Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015»

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Σοφοκλής Φυττής, εκπροσωπώντας τον κ.
Ρίκκος Μαππουρίδης Αντώνη Αντωνίου
Γεώργιος Γεωργίου Ρούλα Μαυρονικόλα, εκπροσωπώντας τον
Άριστος Δαμιανού κ. Φειδία Σαρίκα
Γιώργος Λουκαΐδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών σε συνεδρία της, που πραγματοποιήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2015, επανεξέτασε τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 26 Νοεμβρίου 2015 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμου [Ν. 92(Ι)/1996] με την εισαγωγή σε αυτόν διατάξεων που αφορούν την πρόσβαση, την επιθεώρηση και τη λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Αρχηγού της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή. Συνοπτικά, υπενθυμίζεται ότι με τον αναπεμφθέντα νόμο προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να καταχωρίσει στο επαρχιακό δικαστήριο μονομερή αίτηση με την οποία να ζητείται η έκδοση δικαστικού εντάλματος με το οποίο εξουσιοδοτείται ή εγκρίνεται η πρόσβαση, η επιθεώρηση και η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ή εκ μέρους του ιδίου ή του Αρχηγού Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή και το δικαστήριο δύναται να εκδώσει σχετικό διάταγμα ως η αίτηση ή υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα θεωρήσει αναγκαίο ο δικαστής να επιβάλει.

2. Η αίτηση και το διάταγμα που εκδίδεται με βάση αυτή δυνατόν να αφορούν το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που βρίσκεται καταγεγραμμένη σε έγγραφα, συσκευές ή αντικείμενα που έχουν περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή με νόμιμο τρόπο.

3. Τέτοια αίτηση μπορεί να καταχωριστεί και τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί μόνο σε περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή για την αποτροπή, τη διερεύνηση ή τη δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή του φόνου εκ προμελέτης ή της ανθρωποκτονίας, της εμπορίας ενήλικων ή ανήλικων προσώπων και των αδικημάτων που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, της εμπορίας, προμήθειας, καλλιέργειας ή παραγωγής ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, των αδικημάτων που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και των αδικημάτων διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω.

4. Περαιτέρω, στον αναπεμφθέντα νόμο περιλήφθηκε πρόνοια σύμφωνα με την οποία εντός τριάντα (30) ημερών από την εκτέλεση δικαστικού εντάλματος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κοινοποιεί προς το θιγέν πρόσωπο, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο συμμετείχε σε ιδιωτική επικοινωνία στο περιεχόμενο της οποίας αποκτήθηκε πρόσβαση ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου κατευθυνόταν τέτοια απόκτηση πρόσβασης, έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α. Το γεγονός της έκδοσης του δικαστικού εντάλματος.

β. Tην ημερομηνία έκδοσης του δικαστικού εντάλματος και την καθοριζόμενη στο ένταλμα χρονική περίοδο εντός της οποίας δόθηκε εξουσιοδότηση ή έγκριση πρόσβασης στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

γ. Tο γεγονός ότι κατά την ανωτέρω περίοδο έλαβε χώρα ή όχι παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

Υπενθυμίζεται ότι η πιο πάνω πρόνοια περιλήφθηκε στον αναπεμφθέντα νόμο στο στάδιο της συζήτησής του ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής κατόπιν έγκρισης σχετικής τροπολογίας. Συναφώς, σημειώνεται ότι με την εν λόγω τροπολογία ενσωματώθηκε επίσης στον αναπεμφθέντα νόμο πρόνοια η οποία διευρύνει τον ορισμό του όρου θιγέν πρόσωποˮ, που προβλέπεται στο βασικό νόμο, ώστε ο ίδιος ορισμός, που σύμφωνα με το βασικό νόμο αφορά την περίπτωση παρακολούθησης ιδιωτικής επικοινωνίας, να αφορά και την περίπτωση της απόκτησης πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

Οι λόγοι αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2015, είναι οι ακόλουθοι:

«Η Βουλή, εγκρίνοντας σχετική τροπολογία που προτάθηκε κατά τη συζήτηση του Νομοσχεδίου ενώπιον της Ολομέλειας, με το άρθρο 6 του αναπεμπόμενου Νόμου τροποποίησε το άρθρο 17 του βασικού Νόμου και με το άρθρο 3 (γ) του αναπεμπόμενου Νόμου αντικατέστησε τον όρο «θιγέν πρόσωπο» που αναφέρεται στο άρθρο 3 του βασικού Νόμου.

Με αυτές τις διατάξεις αναλαμβάνεται η υποχρέωση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να κοινοποιεί προς το “θιγέν πρόσωποˮ, μέσα σε χρονικό διάστημα 30 ημερών μετά την εκτέλεση του εντάλματος πρόσβασης σε ιδιωτική επικοινωνία, έκθεση, η οποία να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α. Το γεγονός της έκδοσης του δικαστικού εντάλματος.

β. Την ημερομηνία έκδοσης του δικαστικού εντάλματος και την καθοριζόμενη στο ένταλμα χρονική περίοδο εντός της οποίας δόθηκε εξουσιοδότηση ή έγκριση παρακολούθησης ή πρόσβασης στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

γ. Το γεγονός ότι κατά την ανωτέρω περίοδο έλαβε χώρα ή όχι παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

Περαιτέρω, προβλέπεται ότι το δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως του θιγέντος προσώπου μπορεί κατά την κρίση του να διατάξει να προσκομιστούν στο θιγέν πρόσωπο ή στο δικηγόρο του για έρευνα τέτοια αποσπάσματα περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, η οποία λήφθηκε έπειτα από παρακολούθηση ή πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, τα οποία κρίνει ότι πρέπει να γνωστοποιηθούν στο θιγέν πρόσωπο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, εκτός αν αυτά καταστράφηκαν ήδη σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου.

Οι πιο πάνω διατάξεις δεν περιλαμβάνονταν στο κυβερνητικό νομοσχέδιο και θεωρώ ότι πρέπει να αφαιρεθούν από τον αναπεμπόμενο Νόμο. Είναι η θέση μου ότι το πρόσωπο για το οποίο εκδίδεται το ένταλμα πρόσβασης σε περιεχόμενο καταγεγραμμένης ιδιωτικής επικοινωνίας ενημερώνεται είτε με την ίδια την εκτέλεση του εντάλματος είτε αργότερα στο δικαστήριο με την καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον του, όπου θα του παραδοθούν όλα τα στοιχεία τα οποία αποκομίστηκαν από την εκτέλεση του εντάλματος πρόσβασης σε περιεχόμενο καταγεγραμμένης ιδιωτικής επικοινωνίας. Η περίπτωση αυτή διακρίνεται από την περίπτωση των παρακολουθήσεων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, όπου υπάρχει στο βασικό Νόμο η υποχρέωση ενημέρωσης του θιγέντος προσώπου σε διάστημα 90 ημερών από την έκδοση του δικαστικού εντάλματος, αφού πέρα από το γεγονός ότι η παρέμβαση στο δικαίωμα επικοινωνίας σε εκείνη την περίπτωση είναι σαφώς δραστικότερη, επιπλέον αυτός του οποίου παρακολουθείται η τηλεφωνική επικοινωνία δεν το γνωρίζει, όταν εκτελείται το ένταλμα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και η νομολογία του ΕΔΑΔ, και αναφέρεται ενδεικτικά η απόφαση Klass and others v. Germany, Apl. No. 5029/71, ημερομηνίας 6/9/1978, θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο πάντα να γνωστοποιείται στο επηρεαζόμενο πρόσωπο η επέμβαση στο δικαίωμα επικοινωνίας του, εφόσον αυτό δικαιολογείται, π.χ. από την ανάγκη προστασίας του διερευνητικού έργου της Αστυνομίας. Αυτό μάλιστα κρίθηκε ότι δεν παραβιάζει ούτε την αρχή της αναγκαιότητας/αναλογικότητας και μάλιστα ακόμα και στις περιπτώσεις της παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Περαιτέρω, η δυνατότητα μη γνωστοποίησης στο θιγέν πρόσωπο της επέμβασης στο δικαίωμά του μπορεί υπό τις προϋποθέσεις σύμφωνα με το ΕΔΑΔ να δικαιολογηθεί και μετά το πέρας της επέμβασης αυτής. Στην παράγραφο 58 της απόφασης Klass αναφέρεται χαρακτηριστικά:

“In the Court’s view, in so far as the “interference” resulting from the contested legislation is in principle justified under Article 8 para. 2 (art. 8-2) (see paragraph 48 above), the fact of not informing the individual once surveillance has ceased cannot itself be incompatible with this provision since it is this very fact which ensures the efficacy of the “interference”.(έμφαση δική μας)

Σε άλλο σημείο της ίδιας παραγράφου αναφέρεται:

In the opinion of the Court, it has to be ascertained whether it is even feasible in practice to require subsequent notification in all cases. The activity or danger against which a particular series of surveillance measures is directed may continue for years, even decades, after the suspension of those measures. Subsequent notification to each individual affected by a suspended measure may well jeopardise the long-term purpose that originally prompted the surveillance.

Η πιο πάνω απόφαση του ΕΔΑΔ και τα ευρήματα αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα επικροτήθηκαν και σε απόφαση του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Νεοφύτας Αρσιώτου για έκδοση εντάλματος της φύσεως Certiorari (Πολιτική Αίτηση Αρ. 38/2013) ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου 2014, όπου στην τελευταία σελίδα αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεν είναι απαραίτητο να γνωστοποιείται στο επηρεαζόμενο πρόσωπο η επέμβαση στο δικαίωμα επικοινωνίας του, εφόσον αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας του διερευνητικού έργου και μπορεί κάτι τέτοιο να δικαιολογείται και μετά το πέρας της επέμβασης αυτής. (Klass and others v. Germany, Apl. No. 5029/71, ημερομηνίας 6/9/1978).ˮ

Πέραν των πιο πάνω, ο ίδιος ο ορισμός του θιγέντος προσώπου όπως τροποποιήθηκε μπορεί να οδηγήσει σε παρανόηση ή ασάφεια ως προς το ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως θιγέν πρόσωπο και άρα ποιος πρέπει να τυγχάνει ενημέρωσης σύμφωνα με το άρθρο 17 του Νόμου ή σε αδικαιολόγητη και παράλογη διεύρυνση του όρου, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε είτε σε καταστρεπτικά για την πορεία διερεύνησης των υποθέσεων αποτελέσματα είτε σε παντελή αδυναμία πρακτικής εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου.

Με βάση τα προαναφερόμενα, εισηγούμαι όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μην εμμείνει στην απόφασή της, αποδεχόμενη την Αναπομπή.»

Κατά την επανεξέταση του αναπεμφθέντος νόμου ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως επανέλαβε τους λόγους αναπομπής και αναφέρθηκε στις πρακτικές δυσκολίες εφαρμογής του, σε περίπτωση που δεν απαλειφθούν από το κείμενό του οι πρόνοιες στις οποίες αναφέρονται οι λόγοι της αναπομπής.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέλυσε εκτενώς τα προβλήματα που θα προκύψουν από την εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών και ειδικότερα αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας του ανακριτικού έργου από τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που θα προκύψουν, τις οποίες επεξήγησε στην επιτροπή. Παράλληλα, ο ίδιος αξιωματούχος, κατανοώντας τις ανησυχίες που εκφράστηκαν από μέλη της επιτροπής, σε περίπτωση απάλειψης των εν λόγω προνοιών εισηγήθηκε τη διαμόρφωση του αναπεμφθέντος νόμου, ώστε στον ορισμό του όρου θιγέν πρόσωπο να προβλεφθεί ότι για σκοπούς έκδοσης και εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας ο όρος “θιγέν πρόσωπο θα σημαίνει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που εύλογα πιστεύεται ότι διέπραξε/αν ή διαπράττει/ουν ή αναμένεται να διαπράξει/ουν το αδίκημα.

Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε την τροποποίηση του άρθρου 6 του αναπεμφθέντος νόμου, με το οποίο αντικαθίσταται το άρθρο 17 του βασικού νόμου, που αφορά την υποχρέωση κοινοποίησης προς το θιγέν πρόσωπο, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στο δικαστήριο να αναβάλει την ημερομηνία ενημέρωσης του θιγέντος προσώπου, αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από την ανάγκη προστασίας του ανακριτικού έργου, πέραν των άλλων λόγων που αναφέρονται στις σχετικές διατάξεις.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι συμφωνεί με τις πιο πάνω εισηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω, διαμόρφωσε το κείμενο του αναπεμφθέντος νόμου σύμφωνα με την πιο πάνω εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί του διαμορφωμένου κειμένου του αναπεμφθέντος νόμου κατά τη συζήτηση των λόγων της αναπομπής ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

 

 

 

16 Δεκεμβρίου 2015

 

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων