Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τον αναπεμφθέντα νόμο «Ο περί Νομικής Αρωγής (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2015»

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Γιώργος Λουκαΐδης
Ρίκκος Μαππουρίδης Φειδίας Σαρίκας
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών επανεξέτασε σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 11 και 18 Νοεμβρίου 2015, τον πιο πάνω νόμο, τον οποίο ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 15 Οκτωβρίου 2015 και ο οποίος αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην πρώτη συνεδρίαση κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, με τον αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση του περί Νομικής Αρωγής Νόμου ως ακολούθως:

1. Προβλέπεται η παροχή δικαιώματος δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης σε πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του για την άσκηση προσφυγής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά συγκεκριμένων αποφάσεων της αρμόδιας αρχής που καθορίζονται στον αναπεμφθέντα νόμο, υπό την προϋπόθεση, πρώτον, της οικονομικής δυσπραγίας του αιτητή, και δεύτερον, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η εν λόγω προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη.

Υπενθυμίζεται ότι στο εναρμονιστικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή πριν από την ψήφιση του αναπεμφθέντος νόμου η δεύτερη προϋπόθεση εδράζετο στην πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στα πλαίσια της εκδικαζόμενης προσφυγής για την άσκηση της οποίας ζητείται νομική αρωγή.

2. Αντικαθίσταται στα άρθρα του βασικού νόμου που αφορούν την παροχή δικαιώματος δωρεάν νομικής αρωγής σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας και σε παρανόμως παραμένοντες αλλοδαπούς η προϋπόθεση παροχής νομικής αρωγής που εδράζεται στην πιθανότητα έκδοσης θετικής απόφασης από την προϋπόθεση ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η εν λόγω προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι η πιο πάνω τροποποίηση των υφιστάμενων διατάξεων του βασικού νόμου για τη νομική αρωγή περιλαμβανόταν στο εναρμονιστικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή πριν από την ψήφιση του αναπεμφθέντος νόμου.

Ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος της αναπομπής, όπως αυτοί εκτίθενται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 4 Νοεμβρίου 2015, διαλαμβάνουν ότι τα άρθρα του αναπεμφθέντος νόμου που αφορούν την αντικατάσταση της προϋπόθεσης παροχής νομικής αρωγής που εδράζεται στην πιθανότητα έκδοσης θετικής απόφασης από την προϋπόθεση ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η εν λόγω προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη καταστρατηγούν τις διατάξεις του άρθρου 80.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο διαλαμβάνει ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δε δύναται να ψηφίσει πρόταση νόμου που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό.

Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη επιστολή της αναπομπής γίνεται εκτενής αναφορά στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες ερμηνεύονται οι διατάξεις του άρθρου 80.2 του συντάγματος, καθώς και εκτενής αναφορά στο ενωσιακό δίκαιο και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), όπου εμφαίνεται ότι η προϋπόθεση παροχής νομικής αρωγής που εδράζεται στην πιθανότητα έκδοσης θετικής απόφασης είναι επιτρεπτή. Από το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα:

1. Τα σχετικά άρθρα του αναπεμφθέντος νόμου προστέθηκαν επί του κυβερνητικού νομοσχεδίου αυτοβούλως από το κοινοβούλιο και άνευ κυβερνητικής συναίνεσης και ως εκ τούτου αποτελούν πρόταση νόμου υπό το πρίσμα του άρθρου 80.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αναλύεται στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 8 Ιουνίου 2001, στην Αναφορά αρ. 3/2000 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (2001) 3 Α.Α.Δ. 519.

2. Παρά το γεγονός ότι η προβλεπόμενη στα σχετικά άρθρα προϋπόθεση είναι επιτρεπτή από το ενωσιακό δίκαιο, η θεσμοθέτηση τέτοιας προϋπόθεσης από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική και για το λόγο αυτό δεν εμπίπτει στο άρθρο 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο προβλέπει ουσιαστικά ότι υπερισχύουν του συντάγματος τόσο η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας βάσει του ενωσιακού δικαίου όσο και οι δεσμευτικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου.

3. Η προβλεπόμενη με τα σχετικά άρθρα προϋπόθεση είναι χαλαρότερη από την προϋπόθεση που εδράζεται στην πιθανότητα έκδοσης θετικής απόφασης, καθιστώντας έτσι ευκολότερη τη χορήγηση δωρεάν νομικής αρωγής από τα δημόσια ταμεία στα πρόσωπα που απολαύουν του σχετικού δικαιώματος.

4. Τα σχετικά άρθρα καθιστούν άνευ κυβερνητικής συναίνεσης ευκολότερη την πρόσβαση ιδιωτών σε δωρεάν νομική αρωγή χορηγούμενη από τα δημόσια ταμεία, επιβαρύνοντας αναπόφευκτα και αδιακρίτως τον εκάστοτε τρέχοντα προϋπολογισμό από την ημερομηνία τυχόν έναρξης της ισχύος του αναπεμφθέντος νόμου.

Ο τρίτος λόγος αναπομπής, όπως αυτός εκτίθεται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, αφορά τη μη προσαρμογή του προοιμίου του αναπεμφθέντος νόμου, ώστε να αντικατοπτρίζει τις προσθήκες που επέφερε η Βουλή των Αντιπροσώπων στο νομοσχέδιο. Συγκεκριμένα, δεν αντικατοπτρίζεται στο προοίμιο η προσθήκη των άρθρων που τροποποιούν τα άρθρα του βασικού νόμου, τα οποία αφορούν την παροχή δικαιώματος δωρεάν νομικής αρωγής σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας και σε παρανόμως παραμένοντες αλλοδαπούς, αντικαθιστώντας την προϋπόθεση παροχής νομικής αρωγής που εδράζεται στην πιθανότητα έκδοσης θετικής απόφασης με την προϋπόθεση ότι κατά την κρίση του δικαστηρίου η εν λόγω προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη. Ειδικότερα, σύμφωνα με την επιστολή της αναπομπής, τα εν λόγω άρθρα του βασικού νόμου σχετίζονται με τη διακριτική ευχέρεια που χορηγούν οι Οδηγίες 2005/85/ΕΚ, 2013/32/ΕΚ, 2008/115/ΕΚ και το Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στο προοίμιο του αναπεμφθέντος νόμου επισημαίνεται ότι οι ουσιαστικές διατάξεις αυτού θα συναρτώνται με το Άρθρο 47 του Χάρτη, όπως αυτό συνεφαρμόζεται με την Οδηγία 2004/38/ΕΚ. Ως εκ τούτου, υφίσταται αντίφαση μεταξύ του περιοριστικού προοιμίου και των ευρύτερων ουσιαστικών διατάξεων του αναπεμφθέντος νόμου, η οποία δυνατόν να προκαλέσει σύγχυση και να διακυβεύσει την ασφάλεια δικαίου.

Ο πέμπτος λόγος αναπομπής, όπως αυτός εκτίθεται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, αφορά το άρθρο 7 του αναπεμπόμενου νόμου, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 7Δ του βασικού νόμου. Σύμφωνα με την επιστολή, η αντικατάσταση του άρθρου 7Δ, αντί της τροποποίησής του, είναι νομοτεχνικά ορθότερη, ενώ, σε περίπτωση που δε γίνει αποδεκτή η εισήγηση για αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου, πρέπει να τροποποιηθεί ο πλαγιότιτλος του άρθρου, ώστε να μην αναφέρεται σε πρόσφυγες, καθότι αυτή η αναφορά υπερκαλύπτεται από την παράλληλη αναφορά του πλαγιότιτλου σε δικαιούχους διεθνούς προστασίας, όρος που καλύπτει εννοιολογικά και τους πρόσφυγες, σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο [Ν.6(Ι)/2000].

Στα πλαίσια επανεξέτασης του όλου θέματος, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως εξέφρασε την άποψη ότι το δικαίωμα σε δωρεάν νομική αρωγή επεκτείνεται διαρκώς και η πολιτεία πρέπει να είναι προσεκτική στην εφαρμογή του, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι θα υπάρχουν επαρκείς πόροι, για να δοθεί το δικαίωμα αυτό σε αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη. Ο ίδιος υποστήριξε ότι σκοπός των προϋποθέσεων που τίθενται τόσο από το βασικό νόμο όσο και από τις πρόνοιες του νομοσχεδίου, όπως είχε αρχικά κατατεθεί πριν από την ψήφιση του αναπεμφθέντος νόμου, δεν είναι να περιοριστεί η πρόσβαση στη νομική αρωγή από πρόσωπα που την έχουν πραγματικά ανάγκη, αλλά να μην ενθαρρύνονται οι αβάσιμες προσφυγές και να αποτρέπεται η κατάχρηση άσκησης του δικαιώματος νομικής αρωγής.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ανέλυσε στην επιτροπή τους συνταγματικούς λόγους για τους οποίους κρίθηκε σκόπιμο να γίνει η αναπομπή. Συναφώς, ο ίδιος επισήμανε ότι η υφιστάμενη προϋπόθεση της πιθανότητας έκδοσης θετικής απόφασης εφαρμόζεται με τέτοιο τρόπο που το δικαστήριο έχει ενώπιόν του το διοικητικό φάκελο και δε βασίζεται μόνο στα λεχθέντα του αιτητή, αλλά σε ολόκληρο το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, για να κρίνει κατά πόσο η υπόθεση που βρίσκεται ενώπιόν του είναι κατ’ αρχήν αβάσιμη.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών διαμόρφωσε τις πιο κάτω θέσεις:

1. Ο πρόεδρος και το μέλος της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού τάχθηκαν υπέρ της αποδοχής της αναπομπής.

2. Τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις τάχθηκαν κατά της αποδοχής της αναπομπής.

3. Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ δήλωσε ότι θα τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του θέματος ενώπιον της ολομέλειας του σώματος.

Στη βάση των πιο πάνω θέσεών της, η επιτροπή υποβάλλει την παρούσα έκθεση στην ολομέλεια του σώματος για τη λήψη τελικής απόφασης.

 

 

18 Νοεμβρίου 2015

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων