Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016»

Παρόντες:

 

Αδάμος Αδάμου, πρόεδρος Πρόδρομος Προδρόμου
Γιώργος Περδίκης Χριστάκης Τζιοβάνης
Ευγένιος Χαμπουλλάς  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαρτίου 2016, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 11 Φεβρουαρίου 2016 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή παρευρέθηκαν η γενική διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, συνοδευόμενη από εκπρόσωπο του Τμήματος Περιβάλλοντος του ίδιου υπουργείου, καθώς και εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο αναπεμφθείς νόμος κατατέθηκε στη Βουλή υπό τη μορφή πρότασης νόμου από το βουλευτή κ. Γιώργο Περδίκη εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, με σκοπό την τροποποίηση του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου, ώστε να ενισχυθεί το Ταμείο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας με έσοδα που προκύπτουν από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου.

Όπως είναι γνωστό με τον αναπεμφθέντα νόμο προνοείται όπως ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε ποσοστό ύψους 80% των συνολικών εσόδων που προκύπτουν από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου διατίθεται στο ταμείο και το υπόλοιπο ποσό των εν λόγω εσόδων συνεχίσει να διατίθεται, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για διάφορους περιβαλλοντικούς σκοπούς που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία.

Ειδικότερα, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, με την οποία μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο σχετικά με την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής, το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση της αρμόδιας αρχής, αποφασίζει για τη χρήση των εσόδων από τη δημοπράτηση των δικαιωμάτων εκπομπής, εκ των οποίων ποσοστό τουλάχιστον 50% διατίθεται για διάφορους περιβαλλοντικούς σκοπούς οι οποίοι προβλέπονται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 29 Φεβρουαρίου 2016, είναι οι εξής:

«1. Ασυμβατότητα του αναπεμπόμενου Νόμου με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ:

[...] Συνάγεται ότι, ο αναπεμπόμενος Νόμος -διά του νέου άρθρου 21(3)(α) του βασικού νόμου το οποίο παραθέτει- συνιστά λανθασμένη εναρμόνιση με το Άρθρο 10, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ, διότι τελεί σε αντίθεση και είναι ασύμφωνος με το εν λόγω Άρθρο 10, αφού, ενώ το εν λόγω Άρθρο απαιτεί αφιέρωση τουλάχιστον του 50% των εσόδων της δημοπρασίας σε οποιονδήποτε των σκοπών τους οποίους αναφέρει, ο αναπεμπόμενος Νόμος περιορίζει την επιδότηση αυτών των σκοπών μόνο με το 20% των εσόδων του πλειστηριασμού.

Επιπρόσθετα, το νέο άρθρο 21(3)(β) του βασικού νόμου -το οποίο ο αναπεμπόμενος Νόμος παραθέτει- επίσης τελεί σε αντίθεση και είναι ασύμφωνο με το Άρθρο 10, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2003/87/ΕΚ, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι υποπαράγραφοι (i), (ii), (iii), (iv) (vii) και (ix) του άνω άρθρου 21(3)(β) δε συνάδουν πλήρως με τη διατύπωση των αντίστοιχων στοιχείων α), β), γ) δ), ζ) και θ) του άνω Άρθρου 10, παράγραφος 3, όπερ σημαίνει ότι οι εν λόγω υποπαράγραφοι συνιστούν λανθασμένη εναρμόνιση με τα εν λόγω στοιχεία.[...]

[...] Το γεγονός ότι το νέο άρθρο 21(3)(β)(i), (ii) (iii), (iv), (vii) και (ix) του βασικού νόμου αντιγράφει αυτολεξεί τη διατύπωση των σκοπών στο υφιστάμενο άρθρο 21(3)(α), (β), (γ), (δ), (ζ) και (θ) του βασικού νόμου (που σημαίνει ότι και ο βασικός νόμος μπορεί να είναι ασύμβατος με την Οδηγία 2003/87/ΕΚ) δε δικαιολογεί βέβαια την επανάληψη της λανθασμένης εναρμόνισης από τον αναπεμπόμενο Νόμο, καθότι ο τελευταίος κρίνεται αυτοτελώς ως προς τη συμβατότητά του με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασχέτως αν στο παρελθόν το Κοινοβούλιο ψήφισε ανάλογες ή αντίστοιχες διατάξεις.

2. Ασυμβατότητα του αναπεμπόμενου Νόμου με το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος της Δημοκρατίας:

[...] Ο αναπεμπόμενος Νόμος ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο στη βάση πρότασης νόμου βουλευτού, όπως καταδεικνύει η σχετική έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος ημερ. 2.2.2016. Όπως δε έχει προαναφερθεί, το νέο άρθρο 21(3)(α) του βασικού νόμου, που παρατίθεται στον αναπεμπόμενο Νόμο, υποχρεώνει την εκτελεστική εξουσία να διαθέτει σε ποσοστό ύψους τουλάχιστον 80% των συνολικών εισπράξεων από πλειστηριασμούς, οι οποίοι διενεργούνται δυνάμει των προηγηθεισών διατάξεων του ιδίου άρθρου, στο Ταμείο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Εξοικονόμησης Ενέργειας (εφεξής «το Ταμείο») που ορίζεται στους περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας Νόμους του 2013 μέχρι (Αρ. 2) του 2015 (εφεξής «ο Νόμος 112(Ι) του 2013»).

Κατά το άρθρο 9(1) του Νόμου 112(Ι) του 2013, το Ταμείο λειτουργεί σχέδια χορηγιών για την επιχορήγηση ή επιδότηση διαφόρων επενδύσεων ή δραστηριοτήτων προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το δε άρθρο 10(1) του Νόμου 112(Ι) του 2013 προβλέπει ότι το Ταμείο αποτελεί χωριστή οντότητα με δικούς του πόρους και δικό του προϋπολογισμό, οι δε πόροι του Ταμείου για τη χρηματοδότηση των σχεδίων χορηγιών και κάλυψη των λειτουργικών εξόδων του Ταμείου προέρχονται μεταξύ άλλων από τις εκάστοτε εγκρινόμενες κυβερνητικές χορηγίες ή εισφορές προς το Ταμείο.

Ενώ, δηλαδή, ο Νόμος 112(Ι) του 2013 δεν υποχρεώνει την Κυβέρνηση να χορηγεί στο Ταμείο χορηγίες ή εισφορές συγκεκριμένου ύψους, αφήνοντας ανεμπόδιστη την προς τούτο ευχέρειά της, ο αναπεμπόμενος Νόμος -διά του νέου άρθρου 21(3)(α) του βασικού νόμου το οποίο παραθέτει- υποχρεώνει την εκτελεστική εξουσία να επιδοτεί το Ταμείο με το 80% τουλάχιστον των εσόδων από πλειστηριασμούς δικαιωμάτων.

Συνάγεται ότι ο αναπεμπόμενος Νόμος αυξάνει τις δαπάνες του προϋπολογισμού κατά τρόπο ασύμβατο με το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, διότι αφενός προέκυψε από πρόταση νόμου και χωρίς κυβερνητική συναίνεση και αφετέρου υποχρεώνει την Κυβέρνηση να διοχετεύει μέρος των κυβερνητικών εσόδων στην επιδότηση του Ταμείου και κατά προέκταση και στη χρηματοδότηση των σχεδίων χορηγιών τις οποίες το Ταμείο παρέχει, αυξάνοντας έτσι τις κυβερνητικές δαπάνες.

Ενδεικτική της απουσίας κυβερνητικής συναίνεσης είναι και η διατύπωση επιφυλάξεων ως προς τη συνταγματικότητα της πρότασης νόμου (εκ της οποίας προέκυψε ο αναπεμπόμενος Νόμος) από τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, όπως καταδεικνύει η σελ. 6 της σχετικής έκθεσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος.».

Στα πλαίσια της επανεξέτασης του θέματος από την επιτροπή ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας δήλωσε ότι οι λόγοι της αναπομπής είναι καθαρά νομικής φύσεως και, όπως διαφαίνεται από την επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο αναπεμφθείς νόμος είναι αντίθετος τόσο με το ευρωπαϊκό κεκτημένο όσο και με το σύνταγμα.

Προσθέτοντας στα πιο πάνω, ο ίδιος εκπρόσωπος δήλωσε ότι ο εν λόγω νόμος προβλέπει αύξηση των κρατικών δαπανών χωρίς τη συναίνεση της κυβέρνησης και ως εκ τούτου πρόκειται για αντισυνταγματική ρύθμιση. Όπως ο ίδιος περαιτέρω επισήμανε, σε περίπτωση που η Βουλή εμμείνει στην απόφασή της, η διοίκηση θα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τα προβλεπόμενα στην ευρωπαϊκή Οδηγία, δηλαδή το αρμόδιο υπουργείο θα μεριμνά, ώστε τουλάχιστον 50% των εισπράξεων από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων εκπομπής να διατίθεται για τους περιβαλλοντικούς σκοπούς που προβλέπει η Οδηγία και όχι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον αναπεμφθέντα νόμο.

Η γενική διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος δήλωσε σε σχέση με τον αναπεμφθέντα νόμο τα ακόλουθα:

1. Το σύστημα εμπορίας αερίων του θερμοκηπίου δημιουργήθηκε με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο, με σκοπό τη δημιουργία οικονομικών πόρων προς όφελος των κρατών μελών για σκοπούς επένδυσής τους σε μέτρα και έργα περιορισμού της εκπομπής διοξιδίου του άνθρακα. Ειδικότερα, τουλάχιστον το 50% των εσόδων αυτών πρέπει να διατίθεται σε μέτρα και έργα που βοηθούν στη μείωση των εκπομπών διοξιδίου του άνθρακα και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.

2. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει την ανάγκη αύξησης του εν λόγω ποσοστού, καθώς και την ανάγκη ενίσχυσης του ταμείου, ωστόσο είναι αναγκαίο όπως παρέχεται η ευελιξία στο κράτος να καθορίζει από μόνο του τη διαχείριση των εσόδων αυτών. Το ζήτημα πρέπει να τύχει ρύθμισης από την εκτελεστική εξουσία, η οποία στο παρόν στάδιο μελετά σχετική πρόταση του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, η οποία ακολούθως θα προωθηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο για τη λήψη τελικής απόφασης.

3. Η εισήγηση για ρύθμιση του ζητήματος από την κυβέρνηση αντί μέσω νομοθετικής πρότασης της Βουλής έγκειται στην ανάγκη προώθησης και άλλων επενδύσεων σε τομείς που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που απαιτεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο πέραν των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Προς το σκοπό αυτό το Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος έχει καταρτίσει σχετικό μακροπρόθεσμο πρόγραμμα το οποίο βασίζεται σε προτάσεις που έχουν υποβάλει υπουργεία και αρχές τοπικής διοίκησης. Η επιλογή των έργων στα οποία θα διατεθούν έσοδα από τον πλειστηριασμό των δικαιωμάτων εκπομπής βασίζεται στο κριτήριο της μέγιστης απόδοσης των έργων αυτών, με στόχο τη μείωση των εκπομπών διοξιδίου του άνθρακα.

4. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει ήδη αποφασίσει τη διάθεση μέρους των εσόδων από τον πλειστηριασμό δικαιωμάτων εκπομπής για την κάλυψη του ελλείμματος του ταμείου, το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες λόγω των μεγάλων οφειλών έναντι παλαιότερων συμβολαίων για επενδύσεις σε ΑΠΕ. Σε περίπτωση εφαρμογής των ρυθμίσεων του αναπεμφθέντος νόμου, τα ποσά που θα διατεθούν προς το ταμείο δεν προβλέπεται να αξιοποιηθούν για νέα έργα αλλά για την κάλυψη παλαιότερων υποχρεώσεων του ταμείου και ως εκ τούτου δεν αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου για αύξηση των επενδύσεων στον τομέα αυτό.

Στα πλαίσια της εξέτασης των λόγων της αναπομπής από την επιτροπή βουλευτές μέλη της, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο ο αναπεμφθείς νόμος να είναι αντίθετος με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ζήτησαν την άποψη των παρευρισκομένων, σε περίπτωση που η Βουλή αποφασίσει την τροποποίηση του αναπεμφθέντος νόμου, ώστε όλο το ποσό από τις εισπράξεις του πλειστηριασμού δικαιωμάτων εκπομπής να διατίθεται για τους σκοπούς που καθορίζει η ισχύουσα νομοθεσία και επιπρόσθετα να περιληφθεί στους σκοπούς αυτούς ειδικότερη πρόνοια, ώστε το Υπουργικό Συμβούλιο να δύναται να διαθέτει μεταξύ άλλων ποσά και στο ταμείο.

Τοποθετούμενος σε σχέση με τα πιο πάνω, ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας δήλωσε ότι, παρ’ όλο που η εισήγηση αυτή δεν αντίκειται στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, τέτοια ρύθμιση προϋποθέτει τη συναίνεση της εκτελεστικής εξουσίας, ώστε αυτή να μην αντιβαίνει στις διατάξεις του συντάγματος.

Προσθέτοντας στα πιο πάνω, η γενική διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος εξέφρασε τις επιφυλάξεις της κατά πόσο η εισήγηση αυτή θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και επισήμανε εκ νέου την ανάγκη διατήρησης της ευελιξίας του κράτους να αποφασίζει κατά περίπτωση, αναλόγως και των επικρατουσών συνθηκών, τον τρόπο αξιοποίησης των εσόδων αυτών.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Περιβάλλοντος καταθέτει την παρούσα έκθεσή της ενώπιον της ολομέλειας του σώματος για τη λήψη τελικής απόφασης αναφορικά με την αναπομπή.

Αρ. Φακ: 23.02.052.064-2011

8 Μαρτίου 2016

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων