική ποινή μέχρι χίλιες πεντακόσιες λίρες για την πρώτη περίπτωση και ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια για τη δεύτερη περίπτωση, δεν αποτελούν επαρκές νομοθετικό πλαίσιο για την επιβολή ποινών σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτές απορρέουν από τα ψηφίσματα ή αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και τις αποφάσεις και κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η θέσπιση νομοθεσίας για ρύθμιση της υποχρέωσης της Δημοκρατίας για επιβολή ποινών σε περίπτωση παράβασης των δεσμευτικών διατάξεων των πιο πάνω, καθώς και για λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή των εν λόγω ποινών.

Σημειώνεται ότι, πριν από την έναρξη της συζήτησης του νομοσχεδίου στην επιτροπή, ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών με επιστολή του, ημερομηνίας 2 Νοεμβρίου 2015, κατέθεσε αναθεωρημένο κείμενο, το οποίο, όπως αναφέρεται, προέκυψε έπειτα από διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων και εποπτικών αρχών της Δημοκρατίας. Το αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου διαλαμβάνει κυρίως τα ακόλουθα:

1. Μείωση των ποινών που προβλέπονται στο άρθρο 4 τόσο για φυσικά όσο και για νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των ψηφισμάτων ή αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας ή/και των αποφάσεων και κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Διαγραφή της εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου να εκδίδει κανονισμούς για θέματα που δε ρυθμίζονται με τον προτεινόμενο νόμο ή για άλλα θέματα που σχετίζονται με την ίδρυση νομικού προσώπου, σε περίπτωση που ψήφισμα ή απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή απόφαση και κανονισμός του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραχωρεί στη Δημοκρατία τέτοια υποχρέωση ή διακριτική ευχέρεια.

3. Νέο άρθρο το οποίο προβλέπει για το συμβιβασμό αδικημάτων με το διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, δυνάμει της διάταξης της οικείας νομοθεσίας.

4. Νέο άρθρο το οποίο προβλέπει για τη διαδικασία διαβίβασης στοιχείων και πληροφοριών από την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή στην αστυνομία για διερεύνηση παράβασης.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών, το υπό αναφορά νομοσχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1. Τον καθορισμό της αρμόδιας αρχής για τη διασφάλιση της εφαρμογής στη Δημοκρατία των ψηφισμάτων ή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των αποφάσεων και των κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάλογα με τον τομέα αρμοδιότητας της αρχής σε κάθε περίπτωση.

2. Την ποινικοποίηση της παράβασης των ψηφισμάτων ή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των αποφάσεων και των κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Παροχή εξουσίας στο διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων για συμβιβασμό αδικημάτων, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 88 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου.

4. Τη διαβίβαση στοιχείων και πληροφοριών στην αστυνομία για διερεύνηση, σε περίπτωση που αρμόδια αρχή διαπιστώσει παράβαση των ψηφισμάτων ή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των αποφάσεων και των κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, η θέσπιση νομοθεσίας για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις δεσμευτικές διατάξεις των ψηφισμάτων ή αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή των αποφάσεων και κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί υποχρέωση όλων των κρατών μελών. Η ίδια εκπρόσωπος, αναφερόμενη στο αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου και ιδιαίτερα στην τροποποίηση του άρθρου 4, τόνισε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση μειώνει το ύψος των κυρώσεων, οι οποίες κατά τη διαβούλευση του νομοσχεδίου κρίθηκαν ως πολύ αυστηρές.

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εξέφρασαν σειρά επιφυλάξεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, στο ζήτημα της δεσμευτικότητας ή μη των αποφάσεων και θέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε θέματα που άπτονται της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Σύμφωνα με τους ίδιους, οι αποφάσεις και οι θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν τρίτα κράτη δεν μπορούν να θεωρηθούν δεσμευτικά για την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ με το προτεινόμενο νομοσχέδιο η νομοθετική εξουσία παρεμβαίνει και ρυθμίζει θέματα που άπτονται της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, και που ως τέτοια αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου κατ’ επιταγή της αρχής της απόλυτης διάκρισης των εξουσιών, που βρίσκει έκφραση στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τοποθετούμενη επί των πιο πάνω επιφυλάξεων, η εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε ότι τόσο τα ψηφίσματα και οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όσο και οι αποφάσεις και οι κανονισμοί του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθίστανται αμέσως δεσμευτικά για τη Δημοκρατία και συναφώς το Υπουργικό Συμβούλιο έχει την εξουσία να αποφασίζει για τον τρόπο εφαρμογής τους.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής πρόεδρος βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάχθηκαν εναντίον της ψήφισης του νομοσχεδίου σε νόμο.

3. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί των προνοιών του νομοσχεδίου κατά τη συζήτησή του ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

12 Απριλίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων