Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια και την πρόταση νόμου του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Ρούλα Μαυρονικόλα, εκπροσωπώντας
Ρίκκος Μαππουρίδης τον κ. Φειδία Σαρίκα
Άριστος Δαμιανού Μη μέλη της επιτροπής:
Γιώργος Λουκαΐδης Γιώργος Περδίκης

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών εξέτασε το υπ’ αριθμόν 1 νομοσχέδιο σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 26 Ιουνίου και στις 3 και 10 Ιουλίου 2013, τα υπ’ αριθμόν 1, 2 και 3 νομοσχέδια σε τρεις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 11 Ιουνίου και στις 29 Οκτωβρίου 2014 και στις 14 Ιανουαρίου 2015, και ακολούθως όλα τα σχέδια νόμου του επισυνημμένου παραρτήματος από κοινού σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο μεταξύ της 21ης Ιανουαρίου 2015 και της 13ης Απριλίου 2016. Σημειώνεται ότι η υπ’ αριθμόν 4 πρόταση νόμου κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων από το βουλευτή κ. Γιώργο Περδίκη το 2005 πριν από την κατάθεση των υπό συζήτηση νομοσχεδίων και μελετήθηκε αρχικά σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 9 Μαΐου, στις 13 Ιουνίου και στις 12 Σεπτεμβρίου 2012.

Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο τέως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, η τέως Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο τέως Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Σκοπός του υπ’ αριθμόν 1 νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του άρθρου 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε η διαφάνεια στη δημόσια ζωή ή η λήψη μέτρων κατά της διαφθοράς να περιληφθούν στους λόγους για τους οποίους είναι επιτρεπτή η κατά νόμο επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ψήφιση νομοθεσίας για την υποχρεωτική δημοσιοποίηση και τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των πολιτειακών αξιωματούχων της Δημοκρατίας.

Διευκρινιστικά αναφέρεται ότι το άρθρο 15 του συντάγματος, του οποίου προτείνεται η τροποποίηση, περιλαμβάνεται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας μεταξύ των άρθρων που προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, αλλά δεν περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη άρθρα, τα οποία δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να τροποποιηθούν. Συγκεκριμένα, το άρθρο 15 διασφαλίζει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και προβλέπει ότι δε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εκτός αν τέτοια επέμβαση προβλέπεται από νόμο και είναι αναγκαία μόνο για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των δημόσιων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που εγγυάται το σύνταγμα της Δημοκρατίας σε κάθε πρόσωπο.

Σκοπός του υπ’ αριθμόν 2 νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Ορισμένων Αξιωματούχων (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμου, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του ελέγχου που διενεργεί το προβλεπόμενο από το βασικό νόμο τριμελές συμβούλιο, να επιτρέπεται η δημοσίευση της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλεται δυνάμει του πιο πάνω νόμου και της έκθεσης που συντάσσει το συμβούλιο, καθώς και να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής του υπό αναφορά νόμου.

Ειδικότερα, με το εν λόγω νομοσχέδιο:

1. προστίθενται στο βασικό νόμο νέες πρόνοιες για ανάθεση από το τριμελές συμβούλιο της διενέργειας λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ελεγκτές που θα ορίζονται με ομόφωνη απόφαση του Προέδρου της Βουλής, του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, η οποία θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας,

2. διευρύνεται ο κατάλογος των ελεγχόμενων δυνάμει του νόμου προσώπων,

3. προνοείται η δημοσίευση ολόκληρου του κειμένου της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλεται δυνάμει του υπό αναφορά νόμου, καθώς και της έκθεσης που συντάσσεται από το τριμελές συμβούλιο σε περίπτωση διεξαγωγής έρευνας,

4. ρυθμίζεται η είσπραξη των προστίμων που επιβάλλονται από το τριμελές συμβούλιο για την παράλειψη υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εντός της καθορισμένης προθεσμίας κατά τον ίδιο τρόπο ως οι χρηματικές ποινές.

Σκοπός του υπ’ αριθμόν 3 νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμου, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του ελέγχου που διενεργεί η προβλεπόμενη από το βασικό νόμο Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή, καθώς και να επιτραπεί η δημοσίευση της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλεται δυνάμει του νόμου αυτού και της έκθεσης που συντάσσει η ειδική επιτροπή.

Ειδικότερα, με το εν λόγω νομοσχέδιο:

1. προστίθενται στο βασικό νόμο πρόνοιες για ανάθεση από την ειδική επιτροπή της διενέργειας λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ελεγκτές που θα ορίζονται με ομόφωνη απόφαση του Προέδρου της Βουλής, του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, η οποία θα δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας,

2. προστίθενται στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που προέρχονται από τη Δημοκρατία,

3. προνοείται η δημοσίευση ολόκληρου του κειμένου της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλεται δυνάμει του νόμου αυτού, καθώς και της έκθεσης που συντάσσεται από την ειδική επιτροπή σε περίπτωση διεξαγωγής έρευνας.

Σκοπός της υπ’ αριθμόν 4 πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμου, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην ειδική επιτροπή, με απόφασή της, να δημοσιοποιεί τα στοιχεία δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τα στοιχεία της σχετικής έκθεσής της σε περίπτωση διεξαγωγής έρευνας σχετικά με το περιεχόμενο της δήλωσης.

Μετά την κατάθεση στο σώμα και την παραπομπή στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών του υπ’ αριθμόν 3 νομοσχεδίου διαπιστώθηκε ότι αυτό κάλυπτε πλήρως το αντικείμενο και τους σκοπούς της υπ’ αριθμόν 4 πρότασης νόμου, που είχε κατατεθεί από τον κ. Γιώργο Περδίκη. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε όπως, όσον αφορά το θέμα της δημοσιοποίησης της δήλωσης, καθώς και της έκθεσης της ειδικής επιτροπής, προωθηθεί από τούδε και στο εξής η μελέτη και επεξεργασία του κειμένου του υπ’ αριθμόν 3 νομοσχεδίου.

Σημειώνεται ότι, πριν από την κατάθεση των υπό συζήτηση σχεδίων νόμου είχε αρχίσει η εξέταση από την επιτροπή συναφούς θέματος που ενέγραψε αυτεπάγγελτα η επιτροπή υπό την προηγούμενη σύνθεσή της, με τίτλο «Η ανάγκη αναθεώρησης της νομοθεσίας που διέπει το πόθεν έσχες μετά τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου», και η εξέταση αυτή συνεχίστηκε τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών υπό την παρούσα σύνθεσή της.

Συγκεκριμένα, η επιτροπή έκρινε αναγκαία την εξέταση του θέματος αυτού ύστερα από την απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση με αριθμό 94/2009, με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματικός ο περί Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμος, γνωστός, μαζί με τον αντίστοιχο νόμο που αφορά τα πολιτικά πρόσωπα, ως “Πόθεν έσχες”. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η επιτροπή προχώρησε σε εκτενή συζήτηση του εν λόγω θέματος, με στόχο τόσο την ικανοποιητική και συνάμα συνταγματικά επιτρεπτή ρύθμιση του όλου θέματος για το πόθεν έσχες, αλλά μέχρι το χρόνο της κατάθεσης των υπό συζήτηση νομοσχεδίων η συζήτηση αυτή δεν είχε οδηγηθεί σε μια οριστική κατάληξη.

Στα πλαίσια της συζήτησης του αυτεπάγγελτου θέματος διαπιστώθηκε από την επιτροπή ότι, υπό το φως της αντισυνταγματικότητας του πιο πάνω νόμου, το άρθρο 66 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, το οποίο ρυθμίζει την υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων από δημόσιους υπαλλήλους για σκοπούς πόθεν έσχες, παρέμεινε ανενεργό και χωρίς να συμπληρωθούν οι σχετικές ρυθμίσεις, ώστε να μπορούν αυτές να εφαρμοστούν στην πράξη, καθώς και ότι δεν υφίσταται νομοθετικό πλαίσιο που να διέπει το πόθεν έσχες όσον αφορά τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Υπό το φως των πιο πάνω, η επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα όπως καταθέσει η ίδια αριθμό προτάσεων νόμου, με τις οποίες να ρυθμίζεται ολοκληρωμένα η υποβολή δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων τόσο από δημόσιους υπαλλήλους όσο και από εκπαιδευτικούς λειτουργούς, υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μέλη της αστυνομίας και μέλη του στρατού, έτσι ώστε να υπάρχει συνολική ρύθμιση του θέματος του πόθεν έσχες.

Στα πλαίσια συζήτησης του σχετικού αυτεπάγγελτου θέματος, η επιτροπή, μέσω ερωτηματολογίου που κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για Κοινοβουλευτική Έρευνα και Τεκμηρίωση, ενημερώθηκε για τη διεθνή πρακτική αναφορικά με την υποβολή δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων και ιδιαίτερα αναφορικά με τη χρήση της μεθόδου αυτής για την προώθηση της διαφάνειας και την προληπτική λήψη μέτρων κατά της διαφθοράς. Ειδικότερα, προκύπτει ότι στην πλειοψηφία τους τα κράτη που απάντησαν στο εν λόγω ερωτηματολόγιο επιβάλλουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων με νομικά δεσμευτικά μέτρα.

Κατά τη συζήτηση επί των προνοιών των υπ’ αριθμόν 1 και 4 σχεδίων νόμου ενώπιον της επιτροπής, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αναφερόμενος στο σχετικό αυτεπάγγελτο θέμα το οποίο εξετάστηκε από την επιτροπή υπό την προηγούμενη σύνθεσή της, την περίοδο κατά την οποία ο ίδιος ήταν βουλευτής και πρόεδρος της επιτροπής Νομικών, επισήμανε τις προσπάθειες που είχαν καταβληθεί τότε, για να παρακαμφθούν χωρίς τροποποίηση του συντάγματος αλλά μέσω νομοθετικής ρύθμισης τα συνταγματικά προβλήματα που είχαν εγερθεί με την πιο πάνω απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επιπλέον, ο ίδιος επισήμανε ότι με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε για δεύτερη φορά από το Ανώτατο Δικαστήριο αντισυνταγματική η νομοθετική ρύθμιση για το πόθεν έσχες, αφού είχε προηγηθεί γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για αντισυνταγματικότητα παρόμοιου προηγούμενου νόμου που είχε θεσπιστεί το 1999.

Περαιτέρω, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αναλύοντας ενώπιον της επιτροπής το σκοπό και τις πρόνοιες του υπ’ αριθμόν 1 νομοσχεδίου, δήλωσε ότι η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την απόφασή της στην Αναθεωρητική Έφεση με αριθμό 94/2009 έκρινε οριστικά ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στα ελεγχόμενα από τον περί Ορισμένων Αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμο πρόσωπα να καταθέτουν δήλωση των περιουσιακών τους στοιχείων συνιστά επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ιδιωτικής τους ζωής, μέρος της οποίας είναι τα περιουσιακά τους στοιχεία, η οποία επέμβαση δεν κρίνεται δικαιολογημένη και αναγκαία για οποιοδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 18 του συντάγματος.

Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τον ίδιο, επειδή η ανάγκη για διασφάλιση της διαφάνειας στη δημόσια ζωή και για δυνατότητα αποτελεσματικής λήψης μέτρων κατά της διαφθοράς είναι εξίσου σημαντικός λόγος, για να επιτρέπεται η κατά νόμο επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση του άρθρου 15 του συντάγματος, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη άρθρα του συντάγματος που δεν μπορούν να τροποποιηθούν.

Ο τέως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε στην επιτροπή ότι υιοθετεί τα όσα ανέφερε πιο πάνω ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και παράλληλα επανέλαβε τον προβληματισμό που είχε θέσει και παλαιότερα στην επιτροπή για το ενδεχόμενο η προώθηση της προτεινόμενης ρύθμισης σε συνδυασμό με τη λεκτική της διατύπωση αντί να εκληφθεί, όπως στοχεύει, ως πρόθεση για πρόληψη, να δημιουργήσει εσφαλμένη εντύπωση για ύπαρξη διαφθοράς. Περαιτέρω, σε σχέση με το εύρος των προσώπων που θα καλύπτει η σχετική συνταγματική διάταξη, ο ίδιος αξιωματούχος εξέφρασε επιφυλάξεις για την ορθότητα μιας ρύθμισης που θα υποχρεώνει ενδεχομένως και τις συζύγους των πολιτειακών αξιωματούχων να δημοσιοποιούν τα περιουσιακά τους στοιχεία.

Όσον αφορά την υπ’ αριθμόν 4 πρόταση νόμου, ο τέως Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε την άποψη ότι, εφόσον η υποβολή δήλωσης περιουσιακών στοιχείων έχει ήδη κριθεί ως αντισυνταγματική σε σχέση με τον περί Ορισμένων Αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμο, θα είναι άσκοπη η οποιαδήποτε τροποποίηση του περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμου πριν από την τροποποίηση του συντάγματος της Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια της περαιτέρω συζήτησης επί των σχεδίων νόμου, που διεξήχθη κατά την πρώτη συνεδρία της επιτροπής στην παρουσία του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και του τέως Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επισημάνθηκε από μέλη της επιτροπής ότι οι λόγοι που επιτρέπουν επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, όπως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 15 του συντάγματος, αφορούν και απευθύνονται σε οποιοδήποτε πολίτη της Δημοκρατίας. Συναφώς, εκφράστηκε ο προβληματισμός κατά πόσο θα μπορούσε με την προτεινόμενη ρύθμιση, αντί να εισαχθεί η υποκειμενική έννοια της διασφάλισης της διαφάνειας και της πρόληψης, να συγκεκριμενοποιηθεί ότι η επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής επιτρέπεται, για να διασφαλιστεί η αποκάλυψη και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων συγκεκριμένων κρατικών αξιωματούχων, μελών διοικητικών συμβουλίων και μελών των οικογενειών τους, ενδεχομένως μέχρι και του τρίτου βαθμού συγγένειας. Συνεπεία του προβληματισμού αυτού, μετά από τη διεξαγωγή έρευνας και κυρίως με στόχο να περιοριστεί το εύρος της προτεινόμενης συνταγματικής τροποποίησης, ετοιμάστηκε και κατατέθηκε από την επιτροπή εισήγηση για τροποποίηση του άρθρου 15 του συντάγματος κατά τρόπο που να περιλαμβάνει ρητή αναφορά στην επιβολή όρων, δεσμεύσεων ή περιορισμών στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής προς παρεμπόδιση της προς ίδιον όφελος εκμετάλλευσης δημόσιου αξιώματος, θέσης ή ιδιότητας, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς στην πολιτική ζωή του τόπου και για τη ρύθμιση της συλλογής, επεξεργασίας και δημοσιοποίησης των στοιχείων διαφοροποίησης της περιουσίας.

Τοποθετούμενος σε σχέση με τα πιο πάνω, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι το σύνταγμα και η οποιαδήποτε τροποποίησή του πρέπει να διασφαλίζουν τη δημοκρατία και τη σταθερότητα στη χώρα και πως είναι ορθότερο η οποιαδήποτε ρύθμιση να είναι πιο ουσιαστική παρά εξειδικευμένη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ρύθμιση, όπως προτείνεται, στη γενική της διατύπωση είναι πιο ουσιαστική και επιτρέπει τη λήψη μέτρων κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς. Περαιτέρω, ο ίδιος επισήμανε ότι, αν η ρύθμιση συγκεκριμενοποιηθεί, ώστε να αφορά ορισμένα πρόσωπα και μελλοντικά προκύψει η ανάγκη να ζητηθεί να καταθέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία πρόσωπα τα οποία δεν έχουν περιληφθεί στην εν λόγω ρύθμιση, τότε πρέπει κάθε φορά να τροποποιείται το σύνταγμα, για να περιληφθούν αυτά τα πρόσωπα, κάτι το οποίο δεν κρίνεται ορθό από τον ίδιο. Τοποθετούμενος αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός διευκρίνισε επίσης ότι πρόθεση της εκτελεστικής εξουσίας είναι να περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη ρύθμιση, που προβλέπει τη δυνατότητα επέμβασης στο δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, και τα λεγόμενα “πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα”, αφού η τροποποίηση αναφέρεται σε πρόσωπα που επηρεάζουν τη δημόσια ζωή, σημειώνοντας ότι οι απλοί πολίτες δεν μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια ζωή.

Εισάγοντας τα νομοσχέδια υπ’ αριθμόν 2 και 3, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως εξέφρασε την εκτίμηση ότι, υπό το φως των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν καθίσταται νομικά εφικτή η εφαρμογή νόμου που να ρυθμίζει θέματα πόθεν έσχες, ο οποίος να ανταποκρίνεται στις συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και ειδικότερα της Ομάδας Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) και στις προσδοκίες της κυπριακής κοινωνίας γύρω από τα θέματα της διαφάνειας, αν δεν προηγηθεί η αναγκαία τροποποίηση του συντάγματος της Δημοκρατίας.

Αναλύοντας ο ίδιος τις επιμέρους πρόνοιες των νομοσχεδίων, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι με αυτές ρυθμίζεται η δυνατότητα ελέγχου της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων από νόμιμους ελεγκτές. Με τον τρόπο αυτό ικανοποιείται η υποχρέωση πραγματικού ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων και όχι μόνο ο έλεγχος καταγγελιών που υποβάλλονται σε σχέση με παραλείψεις στις εν λόγω δηλώσεις, καθώς και η δημοσίευση των δηλώσεων και των εκθέσεων που συντάσσονται σε σχέση με αυτές.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενημέρωσε την επιτροπή ότι οι πρόνοιες των υπ’ αριθμόν 2 και 3 νομοσχεδίων δε φαίνεται να περιέχουν οτιδήποτε επιλήψιμο ή αντισυνταγματικό, αφού το πρόβλημα που είχε εντοπιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σχετικές αποφάσεις του φαίνεται να αίρεται με την προτεινόμενη από το υπ’ αριθμόν 1 νομοσχέδιο τροποποίηση του συντάγματος της Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια της συζήτησης την επιτροπή απασχόλησαν ιδιαίτερα τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Η προτεινόμενη δημοσιοποίηση των δηλώσεων που υποβάλλονται δυνάμει των οικείων νόμων, καθώς και της έκθεσης που συντάσσεται από την ειδική επιτροπή ή το συμβούλιο, ανάλογα με την περίπτωση.

Τα μέλη της επιτροπής εξέφρασαν ειδικότερα τους προβληματισμούς τους σε σχέση με τις κοινωνικές επιπτώσεις της δημοσιοποίησης ολόκληρου του κειμένου της δήλωσης, καθώς και σε σχέση με την πιθανότητα το μέτρο αυτό να αντιβαίνει στις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και στις διατάξεις της νομοθεσίας που αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Κατά τη σε πρώτο στάδιο συζήτηση των προνοιών των υπ’ αριθμόν 1 και 4 σχεδίων νόμου και, αφού κοινοποιήθηκε στην επιτροπή γραπτή γνωμάτευση του τέως Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σχετικά με το ζήτημα του πόθεν έσχες, η επιτροπή έκρινε σκόπιμο όπως δοθεί η ευκαιρία στον εν λόγω επίτροπο να καταθέσει τις απόψεις του επί του όλου θέματος σε συνεδρία της. Οι θέσεις του τέως Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στο θέμα της δημοσιοποίησης ή μη των περιουσιακών στοιχείων των δημόσιων προσώπων, όπως αυτές αναφέρονται στην πιο πάνω γνωμάτευσή του και αναλύθηκαν και προφορικά από τον ίδιο, διαλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

α. Αποτελεί σημαντικό βοήθημα η γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα της Ελλάδας, στην οποία τονίζεται ότι η αρχή της διαφάνειας επενεργεί καταλυτικά στην πρόληψη της διαφθοράς, που είναι ο βασικός σκοπός κάθε νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

β. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία που διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, επιτρέπεται η επεξεργασία τους, εφόσον πρόκειται για νόμιμη επεξεργασία η οποία εξυπηρετεί σαφή και νόμιμο σκοπό και είναι συναφής, πρόσφορη και δεν ξεπερνά ό,τι απαιτείται για το σκοπό της επεξεργασίας.

γ. Η εν λόγω νομοθεσία επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν το υποκείμενο των δεδομένων δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του, για να δημοσιοποιηθούν τα περιουσιακά του στοιχεία.

δ. Υπάρχει νομική και ηθική υποχρέωση να είμαστε προσηλωμένοι στις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, μέρος της οποίας είναι και τα περιουσιακά στοιχεία.

ε. Η δημοσιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να γίνει, όταν διαπιστωθεί έπειτα από έρευνα αρμόδιας επιτροπής της Βουλής, ότι τα δημόσια πρόσωπα εμπλέκονται σε παράνομες και/ή αξιόποινες πράξεις ή διαπλοκές, χρησιμοποιώντας τις εξουσίες και/ή τις θέσεις τους.

Την επιτροπή απασχόλησε ιδιαίτερα η πιθανή δημοσίευση των ονομάτων ελεγχόμενων προσώπων τα οποία δε συμμορφώνονται με τις διατάξεις του νόμου είτε με τη μη υποβολή δηλώσεων είτε με την υποβολή ψευδών στοιχείων (name and shame) αντί της δημοσίευσης της πλήρους δήλωσης των προσώπων αυτών. Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη για το θέμα αυτό η επιτροπή έλαβε υπόψη την πρακτική δυσκολία της εφαρμογής τέτοιου μέτρου ως προς τη χρονική στιγμή κατά την οποία θα επιβάλλεται δημοσιοποίηση, καθώς και τις νομικές επιπτώσεις της δημοσίευσης ονομάτων προσώπων τα οποία πιθανόν να έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα σε σχέση με το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο αποτελεί βασική αρχή του κυπριακού ποινικού δικαίου.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, τοποθετούμενος στις ερωτήσεις και στους προβληματισμούς που τέθηκαν από την επιτροπή, εξέφρασε την άποψη ότι η δημοσίευση αυτούσιας της δήλωσης αποτελεί ένα επιπρόσθετο μέσο ελέγχου, αφού παρέχει τη δυνατότητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει πληροφορίες, γνωρίζει ή έχει στοιχεία αναφορικά με το κατά πόσο η σχετική δήλωση είναι ορθή να ενημερώσει την αρμόδια αρχή περί της ορθότητας της υποβληθείσας δήλωσης, καθιστώντας πιο αποτελεσματικό τον έλεγχο που διενεργείται δυνάμει του οικείου νόμου. Παράλληλα, η δημοσιοποίηση των δηλώσεων προστατεύει τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα, αφού αποτρέπεται η εν κρυπτώ εξέταση των δηλώσεών τους, καθώς και η επιλεκτική δημοσίευση αποσπασμάτων, έτσι ώστε να δίδεται στη δημοσιότητα η πλήρης εικόνα των πραγμάτων.

Περαιτέρω, ο ίδιος υπουργός εξέφρασε την άποψη ότι η δημοσίευση των δηλώσεων συνιστά μια πρόσθετη παρέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, πέραν από την υποχρέωση υποβολής της δήλωσης, και ότι η ανάγκη εφαρμογής του μέτρου αυτού προκύπτει στη βάση των καθηκόντων που ασκούν και των εξουσιών που έχουν τα ελεγχόμενα πρόσωπα και αποτελεί απαραίτητο μέτρο για την αποτελεσματική λειτουργία του νόμου, καθώς και την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης της κοινωνίας για διαφάνεια στα περιουσιακά στοιχεία των πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων. Ο ίδιος υπουργός εξέφρασε επίσης την εκτίμηση ότι, με βάση τη διεθνώς εφαρμοζόμενη πρακτική στο θέμα αυτό, η δημοσίευση επιβάλλεται για τα ειδικώς πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα. Συναφώς, αναφέρθηκε σε αποφάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης σύμφωνα με τις οποίες είναι ανεκτός ένας εντονότερος περιορισμός του δικαιώματος στην προστασία προσωπικών δεδομένων προσώπων που κατέχουν δημόσια θέση ή διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα ή διαδραματίζουν ρόλο στη δημόσια πολιτική και οικονομική ζωή. Τα πρόσωπα αυτά, όπως τόνισε περαιτέρω ο ίδιος, εκουσίως ανέλαβαν την άσκηση δημόσιων αξιωμάτων και έτσι συναίνεσαν στο να εκτεθούν σε ένα ευρύτερο έλεγχο της ιδιωτικής και οικονομικής τους ζωής, σκεπτικό το οποίο είναι σύμφωνο και σε αντιστοιχία με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με τον καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργό, η αυξημένη έκθεση προσώπων που κατέχουν δημόσια θέση σε δημοσιότητα επεκτείνεται σαφώς εντός των ορίων της θεμιτής πληροφόρησης των πολιτών με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία θεωρεί θεμιτή αυτού του είδους την επέμβαση, δεδομένης της άσκησης από μέρους τους ενός σημαντικού τμήματος της δημόσιας εξουσίας.

Για τους πιο πάνω λόγους ο πιο πάνω υπουργός εξέφρασε την άποψη ότι οι δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, των υπουργών και των βουλευτών πρέπει να δημοσιεύονται, ενώ για τους υπόλοιπους δημόσιους αξιωματούχους των οποίων οι δηλώσεις θα δημοσιοποιούνται, αυτό πρέπει να αποφασιστεί στη βάση των εξουσιών και των αρμοδιοτήτων τους.

Όσον αφορά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης του συμβουλίου ή της ειδικής επιτροπής, ανάλογα με την περίπτωση, θέση του υπουργού είναι ότι τα έγγραφα αυτά δεν ενδείκνυται να δημοσιεύονται, γιατί, σε περίπτωση που σε μια έκθεση γίνεται αναφορά σε πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων, θέματα τα οποία πιθανό θα απασχολήσουν το δικαστήριο στα πλαίσια δίωξης, η οποιαδήποτε δημοσίευση της έκθεσης αυτής προτού ολοκληρωθεί η ποινική διαδικασία πιθανό να παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας συμφώνησε με τα όσα ανέφερε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

2. Η διάσταση της αναλογικότητας των μέτρων εφαρμογής των σκοπών των υπό συζήτηση νομοσχεδίων.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σημείωσε ότι τα ελεγχόμενα δυνάμει των υπό συζήτηση νομοσχεδίων πρόσωπα κατέχουν δημόσια θέση ή διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα ή διαδραματίζουν ρόλο στη δημόσια πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου που δικαιολογεί, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και για σκοπούς προαγωγής της διαφάνειας προς όφελος του πολίτη και του δημόσιου βίου, τον περιορισμό του δικαιώματός τους στην ιδιωτική ζωή. Περαιτέρω, εξέφρασε την άποψη ότι ο περιορισμός αυτός είναι εντός των ορίων της αναλογικότητας, αφού τα πρόσωπα αυτά εκούσια ανέλαβαν να ασκήσουν αυτή την αρμοδιότητα, αυτό το δημόσιο αξίωμα, και έτσι συναίνεσαν στο να εκθέσουν σε ένα ευρύτερο έλεγχο την ιδιωτική και την οικονομική τους ζωή.

Όπως αναφέρεται και σε γραπτή επιστολή του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στη συμμετοχική δημοκρατία ή δημοκρατία της κοινωνίας των πολιτών, ο πολίτης συμμετέχει διαρκώς στη διαμόρφωση της κρατικής βούλησης και ελέγχει την άσκηση της κρατικής εξουσίας, η οποία οφείλει να ενεργεί με διαφάνεια και να λογοδοτεί διαρκώς σε αυτόν. Ως εκ τούτου, η ιδιωτική ζωή των δημόσιων αξιωματούχων προκαλεί θεμιτά αυξημένο ενδιαφέρον για πληροφόρηση των πολιτών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για γεγονότα που μπορούν να θίξουν την εμπιστοσύνη τους στη χρηστή άσκηση της δημόσιας εξουσίας.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας σημείωσε ότι, με βάση την ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο 15.2 και στο 8.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η αναλογικότητα των μέτρων εφαρμογής των επιβαλλόμενων με τη νομοθεσία περιορισμών είναι ουσιαστική προϋπόθεση της συνταγματικότητας των εν λόγω μέτρων.

3. Η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του υπ’ αριθμόν 2 νομοσχεδίου με την προσθήκη νέων προσώπων στα ελεγχόμενα δυνάμει αυτού προσώπων.

Ειδικότερα την επιτροπή απασχόλησε η συμπερίληψη στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα και προσώπων που ως εκ της θέσεώς τους διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα ή λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις που επηρεάζουν μεγάλο μέρος του συνόλου της κοινωνίας. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης συζήτησης του πιο πάνω θέματος η επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν της μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου για Κοινοβουλευτική Έρευνα και Τεκμηρίωση, κατάρτισε κατάλογο με τα προτεινόμενα από αυτήν ειδικά εκτεθειμένα πρόσωπα, τα οποία, κατά την άποψή της, πρέπει να υπέχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αναφερόμενος στα προτεινόμενα από την εκτελεστική εξουσία ελεγχόμενα πρόσωπα, ενημέρωσε την επιτροπή για τα ακόλουθα:

α. Όσον αφορά τους αρχηγούς κοινοβουλευτικών κομμάτων οι οποίοι δεν είναι μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, τους αρχηγούς μη κοινοβουλευτικών κομμάτων και τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, ο υπουργός σημείωσε ότι η συμπερίληψή τους στα πρόσωπα των οποίων η δήλωση θα δημοσιοποιείται έγκειται στον ενεργό ρόλο που διαδραματίζουν στη δημόσια πολιτική ζωή του τόπου.

β. Όσον αφορά τους δημάρχους, η συμπερίληψή τους στα πρόσωπα των οποίων η δήλωση θα δημοσιοποιείται στηρίχτηκε στην άσκηση από αυτούς εκτελεστικής εξουσίας, στη διαχείριση δημόσιου χρήματος και στο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν στη δημόσια πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου, λόγω του ρόλου τους στην τοπική αυτοδιοίκηση, σε αντίθεση με τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, τα οποία δεν έχουν σε τόσο μεγάλο βαθμό εκτελεστική εξουσία, ώστε να θεωρηθεί ότι διαδραματίζουν τέτοιο ρόλο και ως εκ τούτου έχουν μεν υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων, αλλά η δήλωσή τους δε θα δημοσιοποιείται.

γ. Ο διοικητής και ο υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας διακρίθηκαν από τους υπόλοιπους ανεξάρτητους αξιωματούχους, γιατί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη δημόσια πολιτική όσο και στη δημόσια οικονομική ζωή του τόπου, λόγω των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που έχουν σε σχέση με την οικονομία και ειδικότερα σε σχέση με τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

δ. Ο Γενικός Ελεγκτής και ο Βοηθός Γενικού Ελεγκτή διακρίθηκαν από τους υπόλοιπους ανεξάρτητους αξιωματούχους, γιατί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη δημόσια πολιτική όσο και στη δημόσια οικονομική ζωή του τόπου, λόγω των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που έχουν σε σχέση με την άσκηση ελέγχου επί της εκτελεστικής εξουσίας και τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος.

Ο Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε προβληματισμό για τη συμπερίληψη στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα αξιωματούχων των οποίων η θεσμική ανεξαρτησία διασφαλίζεται από το σύνταγμα ή από το ενωσιακό δίκαιο.

Η επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη θεσμική ανεξαρτησία των πιο κάτω αξιωματούχων όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους, το γεγονός ότι η ανεξαρτησία αυτή δε συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του κυπριακού δικαίου στο βαθμό που δε συγκρούεται με το κεκτημένο ή με το σύνταγμα, ανάλογα με την περίπτωση και στο βαθμό που δεν επηρεάζει την ανεξαρτησία αυτή, καθώς και τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του συμβουλίου που έχει αρμοδιότητα ελέγχου του πόθεν έσχες, δυνάμει του περί Ορισμένων Αξιωματούχων Νόμου, αποφάσισε όπως περιλάβει στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των οποίων η δήλωση δημοσιεύεται τον Κύπριο Επίτροπο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και το Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας και το Βοηθό Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας. Τα πρόσωπα αυτά, κατά την άποψη της επιτροπής, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη δημόσια πολιτική όσο και στη δημόσια οικονομική ζωή του τόπου στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που ασκούν, λόγω της θέσης που κατέχουν.

Για τους ίδιους λόγους περιλήφθηκαν στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα ο Επίτροπος Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέματα, ο Επίτροπος Διοικήσεως, ο Επίτροπος Νομοθεσίας και ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, χωρίς όμως να απαιτείται η δημοσιοποίηση της δήλωσής τους.

Περαιτέρω, η επιτροπή σημείωσε τη θέση των πιο κάτω αξιωματούχων στην ομάδα του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας ή του εκάστοτε Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων και το συνεπακόλουθο ρόλο που διαδραματίζουν τόσο στη δημόσια πολιτική όσο και στη δημόσια οικονομική ζωή του τόπου στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που ασκούν και για το λόγο αυτό τους περιέλαβε στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των οποίων οι δηλώσεις θα δημοσιοποιούνται ως ακολούθως:

α. Ο διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας.

β. Ο Προεδρικός Επίτροπος.

γ. Ο γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου.

δ. Ο διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Η επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τις αυξημένες αρμοδιότητες και εξουσίες των γενικών διευθυντών των υπουργείων, της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Γραφείου Προγραμματισμού, οι οποίοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκπροσωπούν τους πολιτικούς τους προϊστάμενους, και αποφάσισε όπως τους περιλάβει στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των οποίων η δήλωση δημοσιεύεται. Για τους ίδιους λόγους περιλήφθηκε στα πρόσωπα αυτά και ο Αρχιπρωτοκολλητής των δικαστηρίων της Δημοκρατίας.

Δεδομένης περαιτέρω της σημαντικής επιρροής της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας στη δημόσια υπηρεσία και στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία, αντίστοιχα, και των καίριων αρμοδιοτήτων των δύο αυτών επιτροπών, η επιτροπή αποφάσισε όπως οι πρόεδροι και τα μέλη των δύο αυτών επιτροπών περιληφθούν στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των οποίων η δήλωση θα δημοσιοποιείται.

Η επιτροπή, γνωρίζοντας το ρόλο που διαδραματίζουν τα πιο κάτω πρόσωπα στη δημόσια πολιτική και στη δημόσια οικονομική ζωή της Δημοκρατίας στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της θέσης τους τα περιέλαβε στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των οποίων η δήλωση θα δημοσιοποιείται ως ακολούθως:

α. Ο πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού.

β. Ο Επίτροπος Ρυθμίσεως Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών.

γ. Ο πρόεδρος και τα μέλη της Ρυθμιστικής Αρχής της Ενέργειας.

δ. Ο Επίτροπος Αγροτικών Πληρωμών.

ε. Ο πρόεδρος και τα μέλη της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών.

στ. Το Συμβούλιο Δημοσιονομικής Πολιτικής.

ζ. Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

η. Ο Έφορος Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών,

θ. Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται από το κράτος.

ι. Ο Έφορος Αποκρατικοποιήσεων.

Για τους ίδιους λόγους συμπεριλήφθηκαν στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των διοικητικών συμβουλίων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται από το κράτος και της Επιτροπής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, χωρίς όμως να απαιτείται η δημοσιοποίηση της δήλωσής τους. Όσον αφορά την περίληψη των δημοτικών γραμματέων στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των οποίων η δήλωση θα δημοσιοποιείται, η επιτροπή σημειώνει τις ιδιαίτερα αυξημένες αρμοδιότητες και εξουσίες αυτών σε σχέση με τη λειτουργία των δήμων.

4. Η προσθήκη στη δήλωση η οποία υποβάλλεται δυνάμει των προνοιών των υπ’ αριθμόν 2 και 3 νομοσχεδίων και των αντίστοιχων βασικών νόμων των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων των ελεγχόμενων προσώπων.

Η επιτροπή στα πλαίσια της έρευνας που διεξήχθη μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου για Κοινοβουλευτική Έρευνα και Τεκμηρίωση διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, διαφαίνεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών που ερωτήθηκαν προβλέπουν στη νομοθεσία τους την υποβολή στοιχείων όχι μόνο των ελεγχόμενων προσώπων, αλλά και των μελών της οικογένειάς τους, περιλαμβανομένων των συζύγων και των τέκνων αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία, καθώς και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης από ελεγχόμενα πρόσωπα της μη συμπερίληψης των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων τους για την παροχή παραπλανητικών πληροφοριών, η επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι η μη συμπερίληψη των στοιχείων αυτών στις δηλώσεις των ελεγχόμενων δυνάμει του νόμου προσώπων συνεπάγεται την αναποτελεσματικότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων, καθώς και του οποιουδήποτε ελέγχου δυνατόν να ασκηθεί στη βάση αυτών. Γι’ αυτό το λόγο κάλεσε την εκτελεστική εξουσία και το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να τοποθετηθούν επί του καίριου αυτού ζητήματος.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, τοποθετούμενος σχετικά, διαβίβασε στην επιτροπή τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι στη δήλωση που υποβάλλεται από τα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα πρέπει να περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων των εν λόγω προσώπων, για σκοπούς πλήρους και αποτελεσματικού ελέγχου.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπάρχει κανένα νομικό κώλυμα στη συμπερίληψη των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων των ελεγχόμενων προσώπων στη δήλωση περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλουν τα εν λόγω πρόσωπα, σημείωσε όμως την πιθανή ύπαρξη κάποιων πρακτικών προβλημάτων, σε περίπτωση που ο ελεγχόμενος και ο/η σύζυγός του βρίσκονται σε διάσταση και, ως εκ τούτου, αδυνατεί να εξασφαλίσει τα απαραίτητα στοιχεία. Η ίδια εκπρόσωπος εισηγήθηκε όπως περιληφθεί στα υπ’ αριθμόν 2 και 3 νομοσχέδια πρόνοια σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που το ελεγχόμενο πρόσωπο βρίσκεται σε διάσταση με το/τη σύζυγό του, δεν υπέχει πειθαρχική ή ποινική ευθύνη για την υποβολή μη ολοκληρωμένης δήλωσης ή την υποβολή ανακριβών στοιχείων στη δήλωσή του αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία του/της συζύγου του.

Στα πλαίσια της όλης συζήτησης που διεξήχθη στην επιτροπή για τα υπ’ αριθμόν 1, 2 και 3 νομοσχέδια και στη βάση των απόψεων που διατυπώθηκαν για τα ειδικά ζητήματα που την απασχόλησαν σε σχέση με αυτά, η επιτροπή επεξεργάστηκε εκτενώς τα κείμενα των νομοσχεδίων, διαμορφώνοντάς τα ανάλογα και κοινοποιώντας τα στην εκτελεστική εξουσία και στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Ακολούθως, αυτά τέθηκαν υπό συζήτηση κατά τις συνεδρίες της επιτροπής.

Στη βάση της συζήτησης επί των πιο πάνω διαμορφωμένων από την επιτροπή κειμένων, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κατέθεσε στην επιτροπή αναθεωρημένα κείμενα των υπ’ αριθμόν 1, 2 και 3 νομοσχεδίων.

Στο τελευταίο αναθεωρημένο κείμενο του υπ’ αριθμόν 1 νομοσχεδίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

1. Προστίθεται στο προοίμιο του προτεινόμενου νόμου ρητή αναφορά στην αναγκαιότητα της διασφάλισης της διαφάνειας στη δημόσια ζωή και της λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή για την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία προβλέπει ανθρώπινα δικαιώματα και θεμελιώδεις ελευθερίες όμοια των οποίων η Δημοκρατία οφείλει να διασφαλίζει σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

2. Αναδιατυπώνεται η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 15 του συντάγματος, έτσι ώστε να διευκρινιστεί ότι η αναφορά σε μέτρα πάταξης της διαφθοράς αφορά διαφθορά στη δημόσια ζωή, ως η πρόθεση της εκτελεστικής εξουσίας.

Στα τελικά αναθεωρημένα κείμενα των υπ’ αριθμόν 2 και 3 νομοσχεδίων, όπως έχουν κατατεθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Προστίθεται εκτενές προοίμιο με το οποίο αιτιολογείται η εφαρμογή του περιορισμού του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή που θα επιτρέπεται από το άρθρο 15.2 του συντάγματος, σε περίπτωση που αυτό τροποποιηθεί ως η εισήγηση του υπ’ αριθμόν 1 νομοσχεδίου, παραθέτοντας ανάλυση του σκοπού και του θεμιτού των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

2. Αναθεωρούνται οι ρυθμίσεις για τη δημοσιοποίηση των δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων δυνάμει του νόμου προσώπων και των εκθέσεων που ετοιμάζονται από την ειδική επιτροπή και το συμβούλιο, αντίστοιχα, ώστε να αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, όπως αυτές έχουν παρατεθεί πιο πάνω.

Σημειώνεται ότι οι πρόνοιες της υπ’ αριθμόν 4 πρότασης νόμου ενσωματώθηκαν στις σχετικές πρόνοιες του υπ’ αριθμόν 3 νομοσχεδίου, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, κατά τη λήψη της τελικής απόφασής της όσον αφορά τα αναθεωρημένα στη βάση των πιο πάνω κείμενα των υπ' αριθμόν 2 και 3 νομοσχεδίων, έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:

1. Τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν της κατά την εξέταση των υπό συζήτηση νομοσχεδίων τόσο από την εκτελεστική εξουσία όσο και μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου για Έρευνα και Τεκμηρίωση.

2. Το γεγονός ότι σκοπός των νομοσχεδίων είναι η λήψη μέτρων κατά της διαφθοράς και η προώθηση της διαφάνειας, επιδίωξη που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση και τη συντήρηση ενός υψηλού επιπέδου εμπιστοσύνης από μέρους των πολιτών προς τους θεσμούς και τις διαδικασίες της πολιτείας.

3. Τις διεθνείς μελέτες που υποδηλώνουν ότι η εφαρμογή του πόθεν έσχες είναι αποτελεσματικότερη όσον αφορά την αποκάλυψη περιπτώσεων αθέμιτου πλουτισμού, σε σύγκριση με την εφαρμογή νομοθεσιών που ποινικοποιούν το δεκασμό και την κατάχρηση εξουσίας δημόσιων λειτουργών και τον αθέμιτο πλουτισμό, όπως αυτές που εφαρμόζονται στη Δημοκρατία, και ως εκ τούτου συμπεραίνεται ότι δεν υπάρχει πραγματικά άλλος πρόσφορος τρόπος να επιτευχθεί η προώθηση της διαφάνειας και η λήψη προληπτικών μέτρων κατά της διαφθοράς, παρά μόνο με την εφαρμογή νομοθεσίας που να διέπει το πόθεν έσχες.

Στη βάση των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών διαμόρφωσε το κείμενο των υπ’ αριθμόν 2 και 3 νομοσχεδίων ως ακολούθως:

1. Με την προσθήκη στα περιουσιακά στοιχεία που υποβάλλονται από τα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων των προσώπων αυτών.

2. Με την παροχή στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα, σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το περιεχόμενο της έκθεσης των νομίμων ελεγκτών ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας, της δυνατότητας προσκόμισης πληροφοριών, στοιχείων και επεξηγήσεων πριν από την έκδοση της έκθεσης του συμβουλίου ή της ειδικής επιτροπής, ανάλογα με την περίπτωση.

3. Με την περίληψη πρόνοιας που να προβλέπει ότι, σε περίπτωση που το ελεγχόμενο πρόσωπο βρίσκεται σε διάσταση με το/τη σύζυγό του, δεν υπέχει πειθαρχική ή ποινική ευθύνη για την υποβολή μη ολοκληρωμένης δήλωσης ή την υποβολή ανακριβών στοιχείων στη δήλωσή του όσον αφορά το μέρος αυτής στο οποίο καταγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία του/της συζύγου του.

4. Με τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του υπ’ αριθμόν 2 νομοσχεδίου με την προσθήκη στα ελεγχόμενα δυνάμει του νόμου πρόσωπα των δημόσια εκτεθειμένων προσώπων και αξιωματούχων, στη βάση του σκεπτικού που παρατέθηκε εκτενώς πιο πάνω στην παρούσα έκθεση.

Συναφώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι στο υπ’ αριθμόν 2 νομοσχέδιο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί, περιλήφθηκαν ελεγχόμενα πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν πολιτειακά ή δημοτικά αξιώματα, η επιτροπή αποφάσισε την προσθήκη πρόνοιας στο υπ' αριθμόν 2 νομοσχέδιο με την οποία τροποποιείται ο τίτλος του βασικού νόμου, έτσι ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Ορισμένων Δημόσια Εκτεθειμένων Προσώπων και Ορισμένων Αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) Νόμος», επιφέροντας παράλληλα τις αναγκαίες νομοτεχνικές τροποποιήσεις του κειμένου αυτού. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα μελλοντικά στο νομοθέτη να προσθέτει στον κατάλογο των ελεγχόμενων δυνάμει του νόμου πρόσωπων, αν το κρίνει αναγκαίο για τη διασφάλιση της διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή επέφερε στα αναθεωρημένα κείμενα των υπό συζήτηση νομοσχεδίων περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών τους, καθώς και τη βελτίωσή τους από νομοτεχνικής άποψης.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή εισηγείται ομόφωνα στην ολομέλεια του σώματος την ψήφιση σε νόμο των υπ’ αριθμόν 1, 2 και 3 νομοσχεδίων, όπως τα κείμενά τους έχουν τελικά διαμορφωθεί με βάση τα πιο πάνω, αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του υπ’ αριθμόν 1 νομοσχεδίου, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Ένατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2016».

14 Απριλίου 2016

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Ο περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2013.

(Aρ. Φακ.: 23.01.054.039-2013)

2. Ο περί Ορισμένων Αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013.

(Aρ. Φακ.: 23.01.054.108-2013)

3. Ο περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013.

(Aρ. Φακ.: 23.01.054.109-2013)

4. Ο περί του Προέδρου, των Υπουργών και των Βουλευτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Δήλωση και Έλεγχος Περιουσίας) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2005.

(Πρόταση νόμου του βουλευτή κ. Γιώργου Περδίκη)

(Aρ. Φακ.: 23.02.057.032-2016)

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων