Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για τις προτάσεις νόμου «Ο περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2014» και «Ο περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015»

Παρόντες:

Νίκος Νικολαΐδης, πρόεδρος Ειρήνη Χαραλαμπίδου
Δημήτρης Συλλούρης Νεόφυτος Κωνσταντίνου
Ανδρέας Κυπριανού Μη μέλη της επιτροπής:
Κώστας Κωνσταντίνου Ρίκκος Μαππουρίδης
Άριστος Δαμιανού Γιώργος Περδίκης
Πανίκκος Σταυριανός  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως μελέτησε τις πιο πάνω προτάσεις νόμου, οι οποίες κατατέθηκαν στη Βουλή η πρώτη από τον κ. Γιώργο Περδίκη, βουλευτή του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, και η δεύτερη από τον κ. Άντρο Κυπριανού, εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, σε πέντε συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 26ης Ιανουαρίου και 22ας Μαρτίου 2016. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διερεύνησης Ασυμβιβάστου και εκπρόσωποι του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) και του Συνδέσμου Ανεξαρτήτων Λογιστών Κύπρου (ΣΑΛΚ). Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, ο Σύνδεσμος Πτυχιούχων Εγκεκριμένων Λογιστών-Ελεγκτών Κύπρου και ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδριάσεις της επιτροπής.

Σκοπός της πρώτης υπό αναφορά πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους Νόμου [Νόμος 7(Ι) του 2008], ώστε να καταργηθούν οι ισχύουσες εξαιρέσεις που προνοούνται σε αυτόν σε σχέση με τις ενέργειες, δραστηριότητες ή ιδιότητες που καθορίζονται ως ασυμβίβαστες για τους αξιωματούχους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Πιο συγκεκριμένα προτείνεται η διαγραφή των διατάξεων του άρθρου 3 που επιτρέπουν στους εν λόγω αξιωματούχους να διατηρούν την ιδιότητα του μέλους διοικητικού συμβουλίου ή νομικού συμβούλου ή απλού μετόχου σε δημόσιες εταιρείες ή σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου που προάγουν την εξυπηρέτηση συλλογικών συμφερόντων τοπικής ή περιφερειακής ανάπτυξης ή που προάγουν τον αθλητισμό και τις καλές τέχνες, είτε προσφέρουν υπηρεσίες στις συνεργατικές πιστωτικές εταιρείες και σε δημόσιες εταιρείες όπου μέτοχος είναι τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα.

Σκοπός της δεύτερης υπό αναφορά πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του ίδιου πιο πάνω βασικού νόμου, ώστε, επιπρόσθετα από τα όσα προνοούνται στην προρρηθείσα πρόταση νόμου, να απαγορευθεί πλήρως η ανάληψη εργασίας ή η παροχή υπηρεσίας προς το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα από εν ενεργεία πολιτειακούς αξιωματούχους και ή από επιχειρήσεις που άμεσα ή έμμεσα συνδέονται ή παραπέμπουν σε αυτούς. Περαιτέρω, γίνεται εισήγηση για τη διεύρυνση του καταλόγου των αξιωματούχων που εμπίπτουν στις διατάξεις της υπό τροποποίηση νομοθεσίας, καθώς και η συμπερίληψη σ’ αυτήν ορισμένων μεταβατικών διατάξεων.

Επισημαίνεται ότι ενώπιον της επιτροπής εκκρεμούν, από το 2011, σχετικό νομοσχέδιο και κανονισμοί που κατατέθηκαν από την εκτελεστική εξουσία με σκοπό την τροποποίηση του ίδιου βασικού νόμου. Σκοπός του εν λόγω νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του ίδιου υπό αναφορά βασικού νόμου για την παραχώρηση στην Επιτροπή Διερεύνησης Ασυμβιβάστου δυνατότητας κλήτευσης προσώπων ή και υποχρεωτικής προσαγωγής αυτών ενώπιόν της, για τη δημοσίευση του πορίσματος που εκδίδει, για την παραχώρηση ετήσιου τιμητικού επιδόματος στον πρόεδρό της, και για να επέλθουν στο βασικό νόμο ορισμένες άλλες διαδικαστικές βελτιώσεις. Σκοπός των υπό αναφορά κανονισμών είναι η θέσπιση δευτερογενούς νομοθεσίας, προκειμένου να ρυθμιστούν με περισσότερη λεπτομέρεια ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία διερεύνησης ασυμβιβάστου, τη σύνταξη του πορίσματος της επιτροπής και την κοινοποίησή του στα εμπλεκόμενα πρόσωπα και όργανα.

Παράλληλα η επιτροπή μελετά, στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τη θέσπιση ενός νέου ειδικού νόμου (lex specialis) για τη συνολική ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν τη σύγκρουση συμφερόντων, περιλαμβανομένου του ασυμβιβάστου προς την άσκηση των καθηκόντων ορισμένων προσώπων και την ταυτόχρονη κατάργηση του υφιστάμενου περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους Νόμου, υιοθετώντας έτσι τις εισηγήσεις που περιλαμβάνονται στη σχετική εισηγητική έκθεση που με απόφαση της επιτροπής ζητήθηκε και ετοιμάστηκε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου στα πλαίσια του Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Πανεπιστημίου Κύπρου. Σημειώνεται ότι για το σκοπό αυτό είχε συσταθεί ομάδα εργασίας με επικεφαλής τον τότε αναπληρωτή πρόεδρο της επιτροπής. Στην ομάδα εργασίας συμμετείχαν επίσης ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας και υπηρεσιακοί παράγοντες της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, οι ακαδημαϊκοί του ορίστηκαν από το Πανεπιστήμιο Κύπρου για το σκοπό αυτό και η Γενική Διευθύντρια και μέλη του προσωπικού της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Παρά ταύτα, η επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει με την εξέταση των προαναφερθεισών προτάσεων νόμου για λόγους που αφορούν, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο εναπομείναντας χρόνος μέχρι τη λήξη της θητείας της Βουλής δεν επαρκεί για την εξέταση και την προώθηση του συνόλου των θεμάτων που εκκρεμούν ή και μελετούνται από αυτή. Παράλληλα, οι προτεινόμενες από την εκτελεστική εξουσία ρυθμίσεις απαιτούν ενδελεχή και διεξοδική μελέτη, ενώ ταυτόχρονα οι σκοποί και οι επιδιώξεις των υπό εξέταση προτάσεων νόμου κρίνεται αναγκαίο να τεθούν σε εφαρμογή το συντομότερο δυνατό.

Εισάγοντας την πρώτη πρόταση νόμου, ο εισηγητής της ανέφερε στην επιτροπή ότι οι υπό κατάργηση διατάξεις δε θα έπρεπε να είχαν περιληφθεί εξαρχής στη σχετική νομοθεσία που βρίσκεται σήμερα σε ισχύ. Επειδή η Βουλή έκρινε στο χρονικό εκείνο σημείο για διάφορους λόγους αναγκαία την ένταξή τους στη νομοθεσία, αυτό δεν πρέπει να συνεχίσει να υφίσταται, όπως ο ίδιος υποστήριξε, και υποστήριξε ότι οι προτεινόμενες με την πρόταση νόμου πρόνοιες θα έπρεπε να είχαν προωθηθεί από τη Βουλή και τεθεί σε εφαρμογή προ πολλού.

Εισάγοντας τη δεύτερη πρόταση νόμου, εκ μέρους του εισηγητή της, το μέλος της επιτροπής, βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, κ. Άριστος Δαμιανού, αφού υιοθέτησε τα όσα δηλώθηκαν από τον εισηγητή της πρώτης πρότασης νόμου, ανέφερε πρόσθετα ότι με την υπό αναφορά πρόταση νόμου γίνεται προσπάθεια εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου που αφορά τη δεοντολογία στη δραστηριότητα των πολιτειακών αξιωματούχων και την υιοθέτηση αυστηρότερων διατάξεων γενικά και ειδικότερα σε σχέση με την άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους οι υπό αναφορά προτάσεις νόμου κατέστησαν προτεραιότητα της επιτροπής, όπως αυτοί έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, και επειδή στα πλαίσια της εξέτασης των προτεινόμενων ρυθμίσεων διαφάνηκε ότι ορισμένες από τις πρόνοιες που περιλαμβάνει η δεύτερη πρόταση νόμου έχρηζαν διεξοδικότερης μελέτης, η επιτροπή, σε κάποιο στάδιο μελέτης των δύο προτάσεων νόμου, αποφάσισε να συνεχίσει με επικέντρωση στην εξέταση των προνοιών της πρώτης υπό αναφορά πρότασης νόμου και των προνοιών της δεύτερης πρότασης νόμου που είναι κοινές με την πρώτη, διαμορφώνοντας έτσι ένα ενοποιημένο κείμενο νόμου για σκοπούς περαιτέρω μελέτης. Συμπερασματικά, η επιτροπή αποφάσισε όπως προχωρήσει με την εξέταση των προνοιών των σχεδίων νόμου που αφορούν την κατάργηση των εν ισχύ εξαιρέσεων που προνοούνται στο βασικό νόμο σε σχέση με τις ενέργειες, δραστηριότητες ή ιδιότητες που καθορίζονται ως ασυμβίβαστες για τους αξιωματούχους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, όπως αυτές έχουν περιγραφεί αναλυτικότερα πιο πάνω. Επισημαίνεται ότι όσες πρόνοιες της δεύτερης πρότασης νόμου απομονώθηκαν από την επιτροπή και δεν κρίθηκε σκόπιμο να προωθηθούν για εξέταση στο παρόν στάδιο, αποφασίστηκε όπως παραμείνουν στις εκκρεμότητες της επιτροπής, για να προωθηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής σε σχέση με τα πιο πάνω και κατόπιν ανταλλαγής διάφορων απόψεων που αφορούσαν τα επί μέρους ζητήματα που αναφύονται με την προώθηση των πιο πάνω ρυθμίσεων και ειδικά τον ενδεχόμενο επηρεασμό υφιστάμενων νομικών σχέσεων νυν αξιωματούχων του κράτους ή και αξιωματούχων που θα αναλάβουν αξίωμα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενόψει και των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, η επιτροπή είχε αρχικά διαμορφώσει ένα ενοποιημένο κείμενο νόμου στο οποίο περιλαμβάνονταν, εκτός από τα πιο πάνω, και ορισμένες μεταβατικές πρόνοιες. Οι εν λόγω πρόνοιες προνοούσαν:

1. Τη θέσπιση ως ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του προτεινόμενου νόμου την 1η Σεπτεμβρίου 2016.

2. Ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι υφιστάμενες, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ενέργειες, δραστηριότητες ή ιδιότητες που αναλαμβάνονται, ενεργούνται ή συντρέχουν στο πρόσωπο οποιουδήποτε αξιωματούχου που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του βασικού νόμου και οι οποίες θα καταστούν με τη θέσπιση των προνοιών αυτών μη επιτρεπόμενες, ως ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του αξιωματούχου, να δύναται να διατηρούνται μέχρι τη λήξη της νομικής σχέσης δυνάμει της οποίας υφίστανται και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου 2017 το αργότερο.

Συνεπώς, κατά την περαιτέρω συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής με βάση τις πιο πάνω τότε προωθούμενες ρυθμίσεις, η οποία εν πάση περιπτώσει διευρύνθηκε στην πορεία της εξέτασης των προτάσεων νόμου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε ότι ο διά νόμου υποχρεωτικός τερματισμός οποιασδήποτε σύμβασης η οποία συνήφθη μεταξύ δύο μερών ασκώντας ελεύθερη βούληση αποτελεί παρέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, το οποίο αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα βάσει του άρθρου 26 του συντάγματος. Περαιτέρω, ο ίδιος αξιωματούχος εξέφρασε τη θέση ότι περιορίζεται και το δικαίωμα εργασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 του συντάγματος, γεγονός που, όπως επισήμανε, για να δικαιολογηθεί και να επιτραπεί από το δικαστήριο σε μια ενδεχόμενη ένδικη διαδικασία, θα πρέπει να τεκμηριώνεται από μια ισχυρή, πειστική αιτιολογία, ανάλογη προς το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει και πιο συγκεκριμένα τον περιορισμό κατοχυρωμένων συνταγματικών δικαιωμάτων.

Ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, αφού συμφώνησε με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, επισήμανε πως με τις προτεινόμενες πρόνοιες αίρεται μια αδικία που παρατηρείται ανάμεσα σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθότι οι εξαιρέσεις ισχύουν μόνο για μερικά από αυτά. Το πρόβλημα που εντοπίζεται, όπως ο ίδιος παρατήρησε, εστιάζεται στους αξιωματούχους που θα κληθούν να αναλάβουν αξίωμα μετά τη θέσπιση του υπό συζήτηση νόμου, αλλά διατηρούν νομικές σχέσεις που με αυτόν θα καταστούν ασυμβίβαστες με το εν λόγω αξίωμα. Αυτοί, όπως εξήγησε περαιτέρω, προκειμένου να είναι σε θέση να αναλάβουν το αξίωμα θα πρέπει να αποποιηθούν των δεσμεύσεων αυτών. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τα μέλη της Βουλής, η ψήφιση των προτεινόμενων προνοιών θα αποτελέσει ζήτημα προς αντιμετώπιση για τους νεοεκλεγέντες βουλευτές, καθότι, σε περίπτωση που διατηρούν νομικές σχέσεις που με την ψήφιση των προτεινόμενων προνοιών θα καταστούν ασυμβίβαστες με το αξίωμα του βουλευτή, θα τεθούν ενώπιον του διλήμματος είτε να αναλάβουν το αξίωμα του βουλευτή τερματίζοντας τη σύμβαση που έχουν αναλάβει είτε να μην αποδεχθούν το αξίωμα αυτό. Τέλος, παρατήρησε ότι τουλάχιστον οι υφιστάμενες διατάξεις που αφορούν το συνεργατισμό θα πρέπει να διαγραφούν, καθότι το περιεχόμενό τους έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου, λόγω των εξελίξεων που σημειώθηκαν στο μεταξύ στον τομέα αυτό.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Διερεύνησης Ασυμβιβάστου δήλωσε ότι συμφωνεί με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις που αφορούν την κατάργηση των επιφυλάξεων της υφιστάμενης νομοθεσίας. Παράλληλα, ο ίδιος κάλεσε την επιτροπή όπως εξετάσει το συντομότερο δυνατό τόσο το νομοσχέδιο όσο και τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις που εκκρεμούν ενώπιόν της για το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο, για σκοπούς διευκόλυνσης και βελτίωσης της λειτουργίας της Επιτροπής Διερεύνησης Ασυμβιβάστου.

Οι εκπρόσωποι του ΕΤΕΚ και του ΣΑΛΚ δήλωσαν ότι συμφωνούν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτεινόμενων ρυθμίσεων.

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η επιτροπή αποφάσισε καταληκτικά να προωθήσει στην ολομέλεια της Βουλής για έγκριση ενοποιημένο κείμενο νόμου που να περιλαμβάνει μόνο τις πρόνοιες που αφορούν την κατάργηση των εξαιρέσεων του υφιστάμενου νόμου, μαζί με εισήγηση όπως αυτές τεθούν σε εφαρμογή την 1η Σεπτεμβρίου 2016, ενώ οι υπόλοιπες πρόνοιες της δεύτερης υπό αναφορά πρότασης νόμου παραμένουν σε εκκρεμότητα ενώπιον της επιτροπής.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί των προτεινόμενων προνοιών κατά τη συζήτησή τους στην ολομέλεια της Βουλής.

Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Ευρωπαϊκού Κόμματος τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης του κειμένου της πρότασης νόμου, όπως αυτό ενοποιήθηκε και διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα πιο πάνω, σε νόμο, με τίτλο «Ο περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016».

Υπό το φως των πιο πάνω, η παρούσα έκθεση τίθεται ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής για τη λήψη τελικής απόφασης.

 

 

5 Απριλίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων