Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Τμήματος Φορολογίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016»

Παρόντες:

Νικόλας Παπαδόπουλος, πρόεδρος Γιάννος Λαμάρης
Πρόδρομος Προδρόμου Νίκος Νικολαΐδης
Μάριος Μαυρίδης Γιώργος Περδίκης
Μαρία Κυριακού Νίκος Κουτσού
Σταύρος Ευαγόρου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε αυθημερόν το πιο πάνω νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στη σημερινή συνεδρία της ολομέλειας του σώματος και κηρύχθηκε επείγον.

Σημειώνεται ότι για σκοπούς διευκόλυνσης των εργασιών της η επιτροπή εξέτασε την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση πριν από την επίσημη κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαρτίου 2016. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και ο Έφορος Φορολογίας.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται είναι η τροποποίηση του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου, ώστε να μην απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων πριν από το διορισμό Εφόρου Φορολογίας και Βοηθού Εφόρου Φορολογίας από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του και αφού προηγουμένως εξασφαλιστεί η γραπτή συγκατάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού, διορίζει Έφορο Φορολογίας και Βοηθό Έφορο Φορολογίας, αντίστοιχα, πρόσωπο το οποίο:

1. προτείνεται από τον Υπουργό Οικονομικών,

2. δεν υπερβαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε (65) ετών κατά την ημερομηνία διορισμού του και

3. είναι κρατικός υπάλληλος ή μη, υψηλού επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου και εγνωσμένης μόρφωσης και πείρας σε φορολογικά θέματα και στην περί φορολογίας νομοθεσία της Δημοκρατίας ή άλλων χωρών.

Σύμφωνα με σχετική επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς τον Υπουργό Οικονομικών, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2016, η οποία κατατέθηκε ενώπιον της επιτροπής, αλλά και σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε στην επιτροπή η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας κατά τη συζήτηση του θέματος, οι σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας θέτουν την άσκηση της εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου υπό την αίρεση της γραπτής συγκατάθεσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού και ως εκ τούτου κρίνονται αντισυνταγματικές, καθότι πρόδηλα συγκρούονται με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία απαγορεύει στη νομοθετική εξουσία να επεμβαίνει στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας.

Σύμφωνα με την πιο πάνω επιστολή, η νομολογία κηρύσσει αντισυνταγματικές διατάξεις που αφορούν διορισμούς που διενεργούνται από το Υπουργικό Συμβούλιο, όχι μόνο όταν αυτοί υποβάλλονται για έγκριση από τη Βουλή, αλλά και όταν υποχρεώνουν το Υπουργικό Συμβούλιο να διαβουλευτεί με την τελευταία πριν ασκήσει τη συναφή εξουσία του.

Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι το νομικό πρόβλημα έχει ήδη ανακύψει με την καταχώριση προσφυγών τόσο εναντίον του διορισμού Βοηθών Εφόρων Φορολογίας, όπου οι αιτητές προβάλλουν σχετικό ισχυρισμό περί της αντισυνταγματικότητας του διορισμού αυτών, όσο και εναντίον αποφάσεων του Εφόρου Φορολογίας.

Σημειώνεται ότι η επιστολή καταλήγει με εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς τον Υπουργό Οικονομικών όπως ανακληθούν οι διορισμοί τόσο του Εφόρου Φορολογίας όσο και των Βοηθών Εφόρων Φορολογίας.

Οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, υποστηρίζοντας τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, δήλωσαν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η εκδίκαση προσφυγών στο Ανώτατο Δικαστήριο μέσω των οποίων εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας αναφορικά με το διορισμό του Εφόρου Φορολογίας και των δύο Βοηθών Εφόρων Φορολογίας. Ειδικότερα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι διορισμοί αυτοί βασίστηκαν σε διατάξεις του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου οι οποίες παραβιάζουν τη συνταγματική υποχρέωση της διάκρισης των εξουσιών, για το λόγο ότι απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού πριν από το διορισμό των προσώπων αυτών από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Όπως οι ίδιοι εκπρόσωποι σημείωσαν, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος εκπροσωπεί τη Δημοκρατία στις προσφυγές αυτές, έχει ήδη γνωμοδοτήσει ως προς την αντισυνταγματικότητα της ισχύουσας νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο αναμένεται ότι θα κρίνει αντισυνταγματικές τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας ακυρώνοντας αναδρομικά από το 2014 τους διορισμούς του Εφόρου Φορολογίας και των Βοηθών Εφόρων Φορολογίας, γεγονός που θα έχει ως συνεπακόλουθο την ακύρωση όλων των πράξεων που έχουν εκδοθεί από τον Έφορο Φορολογίας για επιβολή φορολογίας και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο προσφυγών στο Ανώτατο Δικαστήριο που εκκρεμούν. Ως αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής θα δημιουργηθούν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος Φορολογίας σε σχέση με αποφάσεις που έχουν ληφθεί κατά την επίδικη περίοδο, με κίνδυνο απώλειας από το κράτος σημαντικών φορολογικών εσόδων.

Για τους πιο πάνω λόγους το αρμόδιο υπουργείο κρίνει αναγκαία την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας, ώστε οι διατάξεις της να μην αντιβαίνουν τις διατάξεις του συντάγματος.

Σημειώνεται ότι για το ίδιο θέμα κατατέθηκε από το αρμόδιο υπουργείο επιστολή, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 2016, στην οποία αναλύονται περαιτέρω οι θέσεις του, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται ως επείγουσας φύσεως η ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου σε νόμο.

Υπό το φως των πιο πάνω, το Υπουργείο Οικονομικών καταθέτοντας το υπό αναφορά νομοσχέδιο καλεί τη Βουλή όπως αυτό προωθηθεί άμεσα προς ψήφιση και εν πάση περιπτώσει πριν από τη διάλυση της Βουλής, καθότι χωρίς νόμιμο διορισμό Εφόρου Φορολογίας και Βοηθών Εφόρων Φορολογίας καθίσταται αδύνατη η εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος Φορολογίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

24 Μαρτίου 2016

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων