Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την πρόταση νόμου «Ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015»

Παρόντες:

Αντρέας Φακοντής, πρόεδρος Αθηνά Κυριακίδου
Σκεύη Κούτρα Κουκουμά Ρούλα Μαυρονικόλα
Πανίκκος Σταυριανός Μη μέλη της επιτροπής:
Νίκος Νουρής Eιρήνη Χαραλαμπίδου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μελέτησε την πιο πάνω πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε στη Βουλή στις 15 Οκτωβρίου 2015 από τους βουλευτές κ. Ειρήνη Χαραλαμπίδου και Σκεύη Κούτρα Κουκουμά εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, σε δύο συνεδρίες της, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 16 Νοεμβρίου 2015. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, εκπρόσωποι των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, της Noμικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της αστυνομίας, του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ) και της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας στην Οικογένεια. Ο Κυπριακός Σύνδεσμος Οικογενειακού Προγραμματισμού, ο Παγκύπριος Σύλλογος Ψυχολόγων (ΠΑΣΥΨΥ), ο Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου και το Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδριάσεις της επιτροπής. Ωστόσο, ο ΠΑΣΥΨΥ απέστειλε γραπτώς τις θέσεις του στην επιτροπή.

Σκοπός της πρότασης νόμου, όπως αυτή κατατέθηκε αρχικά, είναι η τροποποίηση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, ώστε να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες του οικογενειακού συμβούλου, με την παροχή της δυνατότητας παραπομπής σε ψυχολόγο ή παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο κάθε ανήλικου προσώπου το οποίο είναι μέλος οικογένειας για την οποία υπάρχει εύλογη υπόνοια για κακοποίηση.

Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στην κάλυψη των περιπτώσεων άσκησης βίας στην οικογένεια κατά τις οποίες, ενώ το ανήλικο παιδί υφίσταται ψυχολογικά τραύματα εξαιτίας της βίας, τα πρόσωπα ή ένα εκ των προσώπων που έχουν τη γονική μέριμνα δε συναινούν στην ανάγκη ψυχολογικής στήριξης του ανήλικου παιδιού, στήριξη που είναι απόλυτα αναγκαία στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Ειδικότερα, σημειώνεται ότι πριν από την κατάθεση της εν λόγω πρότασης νόμου είχε προηγηθεί η εγγραφή συναφούς αυτεπάγγελτου θέματος από τη βουλευτή κ. Ειρήνη Χαραλαμπίδου με τίτλο Παρακολούθηση παιδιών από παιδοψυχολόγο/παιδοψυχίατρο χωρίς τη συγκατάθεση και των δύο γονέων σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Στην περίπτωση όπου μητέρα φιλοξενείται με τα παιδιά της στο καταφύγιο του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια, να μπορεί παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος να παρακολουθεί τα παιδιά χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του θύτη, ο οποίος είναι το άτομο που ασκεί βία.”.

Οι εισηγήτριες της πρότασης νόμου, προτού αναλύσουν τις πρόνοιές της, επισήμαναν αρχικά τη σημαντικότητα της ψήφισης του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου [Ν. 91(Ι) του 2014], ο οποίος κάλυψε ένα μεγάλο κενό που υπήρχε στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά κυρίως τη λήψη μέτρων για την πρόληψη, καταστολή και καταπολέμηση των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, την προστασία και στήριξη των θυμάτων των εν λόγω αδικημάτων και στη δημιουργία μηχανισμών ελέγχου και εποπτείας θυμάτων και θυτών. Ειδικότερα, όπως τόνισαν οι ίδιες, η υπό συζήτηση πρόταση νόμου έρχεται να καλύψει ακόμη ένα κενό που υπάρχει στην εσωτερική έννομη τάξη και συνίσταται στην ανάγκη παρακολούθησης των παιδιών αυτών από ψυχολόγο ή/και ψυχίατρο χωρίς να είναι απαραίτητη η συγκατάθεση και των δύο γονέων σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Περαιτέρω, οι εισηγήτριες της πρότασης νόμου, αναλύοντας τις πρόνοιές της, αναφέρθηκαν σε περιπτώσεις ανήλικων προσώπων τα οποία, ενώ φιλοξενούνται σε καταφύγιο του ΣΠΑΒΟ ή σε κατοικία άλλη από την οικογενειακή τους κατοικία, επειδή είναι θύματα βίας στην οικογένεια ή επειδή υπήρξαν μάρτυρες σε υπόθεση βίας στην οικογένεια, όταν χρειάστηκε η συγκατάθεση και των δύο γονέων, για να τύχουν παρακολούθησης από παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο, αυτό δεν κατέστη εφικτό λόγω της άρνησης του ενός εκ των γονέων που ήταν το άτομο που ασκούσε τη βία.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής επί των προνοιών της εν λόγω πρότασης νόμου, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, αφού εξέφρασε την ικανοποίησή της για την κατάθεση της πρότασης νόμου, αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί για το όλο θέμα. Ειδικότερα, όπως δήλωσε η ίδια, έκρινε σκόπιμο, έπειτα από διερεύνηση αριθμού παραπόνων που δέχτηκε από κυβερνητικούς και ιδιωτικούς φορείς, αλλά και από πολίτες για περιπτώσεις παιδιών κατά τις οποίες, λόγω της άρνησης του ενός ή και των δύο γονέων, στερούνταν του δικαιώματός τους για παροχή ψυχολογικής στήριξης, να υποβάλει συγκεκριμένες εισηγήσεις προς τους αρμόδιους Υπουργούς Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Παιδείας και Πολιτισμού και Υγείας. Σε εκτενές υπόμνημά της το οποίο κατέθεσε στην επιτροπή αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εθνική νομοθεσία δεν κατοχυρώνει πλήρως τα δικαιώματα των παιδιών θυμάτων βίας σε θέματα που αφορούν την παροχή ψυχολογικής στήριξης και θεραπείας. Σύμφωνα με πληροφόρηση που είχε η ίδια από λειτουργούς των καταφυγίων, πολλές φορές τα παιδιά που καταφεύγουν σε καταφύγιο μαζί με τον έναν εκ των γονέων τους χρήζουν αξιολόγησης και θεραπείας από εξειδικευμένους επαγγελματίες. Γι’ αυτό η παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας κρίνεται αναγκαία, διότι προσφέρει τη δυνατότητα αποκατάστασης από τις συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας. Τέλος, η ίδια εισηγήθηκε την τροποποίηση και άλλων επιμέρους νομοθεσιών, με στόχο την πιο ολοκληρωμένη και πλήρως παιδοκεντρική αντιμετώπιση του όλου θέματος.

Η εκπρόσωπος των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δήλωσε στην επιτροπή ότι συμφωνεί με τις πρόνοιες της πρότασης νόμου, η οποία αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυση και προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.

Οι εκπρόσωποι των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας δήλωσαν ότι συμφωνούν με την πρόταση νόμου, παρ’ όλο που με αυτήν επιλύεται ένα μέρος του όλου θέματος, το οποίο είναι πολύπλοκο, αφού, όπως δήλωσαν, αν οι ενήλικοι της οικογένειας δεν αποδεχθούν οποιαδήποτε βοήθεια, τότε το παιδί από μόνο του δε θα μπορέσει να θεραπευτεί.

Ο εκπρόσωπος της αστυνομίας δήλωσε ότι συμφωνεί με την πρόταση νόμου, οι πρόνοιες της οποίας θα διευκολύνουν την πορεία των ερευνών που διεξάγει η αστυνομία, σύμφωνα με την οποία πρώτιστο μέλημα είναι η στήριξη και η ευημερία των παιδιών.

Ο εκπρόσωπος του ΣΠΑΒΟ ενημέρωσε συναφώς την επιτροπή ότι από το 2009 ο σύνδεσμος υποβάλλει σχετικά αιτήματα και δεν υπήρξε μέχρι στιγμής οποιαδήποτε ανταπόκριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ο ίδιος επίσης ενημέρωσε την επιτροπή ότι στην Κύπρο λειτουργούν ήδη δύο καταφύγια και υπέβαλε τη θερμή του παράκληση όπως υιοθετηθεί και ψηφιστεί σε νόμο η υπό συζήτηση πρόταση νόμου, με απώτερο στόχο την καλύτερη προστασία των παιδιών.

Ο ΠΑΣΥΨΥ απέστειλε γραπτώς στην επιτροπή τις θέσεις του, ο οποίες συνίστανται στα ακόλουθα:

1. Στην προτεινόμενη τροποποίηση περιέχεται ο όρος “παιδοψυχολόγος”, που δεν αφορά ειδικότητα η οποία ρυθμίζεται στον περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμο. Συνεπώς, η χρήση του όρου θα προκαλέσει σοβαρά επαγγελματικά και δεοντολογικά ζητήματα και δυνατό να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα των παρεχόμενων προς τα παιδιά ψυχολογικών υπηρεσιών.

2. Τα αιτήματα που υπάρχουν μέχρι στιγμής για ρύθμιση νέων επαγγελματικών ειδικοτήτων ψυχολογίας, με βάση τη σχετική πληροφόρηση από το Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων, δεν αφορούν τον τομέα της παιδοψυχολογίας αλλά την ειδικότητα της ψυχοθεραπείας, της ψυχολογίας υγείας και της νευροψυχολογίας.

H εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας υπέδειξε κάποιες νομοτεχνικές βελτιώσεις, καθώς και ορισμένες ουσιαστικές τροποποιήσεις, οι οποίες κρίθηκε σκόπιμο να επέλθουν στο κείμενο της πρότασης νόμου, ώστε αυτή αφενός να ανταποκρίνεται επακριβώς στις προθέσεις του νομοθέτη και αφετέρου να μη συνιστά διάκριση μεταξύ των παιδιών που φιλοξενούνται σε στέγες και των παιδιών που διαμένουν στην οικογενειακή τους κατοικία, για τα οποία, προκειμένου να υποβληθούν σε ιατρική εξέταση, χρειάζεται η συγκατάθεση του γονέα που δεν είναι ο θύτης.

Οι εισηγήτριες της υπό συζήτηση πρότασης νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι για το θύμα ενδοοικογενειακής βίας, όταν προσφεύγει σε καταφύγιο ή προβαίνει σε καταγγελία στην αστυνομία και ζητεί άσυλο, δεν υπάρχει η δυνατότητα ψυχολογικής ή ψυχιατρικής στήριξής του, αφού απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση και από το θύτη κηδεμόνα του, και επίσης τις θέσεις του ΠΑΣΥΨΥ, αλλά και τις υποδείξεις της εκπροσώπου της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, διαμόρφωσαν ανάλογα το κείμενο της πρότασης νόμου, ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

1. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανήλικο πρόσωπο φιλοξενείται σε στέγη προστασίας, είτε επειδή είναι το ίδιο θύμα βίας είτε επειδή είναι μάρτυρας σε υπόθεση βίας στην οικογένεια, ή στην περίπτωση κατά την οποία ανήλικο πρόσωπο έπειτα από καταγγελία του γονέα του διαμένει σε κατοικία άλλη από την οικογενειακή του κατοικία, ο οικογενειακός σύμβουλος προβαίνει άμεσα σε όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις, ώστε όλα τα ανήλικα μέλη της οικογένειας για την οποία έχει υποβληθεί καταγγελία στην αστυνομία για διάπραξη αδικήματος βίας με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη ή για την οποία υπάρχει εύλογη υπόνοια για τη διάπραξη αδικήματος βίας με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη να τυγχάνουν εξέτασης από ψυχολόγο ή από ψυχίατρο.

2. Ο οικογενειακός σύμβουλος προβαίνει στις πιο πάνω διευθετήσεις, καθώς και στις απαραίτητες διευθετήσεις για ιατρική ή άλλη εξέταση παιδιού αναφορικά με το οποίο υπάρχει εύλογη υπόνοια κακοποίησής του από μέλος της οικογένειάς του χωρίς να είναι αναγκαία η συγκατάθεση του προσώπου ή των προσώπων που έχουν τη γονική μέριμνα για το ανήλικο πρόσωπο και αναφέρει ακολούθως την περίπτωση στην αστυνομία, νοουμένου ότι πληροφορείται αμέσως και γραπτώς για το γεγονός αυτό ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. O πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ τάσσονται υπέρ της ψήφισης της πρότασης νόμου σε νόμο όπως αυτή έχει τελικά διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

2. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

17 Νοεμβρίου 2015

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων