Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2015» και για τους κανονισμούς «Οι περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Κανονισμοί του 201

Παρόντες:

Ζαχαρίας Ζαχαρίου, πρόεδρος Κώστας Κώστα
Ανδρέας Μιχαηλίδης Άγγελος Βότσης
Μαρία Κυριακού Μη μέλη της επιτροπής:
Γιαννάκης Γαβριήλ Σταύρος Ευαγόρου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού εξέτασε το πιο πάνω νομοσχέδιο και τους πιο πάνω κανονισμούς σε αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν από τις 22 Μαρτίου μέχρι και τις 5 Απριλίου 2016. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, η Έφορος Ασφαλίσεων, εκπρόσωποι του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, του Παγκύπριου Συνδέσμου Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών και του Συνδέσμου Αναλογιστών Κύπρου.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η εισαγωγή νέου νομοθετικού πλαισίου το οποίο ρυθμίζει την εποπτεία των ασφαλιστικών/αντασφαλιστικών επιχειρήσεων καταργώντας την υφιστάμενη ασφαλιστική νομοθεσία, με στόχο την εναρμόνιση της εθνικής ασφαλιστικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), όπως αυτή τροποποιήθηκε από τις Οδηγίες 2011/89/ΕΕ και 2014/51/ΕΕ. Περαιτέρω, με το εν λόγω νομοσχέδιο σκοπείται και η εναρμόνιση με την Οδηγία 2015/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, την Οδηγία 2002/87/ΕΚ σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και την Οδηγία 2011/89/ΕΕ για την τροποποίηση των Οδηγιών 98/78/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων. Τέλος, επιδιώκεται η εφαρμογή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εκδίδονται δυνάμει της προαναφερθείσας Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, με το νομοσχέδιο, το οποίο ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη δομή της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και υιοθετεί πλήρως τις διατάξεις της, επιδιώκεται η αναθεώρηση ενός μεγάλου μέρους του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου που διέπει την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το νομοσχέδιο αποτελείται από τους ακόλουθους τρεις πυλώνες:

1. Τον πυλώνα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τις τεχνικές προβλέψεις και τις επενδύσεις.

2. Τον πυλώνα για το σύστημα διακυβέρνησης.

3. Τον πυλώνα για την υποβολή εκθέσεων/δημοσιοποίηση στοιχείων και πληροφοριών.

Επιπρόσθετα, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με τη λειτουργία της εποπτικής αρχής, τη Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφαλίσεων, την εποπτεία των ασφαλιστικών εταιρειών που πληρούν τα κριτήρια για εξαίρεση από τη Φερεγγυότητα ΙΙ, την εποπτεία των ασφαλιστικών εταιρειών που τερματίζουν τις δραστηριότητές τους, αλλά εξακολουθούν να έχουν υποχρεώσεις έναντι των ασφαλισμένων τους και συνεπώς πρέπει να εποπτεύονται, μέχρι να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει πριν από τον τερματισμό των δραστηριοτήτων τους, καθώς και διατάξεις για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση και τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, το νομοσχέδιο εισάγει τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η οποία έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές τόσο στη φερεγγυότητα όσο και στον τρόπο λειτουργίας και εποπτείας των ασφαλιστικών/αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λόγω του ότι τα τελευταία χρόνια οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν αυξηθεί και έχουν γίνει πιο πολύπλοκοι. Με βάση την εν λόγω Οδηγία, η εποπτεία βασίζεται σε προβλεπτική προσέγγιση επικεντρωμένη στους κινδύνους.

Οι βασικές διατάξεις του νομοσχεδίου ρυθμίζουν τα ακόλουθα θέματα:

1. Την αδειοδότηση και την εξειδίκευση των σχετικών θεμάτων, όπως τη νομική μορφή και την επωνυμία των ασφαλιστικών/αντασφαλιστικών εταιρειών, τους όρους χορήγησης άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών και υποβολής αίτησης (όπως την κεφαλαιακή επάρκεια και τη συμμόρφωση με το σύστημα διακυβέρνησης), την αξιολόγηση στενών δεσμών, έτσι ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν παρεμποδίζουν την εποπτεία, την υποβολή του προγράμματος δραστηριοτήτων, την αξιολόγηση των μετόχων με ειδική συμμετοχή, την έγκριση ή την άρνηση χορήγησης άδειας από τον Έφορο Ασφαλίσεων.

2. Τον προσδιορισμό του Εφόρου Ασφαλίσεων ως αρμόδιας εποπτικής αρχής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών, καθώς και τον καθορισμό των γενικών αρμοδιοτήτων του εφόρου και των εποπτικών του εξουσιών.

3. Τους όρους άσκησης των δραστηριοτήτων αναφορικά με τα διοικητικά συμβούλια των ασφαλιστικών/αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και τις ευθύνες τους, το σύστημα διακυβέρνησής τους, τη δημοσιοποίηση στοιχείων, την ειδική συμμετοχή, το επαγγελματικό απόρρητο και τους εξωτερικούς ελεγκτές.

4. Τους κανόνες για την αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, των τεχνικών προβλέψεων, των ιδίων κεφαλαίων, των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και τους επενδυτικούς κανόνες.

5. Την επισήμανση και τη γνωστοποίηση από τις ασφαλιστικές/αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, τη μη συμμόρφωση με τις τεχνικές προβλέψεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και προϋποθέσεις.

6. Τους λόγους ανάκλησης της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών/αντασφαλιστικών εργασιών.

7. Το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από μια ασφαλιστική επιχείρηση ενός κράτους μέλους σε άλλο κράτος μέλος.

8. Την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε όμιλο.

9. Την εξυγίανση και εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

10. Το δικαίωμα προσφυγής στο γενικό διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών κατά ορισμένων αποφάσεων του Εφόρου Ασφαλίσεων, καθώς και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του συντάγματος κατά των αποφάσεων του Εφόρου Ασφαλίσεων ή των αποφάσεων του γενικού διευθυντή που επικυρώνουν οποιαδήποτε δυσμενή απόφαση του Εφόρου Ασφαλίσεων.

11. Τις εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό τομέα. Η διαμεσολάβηση καλύπτεται από την Οδηγία 2002/92/ΕΚ, αλλά πρέπει να εναρμονιστεί και με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, η οποία αφορά την επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων για προστασία των πελατών σε σχέση με ασφαλιστικά επενδυτικά προϊόντα όσον αφορά στην πρόληψη σύγκρουσης συμφερόντων, τις συγκρούσεις συμφερόντων και την πληροφόρηση των πελατών.

12. Την εξουσία για τη συλλογή πληροφοριών, την είσοδο και έρευνα, την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και τις ποινικές διατάξεις.

Σκοπός των προτεινόμενων κανονισμών είναι να ρυθμίσουν συγκεκριμένα θέματα του υπό εξέταση νομοσχεδίου και πρέπει να εκδοθούν αμέσως μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου αυτού με στόχο τη συμπλήρωσή του και την εύρυθμη εφαρμογή και λειτουργία του νόμου αυτού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, οι βασικές πρόνοιες των προτεινόμενων κανονισμών αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

1. Tα έγγραφα που συνυποβάλλονται με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ή επεκτάσεως ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών σε κυπριακή ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας.

2. Τα έγγραφα που υποβάλλονται για την ίδρυση υποκαταστήματος ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στη Δημοκρατία από ασφαλιστική επιχείρηση κράτους/μέλους, καθώς και τα έγγραφα που υποβάλλονται από κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση για την ίδρυση υποκαταστήματος ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε κράτος μέλος.

3. Τα τέλη για την εξέταση αίτησης για τη χορήγηση άδειας ή για την επέκταση άδειας ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, καθώς και τα τέλη εποπτικού ελέγχου.

4. Τα προσόντα των προσώπων που διοικούν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα, τα προσόντα αντιπροσώπου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας και τα προσόντα αντιπροσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή κυπριακής ασφαλιστικής επιχείρησης υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης σε κράτος μέλος.

5. Τους όρους για τη χορήγηση δανείων.

6. Την απόδειξη της καταλληλότητας του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων, της εφαρμοσιμότητας και της συνάφειας των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και της επάρκειας των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων με την υποβολή τουλάχιστον κάθε έτος πιστοποίησης από αναλογιστή, τα προσόντα του αναλογιστή για την εν λόγω πιστοποίηση, καθώς και τα προσόντα του αναλογιστή για μεταφορά χαρτοφυλακίου.

7. Τις πληροφορίες που παρέχονται για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ασφάλισης γενικής φύσεως ή ασφάλισης ζωής.

8. Τους κανόνες για την ασφαλιστική διαφήμιση.

9. Τις προϋποθέσεις αντιπροσώπου για σκοπούς διακανονισμού ζημιών.

10. Τη δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων.

11. Την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Οι κανονισμοί για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση είναι πανομοιότυποι με τους υφιστάμενους κανονισμούς για τη διαμεσολάβηση.

12. Την κατάργηση των υφιστάμενων κανονισμών και έναρξη της ισχύος των νέων κανονισμών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή τόσο του νέου νομοσχεδίου όσο και των νέων κανονισμών για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι η Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών και αρμόδια εποπτική αρχή για τον έλεγχο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών είναι ο Έφορος Ασφαλίσεων, ο οποίος προΐσταται της εν λόγω υπηρεσίας. Ο Έφορος Ασφαλίσεων θα επικουρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του από Βοηθούς Εφόρους Ασφαλίσεων, οι οποίοι θα υπάγονται διοικητικά σε αυτόν.

Με βάση τα όσα αναφέρονται στις εισηγητικές εκθέσεις που συνοδεύουν τα πιο πάνω σχέδια νόμου, άμεσα επηρεαζόμενες οργανώσεις από την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας είναι ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, καθώς και ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών. Περαιτέρω, στις ίδιες εκθέσεις αναφέρεται ότι τα σχόλια των εμπλεκόμενων φορέων ενσωματώθηκαν στο υπό εξέταση νομοσχέδιο και στους υπό εξέταση κανονισμούς, στο βαθμό που αυτό κρίθηκε ορθό και επιτρεπτό.

Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω σχέδια νόμου κατατέθηκαν στη Βουλή και παραπέμφθηκαν για εξέταση αρχικά στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού. Ακολούθως, και πριν αρχίσει η εξέτασή τους από την πιο πάνω επιτροπή, λήφθηκε αρμοδίως απόφαση παραπομπής τους προς εξέταση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι σύμφωνα με επιστολή που στάλθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών προς τη γενική διευθύντρια της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 17 Μαρτίου 2016, το πιο πάνω νομοσχέδιο θα έπρεπε να είχε ψηφιστεί και οι πιο πάνω κανονισμοί θα έπρεπε να είχαν εγκριθεί και δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας πριν από το τέλος του 2015, για να τεθούν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι, λόγω της συνεχιζόμενης καθυστέρησης που παρατηρείται στην εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της σχετικής Οδηγίας, λήφθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 11 Δεκεμβρίου 2015, Αιτιολογημένη Γνώμη (παράβαση αρ. 2015/0173). Με την εν λόγω Αιτιολογημένη Γνώμη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει κοινοποιήσει τα εθνικά μέτρα μεταφοράς της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και γι’ αυτό καλεί την Κυπριακή Δημοκρατία να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να συμμορφωθεί με την προαναφερόμενη Αιτιολογημένη Γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών. Στην ίδια επιστολή σημειώνεται ότι, παρά το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αίτηση για παράταση της προθεσμίας απάντησης μέχρι τις 11 Απριλίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε την εν λόγω αίτηση, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ξεκινήσει ανά πάσα στιγμή τη διαδικασία λήψης μέτρων εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Συναφώς, παράκληση του Υπουργείου Οικονομικών είναι όπως το υπό αναφορά νομοσχέδιο ψηφιστεί και οι υπό αναφορά σχετικοί κανονισμοί εγκριθούν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει πριν από τη 14η Απριλίου 2016.

Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, τοποθετούμενος επί των προνοιών των υπό συζήτηση νομοθετημάτων, κατέθεσε γραπτό υπόμνημα, ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2016, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις ακόλουθες απόψεις:

1. Στα πλαίσια των διαβουλεύσεων με το Υπουργείο Οικονομικών και την εποπτική αρχή, που προηγήθηκαν του νομοτεχνικού ελέγχου του νομοσχεδίου και των κανονισμών και συνεχίστηκαν μετά την κατάθεσή τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων, επιτεύχθηκε σύγκλιση απόψεων επί αρκετών σημείων που παρέμεναν υπό διαφωνία. Σημειώνεται ότι σε παράρτημα που επισυνάπτεται στην εν λόγω επιστολή περιλαμβάνονται τα άρθρα και οι κανονισμοί με τις από κοινού προτεινόμενες τροποποιήσεις.

2. Οι τροποποιήσεις που έγιναν επί του αρχικού κειμένου αποτελούν την κατάληξη της διεξοδικής ανταλλαγής απόψεων και της συναινετικής διάθεσης που προέκυψαν από εισηγήσεις που κατατέθηκαν είτε από την Υπηρεσία Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών είτε από το Σύνδεσμο Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου.

3. Ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου εκφράζει τη διαφωνία του σε επιμέρους σημεία των άρθρων/κανονισμών των υπό εξέταση σχεδίων νόμου, τα οποία αφορούν τις γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης, την καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων, το δικαίωμα προσφυγής στο γενικό διευθυντή και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την απόδειξη καταλληλότητας του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων, της εφαρμοσιμότητας και της συνάφειας των χρησιμοποιούμενων μεθόδων και της επάρκειας των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων. Επίσης, ο σύνδεσμος εκφράζει τη διαφωνία του για τις επιμέρους πρόνοιες που αφορούν τα προσόντα ανεξάρτητου αναλογιστή για σκοπούς μεταβίβασης χαρτοφυλακίου.

4. Αναφορικά με τη διαμεσολάβηση, σημειώνεται ότι ψηφίστηκε νέα Οδηγία, γνωστή ως “Insurance Distribution Directive” (ΙDD), το Φεβρουάριο του 2016, η οποία θα τεθεί σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2018. Η νέα αυτή Οδηγία αντικαθιστά την υφιστάμενη Οδηγία, γνωστή ως ΙΜD, και κατ’ επέκταση απαιτείται μέχρι την ημερομηνία που θα τεθεί σε εφαρμογή η νέα Οδηγία να εναρμονιστεί ανάλογα το σχετικό μέρος του νομοσχεδίου. Συνεπώς, ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου συμμερίζεται την εισήγηση της εποπτικής αρχής στο παρόν στάδιο να μεταφερθούν στο υπό εξέταση νομοσχέδιο οι πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας μέχρι την ετοιμασία νέου κεφαλαίου που θα εναρμονίζει τη νομοθεσία μας με τη νέα Οδηγία. Οι κατ’ εξαίρεση τροποποιήσεις που προτείνονται από την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών στις πρόνοιες της υφιστάμενης νομοθεσίας γίνονται αποδεκτές από το Σύνδεσμο Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου, που αποδέχεται την άποψη της εποπτικής αρχής ότι η διόρθωσή τους επείγει, για να αντιμετωπιστούν πρακτικά προβλήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Ο σύνδεσμος επιφυλάσσεται κατά τη συνεδρία της επιτροπής να παραθέσει και ο ίδιος απόψεις ιδιαίτερα σε σχέση με το σημείωμα του Παγκύπριου Συνδέσμου Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών.

Ο Σύνδεσμος Αναλογιστών Κύπρου, στα πλαίσια των συνεδριάσεων της επιτροπής, κατέθεσε γραπτό υπόμνημα, στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Οι θέσεις του συνδέσμου αφορούν τη διατήρηση αντίστοιχου θεσμού με αυτόν του εντεταλμένου αναλογιστή, πρόνοια που υπήρχε και ίσχυε τις τελευταίες δεκαετίες τόσο στην Κύπρο όσο και σε πολλές άλλες χώρες, γεγονός που αναμένεται να επιδράσει πολύ θετικά στη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων.

2. Μετά τη διαβίβαση των θέσεων του συνδέσμου, κατά την ετοιμασία του νομοθετικού πλαισίου το θέμα αυτό ρυθμίστηκε μέσα από τον Κανονισμό 17.

3. Οι θέσεις του συνδέσμου διαφαίνεται ότι βρίσκουν σε μεγάλο βαθμό σύμφωνη την Έφορο Ασφαλίσεων. Παρ’ όλα αυτά, με αυτές τις θέσεις του συνδέσμου φαίνεται να διαφωνεί ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου.

4. Ο σύνδεσμος αντιλαμβάνεται ότι η σχετική κοινοτική Οδηγία δεν περιέχει ξεκάθαρη πρόνοια για διατήρηση του θεσμού του εντεταλμένου αναλογιστή, κάτι που ενδεχομένως να αποτέλεσε και την αιτία αμφισβήτησής του, γίνεται ωστόσο ειδική αναφορά σε πρόσφατες σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της European Insurance and Occupational Pensions Authority, ότι τέτοια θεσμοθέτηση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους μέλους. Η πιο πάνω προσέγγιση της Οδηγίας ήταν αναπόφευκτη, δεδομένου ότι μέχρι και σήμερα υπάρχει ένα ανομοιόμορφο πλαίσιο μεταξύ των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τα θεσμικά καθήκοντα των αναλογιστών.

5. Σε ό,τι αφορά την κυπριακή αγορά, ο σύνδεσμος παρατηρεί ότι ο θεσμός του εντεταλμένου αναλογιστή, του οποίου η κύρια ευθύνη είναι η πιστοποίηση της καταλληλότητας των τεχνικών αποθεμάτων, έχει λειτουργήσει μέχρι σήμερα με μεγάλη επιτυχία και αποτελεσματικά, παρέχοντας σημαντική επιπρόσθετη γραμμή άμυνας για τα συμφέροντα των ασφαλισμένων. Ο θεσμός αυτός αποτέλεσε επίσης μέτρο διαφάνειας μέσω της ετήσιας αναλογιστικής έκθεσης.

6. Σε πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Αναλογιστών διαφαίνεται ότι στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχει ο πιο πάνω θεσμός του αναλογιστή αυτός θα διατηρηθεί, ενώ νέα κράτη σκοπεύουν να τον υιοθετήσουν.

7. Με βάση την εμπειρία από ποσοτικές μελέτες που έγιναν μέχρι σήμερα, η πιο μεγάλη έκθεση κινδύνου για τις ασφαλιστικές εταιρείες είναι η ενδεχόμενη ανεπάρκεια των αποθεματικών τους, κάτι που δείχνει τη σημασία του σωστού υπολογισμού τους.

8. Από την εμπειρία των ασφαλιστικών εταιρειών ζωής, όπως μπορούν να διαβεβαιώσουν και οι διευθυντές τους, φαίνεται ότι η συνεισφορά, καθώς και η προστιθέμενη αξία των αναλογιστών ήταν τέτοιες που οδήγησαν σχεδόν όλες τις εταιρείες στην πρόσληψη περισσοτέρων του ενός αναλογιστή.

9. Οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει με βάση την Οδηγία “Φερεγγυότητα ΙΙ” να υιοθετήσουν αναλογιστικές και στατιστικές μεθόδους για τον υπολογισμό των τεχνικών αποθεμάτων, για τις οποίες είναι αναγκαίες οι γνώσεις αναλογιστή.

10. Παρ’ όλο που ο υποχρεωτικός διορισμός αναλογιστή θα δημιουργήσει, σε μερικές τουλάχιστον επιχειρήσεις, κάποια επιπρόσθετα έξοδα, τα οποία είναι αμελητέα συγκρινόμενα με το σύνολο των εξόδων τους, αυτός δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως οικονομική επιβάρυνση αλλά ως εργαλείο, για να βελτιώσει την ποιότητα των διοικητικών αποφάσεων και να προστατεύσει περαιτέρω τους ασφαλισμένους.

11. Για τις επιχειρήσεις χαμηλού κινδύνου μπορεί να είναι ικανοποιητικό ο ρόλος αυτός να ανατεθεί σε εξωτερικούς συμβούλους.

12. Το επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν, ότι δεν υπάρχουν στην Κύπρο αρκετοί αναλογιστές δεν ευσταθεί πλέον, αφού ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, ο Σύνδεσμος Αναλογιστών Κύπρου αριθμεί σήμερα σαράντα πλήρη μέλη (Fellows) και περισσότερους από είκοσι που εργάζονται προς συμπλήρωση των επαγγελματικών τους προσόντων. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι πολλοί Κύπριοι αναλογιστές που εργάζονται στο εξωτερικό είναι πρόθυμοι να επιστρέψουν στην Κύπρο, όταν προκύψει σχετική ανάγκη. Ο σύνδεσμος επαναλαμβάνει τη θέση του ότι οι πρόνοιες για πιστοποίηση της επάρκειας των αποθεματικών από εγκεκριμένο αναλογιστή πρέπει να παραμείνουν ως έχουν στα προτεινόμενα νομοθετήματα.

Ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών κατέθεσε στην επιτροπή, στις 22 Μαρτίου 2016, εκτενές υπόμνημα, στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Παρ’ όλο που ο σύνδεσμος δεν ενημερώθηκε έγκαιρα, αφού δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης από την εκτελεστική εξουσία, που ετοίμασε το νομοσχέδιο, γεγονός το οποίο ο σύνδεσμος επισήμανε με επιστολή του προς την Έφορο Ασφαλίσεων στις 15 Σεπτεμβρίου 2015, προχώρησε αμέσως σε μελέτη του και ανέθεσε στο νομικό του σύμβουλο να προβεί σε σχετική γνωμάτευση σε συνεργασία με τη νομική επιτροπή του συνδέσμου.

2. Κατά τη μελέτη του νομοσχεδίου και μέσα από τη γνωμάτευση διαπιστώθηκαν προφανείς παραβιάσεις της διαδικασίας για δημόσια διαβούλευση και επισημάνθηκαν πρόνοιες οι οποίες δημιουργούν αθέμιτες συνθήκες, που επιτρέπουν αλλαγές στις εργασίες διαμεσολάβησης και επηρεάζουν τα κεκτημένα και αναφαίρετα συμβατικά δικαιώματα των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, τα οποία είναι κατοχυρωμένα τόσο συνταγματικά και νομικά όσο και δυνάμει του ευρωπαϊκού δικαίου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Γεγονός αποτελεί ότι κάποιες ασφαλιστικές εταιρείες επιχειρούν με εγκυκλίους προς τους διαμεσολαβητές τους να επιφέρουν αλλαγές στις υφιστάμενες συμβάσεις διαμεσολαβητών και μεταξύ άλλων σε κατάργηση της πίστωσης καταβολής ασφαλίστρων με επίκληση των επικείμενων αλλαγών στη νομοθεσία.

3. Παραβιάστηκε η υποχρέωση της κυβέρνησης για δημόσια διαβούλευση και συνεπώς παραβιάστηκε και η αρχή της διαφάνειας.

4. Ενώ με την Οδηγία 2009/138/ΕΚ “Φερεγγυότητα ΙΙ” προφανώς δεν απαιτείται καμία αλλαγή ή τροποποίηση στις εργασίες διαμεσολάβησης, το νομοσχέδιο παρέχει ανεξέλεγκτη δυνατότητα και μάλιστα με έμμεσο τρόπο σε αλλαγές, με την έκδοση κανονισμών και Οδηγιών, χωρίς κανένα έλεγχο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλαγές οι οποίες δε λαμβάνουν υπόψη συμβατικά δικαιώματα των διαμεσολαβητών που προκύπτουν από τις υφιστάμενες συμβάσεις τους με τις ασφαλιστικές εταιρείες και αναφορικά με τη διαχείριση και είσπραξη των ασφαλίστρων του χαρτοφυλακίου τους, καθώς και με την ελευθερία του συμβάλλεσθαι και του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης του χαρτοφυλακίου τους. Επίσης, παρέχεται ανεξέλεγκτα η δυνατότητα ανάκλησης των αδειών διαμεσολαβητών και η δυνατότητα διαγραφής τους από τα μητρώα με την επιβολή μέσα από οδηγίες ή κανονισμούς επιπρόσθετων, ακόμα και παράλογων, απαιτήσεων και διοικητικών προστίμων.

5. Η ανεξέλεγκτη και απεριόριστη δυνατότητα που υπάρχει στο νομοσχέδιο και η οποία προκύπτει ειδικότερα από το δικαίωμα έκδοσης κανονισμών από το Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς την απαίτηση έγκρισης από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, προϋπόθεση η οποία υπάρχει στον υφιστάμενο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών Νόμο.

6. Η Βουλή των Αντιπροσώπων με το νομοσχέδιο αυτό ουσιαστικά καλείται να καταργήσει η ίδια το ρόλο της ως νομοθετικής εξουσίας και να δεχθεί την παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, αφού θα αφήσει τη ρύθμιση της ασφαλιστικής βιομηχανίας στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους διαμεσολαβητές.

7. Παρ’ όλο που ο σύνδεσμος θα μπορούσε να προσβάλει τη διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου, ζητώντας την επιστροφή του στο Υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης, προβαίνοντας και σε επίσημη καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δίδει μια τελευταία ευκαιρία σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς να προβούν στις αναγκαίες αλλαγές επί του νομοσχεδίου.

8. Ο σύνδεσμος δεν ενημερώθηκε ποτέ για τους υπό συζήτηση κανονισμούς, κάτι που όφειλε να πράξει η Έφορος Ασφαλίσεων στα πλαίσια των υποχρεώσεών της για δημόσια διαβούλευση. Ο σύνδεσμος πληροφορήθηκε για τους κανονισμούς από την πρόσκληση που έλαβε από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.

9. Οι προτεινόμενοι κανονισμοί εισάγουν νέες υποχρεώσεις στους διαμεσολαβητές, οι οποίες δεν υπάρχουν στους υφιστάμενους κανονισμούς, κάτι που παραλείπεται να αναφερθεί από τους συντάκτες τους, οι οποίοι αναφέρουν αναληθώς ότι αυτοί είναι πανομοιότυποι με τους υφιστάμενους. Οι προτεινόμενοι κανονισμοί δεν είναι εναρμονιστικοί, αφού η Οδηγία “Φερεγγυότητα ΙΙ” δε ζητά ουσιαστικές αλλαγές στη διαμεσολάβηση και σκοπίμως και εσφαλμένα αναφέρονται ως εναρμονιστικοί, για να παραπλανήσουν τη Βουλή.

10. Με τους νέους κανονισμούς επιχειρείται η ρύθμιση των θεμάτων των συμβατικών δικαιωμάτων των διαμεσολαβητών, καθώς και των πιστώσεων, με οδηγίες της Εφόρου Ασφαλίσεων, χωρίς την έκδοση κανονισμών οι οποίοι εγκρίνονται από τη Βουλή.

11. Οι πρόνοιες των νέων κανονισμών επηρεάζουν αρνητικά τα κεκτημένα συμβατικά και νομικά δικαιώματα των διαμεσολαβητών, αφού με αυτές εισάγονται συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους διαμεσολαβητές, οι οποίες δεν υπήρχαν προηγουμένως. Οι κανονισμοί αυτοί είναι ultra vires και παραβιάζουν τον ίδιο το νόμο, καθώς και τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που κατ’ επανάληψη ερμήνευσαν τις εξουσίες της Εφόρου Ασφαλίσεων και το ότι αυτός δε δικαιούται να επεμβαίνει και να αποφασίζει για τα αστικά δικαιώματα των διαμεσολαβητών, αφού για αυτά αρμόδια είναι τα δικαστήρια.

12. Με τους κανονισμούς επιχειρείται η δημιουργία υποχρέωσης στους διαμεσολαβητές για άμεση απόδοση των ασφαλίστρων, μόλις αυτά καθίστανται οφειλόμενα, παραβιάζοντας το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι και τις πρόνοιες των υφιστάμενων συμβάσεων που παρέχουν δικαίωμα πίστωσης στους διαμεσολαβητές.

13. Με τους κανονισμούς εισάγονται νέες προϋποθέσεις για εγγραφή, επέκταση εγγραφής και ανανέωση εγγραφής διαμεσολαβητή, καθώς και προϋποθέσεις οι οποίες στερούν κάθε δικαίωμα στους διαμεσολαβητές να υπερασπίζονται εαυτούς και τα συμβατικά και νομικά τους δικαιώματα, κινδυνεύοντας έτσι να απωλέσουν την άδειά τους, χωρίς να έχουν δικαίωμα να ακουστούν από αρμόδιο δικαστήριο, για να αποφασίσει.

14. Επιχειρείται με προφανείς παράνομες οδηγίες και κανονισμούς να περιοριστούν κεκτημένα δικαιώματα των διαμεσολαβητών, τα οποία είναι κατοχυρωμένα από το σύνταγμα και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Σημειώνεται ότι ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Επαγγελματιών Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών προτείνει στο εν λόγω υπόμνημα συγκεκριμένες αλλαγές σε επιμέρους πρόνοιες του νομοσχεδίου. Ο σύνδεσμος επισημαίνει επίσης στο ίδιο υπόμνημα ότι αναγνωρίζει την ανάγκη αλλαγών για εξυγίανση του ασφαλιστικού κλάδου και για καλύτερο έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών προς το συμφέρον των ασφαλιζομένων/καταναλωτών, νοουμένου ότι δε θα υπάρξει δημιουργία αθέμιτων καταστάσεων και καταπάτηση των κεκτημένων και αναφαίρετων δικαιωμάτων των μελών του συνδέσμου με προφανείς αρνητικές συνέπειες για τα δικαιώματα των ασφαλιζομένων/καταναλωτών.

Ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, αφού άκουσαν τις απόψεις και τις θέσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων, ζήτησαν όπως γίνει προσπάθεια εκ νέου διαβούλευσης, προκειμένου να υπάρξει σύγκλιση επί των επιμέρους διαφωνιών, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Οικονομικών.

Στη συνέχεια, στις 24 Μαρτίου 2016, η Έφορος Ασφαλίσεων απέστειλε υπόμνημα στο οποίο περιλαμβάνονται τα σχόλια της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών επί των θέσεων που εξέφρασε ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών αναφορικά με τα υπό εξέταση σχέδια νόμου στο υπόμνημά του ημερομηνίας 22 Μαρτίου 2016. Συγκεκριμένα, η Έφορος Ασφαλίσεων στο υπόμνημά της εκφράζει τη διαφωνία της με τις θέσεις του συνδέσμου, τοποθετούμενη επί της καθεμιάς θέσης ξεχωριστά. Στις 28 Μαρτίου 2016 το Υπουργείο Οικονομικών σε ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο απέστειλε προς την επιτροπή, ανέφερε ότι στηρίζει τις πιο πάνω θέσεις της Εφόρου Ασφαλίσεων επί των θέσεων του Παγκύπριου Συνδέσμου Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών.

Στη συνέχεια, στα πλαίσια της περαιτέρω εξέτασης των ως άνω σχεδίων νόμου, το Υπουργείο Οικονομικών διαβίβασε αναθεωρημένα κείμενα τόσο του νομοσχεδίου όσο και των κανονισμών, όπως αυτά διαμορφώθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Οικονομικών, της Εφόρου Ασφαλίσεων, του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών και του Συνδέσμου Αναλογιστών Κύπρου. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα που συνοδεύει τα πιο πάνω αναθεωρημένα κείμενα αναφέρεται ότι η μόνη διαφορά που παραμένει σχετικά με τις θέσεις του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών είναι η ρύθμιση της αναλογιστικής λειτουργίας, καθώς και η απόδειξη καταλληλότητας του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων και τα προσόντα ανεξάρτητου αναλογιστή για σκοπούς μεταβίβασης χαρτοφυλακίου. Στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα σημειώνεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών και η Έφορος Ασφαλίσεων συμφωνούν με τα αναθεωρημένα κείμενα που αποστέλλονται στη Βουλή, βάσει των οποίων τα πρότυπα (προσόντα) για την αναλογιστική λειτουργία θα καθορίζονται με οδηγίες του Εφόρου Ασφαλίσεων. Σε ό,τι αφορά τα προσόντα που θα πρέπει να κατέχει ο αναλογιστής ο οποίος θα πιστοποιεί το επίπεδο των τεχνικών προβλέψεων (αποθέματα) ετήσια, αυτά καθορίζονται με κανονισμούς, σύμφωνα με τους οποίους ο εν λόγω αναλογιστής πρέπει να είναι μέλος με καθεστώς εταίρου (Fellow) σε επαγγελματικό σώμα αναλογιστών και με τριετή πείρα.

Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Οικονομικών διαβίβασε στην επιτροπή, στις 4 Απριλίου 2016, υπόμνημα του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου προς το υπουργείο. Στο υπόμνημα αυτό γίνεται εισήγηση για αναδιατύπωση επιμέρους άρθρων του νομοσχεδίου και προνοιών των κανονισμών. Στο ίδιο υπόμνημα σημειώνεται ότι η εισήγηση του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου για αναδιατύπωση των εν λόγω προνοιών διασφαλίζει, σε ό,τι αφορά την αναλογιστική λειτουργία των επιχειρήσεων, ότι το άτομο που την εκτελεί κατέχει τουλάχιστον πανεπιστημιακό δίπλωμα αναλογιστή και οικονομικών μαθηματικών και διαθέτει επίσης πενταετή πείρα σε θέματα αναλογιστικής λειτουργίας, στην περίπτωση εργασιών ασφάλισης ζωής, και τριετή πείρα, στην περίπτωση εργασιών γενικής φύσης. Επιπρόσθετα, πρέπει να είναι άτομο ικανό και κατάλληλο για τους κινδύνους που αναλαμβάνει η επιχείρησή του και να τυγχάνει της έγκρισης του εφόρου. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι αυτό που πρέπει να επιδιωχθεί μέσα από τη ρύθμιση είναι ο υπεύθυνος της αναλογιστικής λειτουργίας να είναι άτομο ικανό και να διαθέτει τη γνώση και την πείρα για τη συγκεκριμένη εργασία που εκτελεί, τονίζοντας ότι η απαίτηση για συμμετοχή σε επαγγελματικό σύνδεσμο είναι υπερβολική. Στο ίδιο υπόμνημα επισυνάπτεται πίνακας με τις απαντήσεις που λήφθηκαν σχετικά με το θέμα από διευθυντές των αντίστοιχων είκοσι οκτώ ασφαλιστικών συνδέσμων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ό,τι αφορά την πιστοποίηση της καταλληλότητας των αποθεματικών, ο Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου αναφέρει στο ίδιο υπόμνημα ότι είναι έτοιμος να αποδεχθεί την πιστοποίησή τους ανά τριετία από εξωτερικό ανεξάρτητο αναλογιστή που είναι μέλος του Συνδέσμου Αναλογιστών με καθεστώς “Fellow” για εργασίες ασφάλισης ζωής και “Associate” για εργασίες ασφάλισης γενικής φύσεως, με πενταετή και τριετή ικανοποιητική, αντίστοιχα, πείρα. Στο ίδιο υπόμνημα αναφέρεται τέλος ότι πρέπει να δοθεί βαρύτητα στα θέματα εποπτείας και να ενισχυθεί κατάλληλα η εποπτική αρχή, παρά να δίνεται υπέρμετρη σημασία σε μία πιστοποίηση, έστω κι αν αυτή είναι υπογεγραμμένη από έμπειρο αναλογιστή, διότι τέτοια διαδικασία τείνει να μεταφέρει την ευθύνη του επόπτη στον αναλογιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα πιο πάνω, αποφάσισε την καταρχήν διαμόρφωση του κειμένου του νομοσχεδίου και των κανονισμών ως προς τα ακόλουθα σημεία:

1. Σε ό,τι αφορά τους αναλογιστές που θα εκτελούν τη γενική αναλογιστική λειτουργία, τα προσόντα τους θα ρυθμιστούν με κανονισμούς που θα κατατεθούν στη Βουλή.

2. Σε ό,τι αφορά τα προσόντα των αναλογιστών που θα πιστοποιούν τα τεχνικά αποθέματα του γενικού κλάδου ασφαλειών, αυτά θα είναι του επιπέδου του συνδεδεμένου μέλους σε επαγγελματικό σώμα αναλογιστών.

3. Σε ό,τι αφορά την καταβολή των ασφαλίστρων από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές στις ασφαλιστικές εταιρείες, θα ισχύει το υφιστάμενο καθεστώς.

4. Σε ό,τι αφορά τους κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, θα προστεθεί πρόνοια η οποία θα προβλέπει ότι αυτοί θα κατατίθενται και θα εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν τελικά επί των αναθεωρημένων με βάση τα πιο πάνω κειμένων του νομοσχεδίου και των κανονισμών κατά τη συζήτησή τους ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

5 Aπριλίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων