Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Νικόλας Παπαδόπουλος
Ρίκκος Μαππουρίδης Φειδίας Σαρίκας
Άριστος Δαμιανού  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τα νομοσχέδια του επισυνημμένου παραρτήματος σε αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ της 12ης Φεβρουαρίου 2014 και της 7ης Ιουλίου 2015. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής σε πολλές συνεδριάσεις της ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος και μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών, του Υπουργείου Οικονομικών και του Τμήματος Φορολογίας του ίδιου υπουργείου και της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων.

Σκοπός του πρώτου νομοσχεδίου όπως αυτό κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία είναι η τροποποίηση του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ώστε αφενός να προβλεφθεί η ίδρυση με νόμο Διοικητικού Δικαστηρίου, στο οποίο θα παραχωρηθεί η αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάζει σε πρώτο βαθμό προσφυγές δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, και αφετέρου να ενισχυθούν οι δικαιοδοτικές εξουσίες του δικαστηρίου αυτού, όταν η προσφυγή αφορά φορολογικό ζήτημα ή διαδικασία διεθνούς προστασίας.

Σκοπός του δεύτερου νομοσχεδίου όπως αυτό κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία είναι η θέσπιση ειδικού νόμου που προνοεί για την ίδρυση Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο θα είναι πενταμελές και στο οποίο θα παραχωρηθεί η αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό για κάθε προσφυγή που ασκείται δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος όπως αυτό προτείνεται να τροποποιηθεί με το πρώτο νομοσχέδιο. Περαιτέρω, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποσκοπούν στην αναδιάρθρωση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ισχύει σήμερα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου, και στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης στη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων. Με βάση το ίδιο νομοσχέδιο, οι αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου θα υπόκεινται σε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο για οποιοδήποτε λόγο συνεπάγεται νομικό σημείο μόνο.

Σκοπός του τρίτου νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου (Ν. 33/1964), ώστε να συνάδει με τις τροποποιήσεις του άρθρου 146 του συντάγματος, καθώς και με τις ρυθμίσεις για την ίδρυση Διοικητικού Δικαστηρίου, όπως αυτές προτείνονται με το πρώτο και δεύτερο νομοσχέδιο.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει τα τρία νομοσχέδια, μετά την κατάσταση που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα που ακολούθησαν την τουρκική ανταρσία του 1963 και με σκοπό την απρόσκοπτη συνέχιση της απονομής της δικαιοσύνης, καθιδρύθηκε με βάση τον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο το σημερινό Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως είναι γνωστό, ο εν λόγω νόμος παραχώρησε στο ιδρυθέν Ανώτατο Δικαστήριο την ενάσκηση της δικαιοδοσίας των υπό του συντάγματος προβλεπόμενων δύο ανώτατων δικαστηρίων της Δημοκρατίας, δηλαδή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα το δικαστήριο αυτό να λειτουργεί σήμερα ως το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο στη Δημοκρατία, τόσο για τη δευτεροβάθμια εξέταση των αποφάσεων όλων των πρωτόδικων πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όσο και για την απονομή της συνταγματικής και της διοικητικής αναθεωρητικής δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με την ίδια εισηγητική έκθεση, με την πάροδο των χρόνων και παρά την κατά καιρούς αύξηση του αριθμού των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου όγκου υποθέσεων, διαφάνηκε ότι καθίστατο ολοένα δυσχερέστερη η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως επιτάσσει το σύνταγμα, με αποτέλεσμα να είναι πλέον αναγκαία η σφαιρική αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από τη συγχώνευση των δύο ανώτατων δικαστικών οργάνων που προβλέπει το σύνταγμα σε ένα δικαστήριο.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αναλύοντας τις πρόνοιες των τριών νομοσχεδίων ενώπιον της επιτροπής, δήλωσε ότι η αναδόμηση της δικαστικής εξουσίας στον ανώτατο βαθμό απασχόλησε και προβλημάτισε κατά καιρούς έντονα και τις τρεις πολιτειακές εξουσίες, όμως, παρά τις μακρές διαβουλεύσεις που γίνονταν κάθε φορά επί των ρυθμίσεων που προτείνονταν, όλες οι προηγούμενες προσπάθειες ναυάγησαν. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι με στόχο τόσο την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα, αλλά και την εξειδίκευση στις ιδιάζουσες απαιτήσεις του δημόσιου δικαίου και της διοικητικής δικαιοσύνης, προτείνεται η δημιουργία Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο θα αναλάβει την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 146 του συντάγματος, ώστε να αποσυμφορηθεί σε σημαντικό βαθμό το Ανώτατο Δικαστήριο, να επιτευχθεί o στόχος της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης στη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία και παράλληλα της ταχείας εκδίκασης των προσφυγών κατά των πράξεων της διοίκησης.

Όπως επισήμανε περαιτέρω ο ίδιος, η δημιουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου περιλήφθηκε στο προεκλογικό πρόγραμμα και εξαγγέλθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την παρουσίαση της δεύτερης δέσμης μέτρων για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και του κράτους γενικότερα. Περαιτέρω, ο αρμόδιος υπουργός επισήμανε ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με το Ανώτατο Δικαστήριο, το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, που εξέφρασαν τη σύμφωνη γνώμη τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, οι ίδιοι πιο πάνω, κατόπιν υπόδειξης της Νομικής Υπηρεσίας, διαβουλεύθηκαν και με εκπροσώπους του Υπουργείου Εσωτερικών και συμφώνησαν όπως στα προτεινόμενα νομοθετήματα περιληφθούν πρόνοιες, ώστε να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου οι προσφυγές αιτητών διεθνούς προστασίας βάσει της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία. Με βάση τις εν λόγω Οδηγίες, απαιτείται η θεσμοθέτηση και διενέργεια δικαστικού ελέγχου ουσίας ορισμένων διοικητικών αποφάσεων που αφορούν διεθνή προστασία. Επίσης, τέτοιος συναφής έλεγχος απαιτείται και κατά αποφάσεων μεταφοράς δυνάμει του Κανονισμού ΕΕ 604/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας.

Συγκεκριμένα, προκειμένου περί προσφυγών κατά διοικητικών αποφάσεων που διέπονται από τις πιο πάνω Οδηγίες και το σχετικό κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Διοικητικό Δικαστήριο θα προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας, αλλά και της ορθότητας της πιο πάνω διοικητικής απόφασης και θα έχει τη δυνατότητα να την τροποποιήσει. Παράλληλα, με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, το Υπουργείο Εσωτερικών ανέλαβε να εξετάσει το ενδεχόμενο κατάργησης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, της οποίας η συνέχιση της λειτουργίας, στα πλαίσια των πιο πάνω διαβουλεύσεων, κρίθηκε καταρχήν αχρείαστη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κρίθηκε σκόπιμο να διαφοροποιηθεί ο έλεγχος που ασκείται στα πλαίσια του διοικητικού δικαίου από το δικαστήριο όσον αφορά προσφυγές που σχετίζονται με φορολογικά θέματα. Συγκεκριμένα, προκειμένου περί προσφυγών για φορολογικά θέματα το Διοικητικό Δικαστήριο θα προβαίνει επίσης όχι μόνο σε έλεγχο της νομιμότητας, αλλά και της ορθότητας της διοικητικής πράξης και θα έχει τη δυνατότητα να την τροποποιήσει.

Στο στάδιο της μελέτης των υπό συζήτηση νομοσχεδίων την επιτροπή απασχόλησαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω ζητήματα:

1. Η εισήγηση για παραχώρηση στο Διοικητικό Δικαστήριο της δυνατότητας να εκδικάζει προσφυγές όχι μόνο πρωτόδικα, αλλά και κατ’ έφεση αποκλειστικά επί θεμάτων ουσίας, νοουμένου όμως ότι θα αυξηθούν οι δικαστές του δικαστηρίου αυτού από πέντε σε επτά, ώστε να εγκαθιδρυθούν και δύο τριμελή εφετεία, τα οποία θα εκδικάζουν εφέσεις κατά αποφάσεων των δικαστηρίων με μονομελή σύνθεση σε προσφυγές με αντικείμενο φορολογική διαφορά ή αίτημα για διεθνή προστασία. Παράλληλα, θα υπάρχει δικαίωμα περαιτέρω έφεσης μόνο επί νομικών σημείων στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Η πλειοψηφία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχικά εξέφρασε την άποψη πως θα είναι καλύτερα το Διοικητικό Δικαστήριο να αφεθεί να λειτουργήσει σε πρώτο στάδιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού νομοσχεδίου, ώστε να μην καθυστερήσει η λειτουργία του. Ακολούθως, στα πλαίσια της περαιτέρω διεξαγωγής της συζήτησης οι πιο πάνω δικαστές επιφυλάχθηκαν να μελετήσουν την πιο πάνω εισήγηση.

Ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δήλωσε ότι υιοθετεί στην ολότητά της την πιο πάνω εισήγηση.

Για το θέμα αυτό στη συνέχεια κατατέθηκε στην επιτροπή γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την οποία υιοθέτησε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Ειδικότερα, στην εν λόγω γνωμάτευση διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

α. Η περίληψη στο νομοσχέδιο προνοιών περί άσκησης έφεσης ή αναθεώρησης κατά αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου, της οποίας έφεσης θα επιλαμβάνεται και πάλι το Διοικητικό Δικαστήριο υπό τριμελή έστω σύνθεση, προσκρούει σε υφιστάμενες συνταγματικές διατάξεις. Συγκεκριμένα, στη γνωμάτευση αυτή γίνεται αναφορά σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εξάγεται το συμπέρασμα ότι η παραχώρηση στο Διοικητικό Δικαστήριο της δυνατότητας κατ’ έφεση εκδίκασης προσφυγών προσκρούει στις ρητές πρόνοιες του άρθρου 155.1 του συντάγματος, το οποίο παραχωρεί αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης δευτεροβάθμιων διαδικασιών στο Ανώτατο Δικαστήριο.

β. Πέραν τούτου, πρέπει παρεμφερώς να ληφθούν υπόψη και οι αναπόφευκτες πρακτικές δυσκολίες οι οποίες θα προκληθούν ως προς τη σύνθεση δύο τριμελών εφετείων που θα επιλαμβάνονται εφέσεων από αποφάσεις επτά δικαστών που συνεδριάζουν ως μονομέλεια. Η σύνθεση τέτοιων εφετείων, από την οποία θα αποκλείονται οι εκδικάσαντες πρωτοβάθμια δικαστές, πρέπει να τυγχάνει συνεχούς εναλλαγής, κάτι που θα είναι άκρως προβληματικό.

2. Tα προσόντα διορισμού των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα τα απαιτούμενα προσόντα της ευρείας γνώσης σε θέματα διοικητικού δικαίου και της άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος για έξι έτη, όπως προβλέπεται για το διορισμό επαρχιακών δικαστών στον περί Δικαστηρίων Νόμο.

Αναφερόμενος στο ζήτημα αυτό, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε στην επιτροπή ότι το προσόν της ευρείας γνώσης σε θέματα διοικητικού δικαίου αποτελεί μετρήσιμο και αξιολογήσιμο κριτήριο, το οποίο διαπιστώνεται μέσα από τα ακαδημαϊκά προσόντα, την άσκηση δικηγορίας και από προφορική συνέντευξη ή και εξετάσεις, και ότι είναι απόλυτα αναγκαίο για σκοπούς εξειδίκευσης.

Τοποθετούμενος σχετικά, ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δήλωσε πως το απαιτούμενο προσόν της ευρείας γνώσης σε θέματα διοικητικού δικαίου δε συνάδει με την παραδοσιακή προσέγγιση των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι όλα κρίνονται και σταθμίζονται γενικά. Επιπρόσθετα, ο ίδιος πρόσθεσε ότι οπωσδήποτε θα λαμβάνεται υπόψη το προσόν της ευρείας γνώσης και γι’ αυτό εισηγήθηκε όπως η πρόνοια για ευρεία γνώση αντικατασταθεί από την πρόνοια για ευρεία εμπειρία.

Περαιτέρω, τοποθετούμενος επί των πιο πάνω, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δήλωσε πως το προσόν της γνώσης σε θέματα διοικητικού δικαίου είναι απαραίτητο να προβλέπεται στο νόμο και γι’ αυτό εισηγήθηκε να προβλεφθεί ότι ο πρόεδρος ή δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου, εκτός από τα προσόντα που απαιτούνται για το διορισμό προέδρου ή επαρχιακού δικαστή, θα διαθέτει και καλή γνώση ή εμπειρία σε θέματα διοικητικού δικαίου.

Συναφώς, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δήλωσε ότι θεωρεί πως η εν λόγω πρόνοια αποτελεί υποβοηθητική σημείωση στον τρόπο διορισμού των δικαστών από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Όσον αφορά την εισήγηση της επιτροπής για διαφοροποίηση του προσόντος που αφορά το χρονικό διάστημα προηγούμενης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος και συγκεκριμένα την αύξηση του διαστήματος αυτού από έξι σε δέκα έτη, όπως απαιτείται για το διορισμό ανώτερου επαρχιακού δικαστή, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι συμφωνεί με την εισήγηση αυτή, σημειώνοντας παράλληλα ότι μια τέτοια αύξηση των ετών προηγούμενης άσκησης της δικηγορίας προϋποθέτει και διαφοροποίηση της μισθοδοσίας των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου, αφού αυτοί θα διορίζονται με τα προσόντα που απαιτούνται για το διορισμό του ανώτερου επαρχιακού δικαστή αντί του επαρχιακού δικαστή, όπως αυτά προβλέπονται στον περί Δικαστηρίων Νόμο. Περαιτέρω, ο ίδιος διαβίβασε στην επιτροπή κοινή εισήγηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της εκτελεστικής εξουσίας όπως περιληφθεί στο νομοσχέδιο πρόνοια με την οποία να παρέχεται η δυνατότητα στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με ομόφωνη απόφασή του, να διορίζει ως δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου και δικηγόρο που ασκεί το επάγγελμά του για οκτώ αντί για δέκα έτη και ο οποίος κατέχει όλα τα υπόλοιπα προσόντα που απαιτούνται σύμφωνα με τον προτεινόμενο νόμο.

3. Η δυνατότητα εναλλαξιμότητας των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου με τους κατόχους δικαστικών θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 του περί Δικαστηρίων Νόμου, νοουμένου ότι έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε έτη ως δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Αναφορικά με το ζήτημα της εναλλαξιμότητας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι επιδιώκεται η δημιουργία εξειδικευμένου δικαστηρίου και για το λόγο αυτό επιβάλλεται να περιληφθούν κάποιοι περιορισμοί στην εναλλαξιμότητα των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου. Ενημέρωσε περαιτέρω την επιτροπή ότι η σχετική πρόνοια του νομοσχεδίου, σύμφωνα με την οποία δε θα υπάρχει δυνατότητα εναλλαξιμότητας, διαμορφώθηκε μετά από διαβούλευση με το Ανώτατο Δικαστήριο.

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμφώνησε με τη σχετική πρόνοια του νομοσχεδίου και εξέφρασε τις απόψεις ότι κανένας δικαστής δεν είναι ειδικός πάνω σε όλους τους τομείς του δικαίου και ότι σημαντικό στοιχείο για το δικαστή είναι η δικαστική του προσέγγιση, που αναπτύσσεται μέσα από την ευρύτερη πείρα στη θέση του δικαστή.

Τοποθετούμενος στο ίδιο ζήτημα, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εξέφρασε την άποψη ότι το δικαίωμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου για μετάθεση δικαστών και αξιολόγηση της σύνθεσης δικαστηρίων δεν πρέπει να περιοριστεί από το νόμο, καθώς και ότι η εναλλαξιμότητα των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου παρέχει τη δυνατότητα σε περισσότερους δικαστές να αποκτήσουν ουσιαστικές γνώσεις διοικητικού δικαίου, ώστε, όταν διορίζονται στο Ανώτατο Δικαστήριο, να έχουν ήδη τις αναγκαίες γνώσεις.

Ακολούθως, στη βάση των πιο πάνω απόψεων και του προβληματισμού που αναπτύχθηκε, υπήρξε κοινή θέση όλων να δοθεί η δυνατότητα εναλλαξιμότητας του προέδρου και των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου με κατόχους αντίστοιχων δικαστικών θέσεων, νοουμένου ότι θα υπηρετήσουν τουλάχιστον πέντε έτη στο Διοικητικό Δικαστήριο.

4. Η αύξηση του αριθμού των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου από πέντε δικαστές, όπως προβλέπεται στο νομοσχέδιο, δηλαδή τον πρόεδρο του δικαστηρίου και τέσσερις δικαστές, σε εφτά δικαστές, δηλαδή τον πρόεδρο του δικαστηρίου και έξι δικαστές, έτσι ώστε να μπορεί το Διοικητικό Δικαστήριο να ανταποκριθεί στο φόρτο εργασίας που έχει να αντιμετωπίσει, δεδομένης της συσσώρευσης υποθέσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο και του μεγάλου αριθμού προσφυγών που καταχωρίζονται κάθε χρόνο, χωρίς να δημιουργηθεί επιπρόσθετο πρόβλημα στο χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων.

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως εισηγήθηκε όπως η σχετική πρόνοια τροποποιηθεί, κατά τρόπο ώστε για την ίδρυση του δικαστηρίου να μην επιβάλλεται η άμεση πρόσληψη έξι δικαστών, αλλά να παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης των δύο επιπρόσθετων δικαστών, αν αυτό κριθεί αναγκαίο, στη βάση του φόρτου εργασίας του δικαστηρίου.

5. Η πρόνοια που προβλέπει το διορισμό στο Διοικητικό Δικαστήριο ενός πρωτοκολλητή και άλλων υπαλλήλων, για να υπηρετούν στο πρωτοκολλητείο του υπό ίδρυση Διοικητικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, υπήρξε προβληματισμός για το ύψος του συνεπαγόμενου κόστους από τη λειτουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια, οι εξουσίες και τα καθήκοντα των πιο πάνω υπαλλήλων καθορίζονται σε διαδικαστικό κανονισμό που εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο και μέχρι την έκδοσή του θα εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι ρυθμίσεις που ισχύουν σήμερα για τους αντίστοιχους υπαλλήλους επαρχιακού δικαστηρίου. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι όλοι οι υπάλληλοι του Διοικητικού Δικαστηρίου είναι μόνιμα μέλη της δημόσιας υπηρεσίας, διορίζονται από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας και υπηρετούν υπό τους ίδιους όρους υπηρεσίας με αυτούς που εφαρμόζονται για τους αντίστοιχους υπαλλήλους των επαρχιακών δικαστηρίων.

Για το ζήτημα αυτό ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως διευκρίνισε ότι το Διοικητικό Δικαστήριο δε θα χρειαστεί περαιτέρω στελέχωση, αλλά σε αυτό θα υπηρετούν υπάλληλοι πρωτοκολλητείου και προσωπικό από την υφιστάμενη δομή του προσωπικού της δικαστικής υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, η υπό συζήτηση πρόνοια κρίθηκε σκόπιμο όπως τροποποιηθεί, για να αποτυπώνει με σαφήνεια τα όσα διευκρίνισε ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

6. Η πρόνοια με βάση την οποία οι αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για οποιοδήποτε λόγο αφορά νομικό σημείο μόνο, σε αντιδιαστολή με την πρόνοια με βάση την οποία η δικαιοδοσία του προτεινόμενου Διοικητικού Δικαστηρίου όσον αφορά προσφυγές που στρέφονται εναντίον αποφάσεων της διοίκησης σε διαδικασίες διεθνούς προστασίας και όσον αφορά προσφυγές που αφορούν φορολογικά ζητήματα δεν περιορίζεται μόνο σε έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων αυτών, αλλά επεκτείνεται και σε έλεγχο σκοπιμότητας και παρέχεται η δυνατότητα τροποποίησης εν όλω ή εν μέρει της απόφασης ή πράξης.

Αναφορικά με τον πιο πάνω προβληματισμό, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως επεξήγησε ότι, κατόπιν υπόδειξης της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, η επέκταση της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου, ώστε, πέραν του ελέγχου νομιμότητας, να προβαίνει και σε έλεγχο ορθότητας της απόφασης της διοίκησης σε σχέση με προσφυγές που σχετίζονται με διαδικασίες διεθνούς προστασίας, αποτελεί υποχρέωση της Δημοκρατίας για σκοπούς εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, ο ίδιος διευκρίνισε ότι, με βάση τα σημερινά δεδομένα, προσφυγές που αφορούν φορολογικό ζήτημα εξετάζονται επί της ουσίας από το Εφοριακό Συμβούλιο, αλλά από το δικαστήριο εξετάζεται, σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, μόνο η νομιμότητα και όχι η ορθότητά τους. Ο αρμόδιος υπουργός εξέφρασε περαιτέρω την άποψη ότι η εκδίκαση και η επίλυση θεμάτων ουσίας στο φορολογικό δίκαιο από το Διοικητικό Δικαστήριο θα βοηθήσει την οικονομία του κράτους, αφού θα λαμβάνονται άμεσα και έγκαιρα αποφάσεις.

7. Η εισήγηση για προσθήκη στο πρώτο νομοσχέδιο συνταγματικής πρόνοιας σύμφωνα με την οποία να παρέχεται η δικαιοδοσία, με βάση νόμο, στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο εκδίδει απόφαση σύμφωνα με τις διατάξεις του συντάγματος, και στο εφετείο, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, να εξετάζει και να αποφασίζει κατά πόσο υπήρξε ενεργός συμμόρφωση σε απόφασή του, καθώς και η δυνατότητα να επιβάλλει κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Συγκεκριμένα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι η κυβέρνηση επεξεργάζεται νομοσχέδιο για τη μη ενεργό συμμόρφωση με αποφάσεις δικαστηρίου. Περαιτέρω, με την πιο πάνω εισήγηση συμφώνησε ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ενώ ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου εξέφρασε τη διαφωνία του ως προς την αναγκαιότητα τέτοιας ρύθμισης.

8. Η εισήγηση για παροχή δυνατότητας καταχώρισης υποθέσεων και εγγράφων που αφορούν προσφυγές στο Διοικητικό Δικαστήριο στα πρωτοκολλητεία των επαρχιακών δικαστηρίων.

Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ενημέρωσε την επιτροπή ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με τη σχετική εισήγηση και προτίθεται να προωθήσει τροποποίηση του διαδικαστικού κανονισμού του, έτσι ώστε να επιτρέπεται η καταχώριση οποιωνδήποτε εγγράφων, αιτήσεων ακύρωσης, ένορκων δηλώσεων, γραπτών αγορεύσεων, ενστάσεων ή οποιωνδήποτε εγγράφων αφορούν το Διοικητικό Δικαστήριο στα πρωτοκολλητεία των επαρχιακών δικαστηρίων.

9. Οι πρόνοιες σύμφωνα με τις οποίες η προτεινόμενη τροποποίηση του συντάγματος θα τεθεί σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης σχετικής γνωστοποίησης του Υπουργικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι είναι θεσμικά ορθότερη ρύθμιση, με βάση την οποία η συνταγματική τροποποίηση που θα ψηφίσει το νομοθετικό σώμα θα τεθεί άμεσα σε ισχύ και δε θα τελεί υπό την αίρεση πράξης της εκτελεστικής εξουσίας και ταυτόχρονα θα επιτρέπει στο Ανώτατο Δικαστήριο να διατηρήσει και να συνεχίσει να ασκεί την υφιστάμενη πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του μέχρι τη συγκρότηση και την έναρξη της λειτουργίας του υπό ίδρυση Διοικητικού Δικαστηρίου, οπότε και η δικαιοδοσία αυτή θα μεταφερθεί αποκλειστικά στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, συμμεριζόμενος την άποψη αυτή της επιτροπής, δεσμεύτηκε όπως, κατόπιν συνεννόησης με το Ανώτατο Δικαστήριο και το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, υποβάλει στην επιτροπή συγκεκριμένη εισήγηση για ανάλογη διαμόρφωση των σχετικών προνοιών των νομοσχεδίων.

Όλα τα πιο πάνω ζητήματα τα οποία απασχόλησαν την επιτροπή, καθώς και οι επιμέρους προβληματισμοί, παρατηρήσεις και εισηγήσεις για τροποποιήσεις επιμέρους προνοιών των νομοσχεδίων αποτέλεσαν αντικείμενο διαβουλεύσεων μεταξύ του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του προέδρου και των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι επεξεργάστηκαν περαιτέρω τα κείμενα των προτεινόμενων νομοθετημάτων. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, προχώρησε σταδιακά στη διαμόρφωση του κειμένου του πρώτου και του δεύτερου νομοσχεδίου.

Ειδικότερα, στο τελευταίο διαμορφωμένο κείμενο του πρώτου νομοσχεδίου, πέρα από ορισμένες νομοτεχνικής φύσεως τροποποιήσεις, διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:

1. To Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει επί πάσης εφέσεως κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 146 του συντάγματος.

2. Η ίδρυση, η δικαιοδοσία και οι εξουσίες του Διοικητικού Δικαστηρίου καθορίζονται με νόμο.

3. Το Διοικητικό Δικαστήριο έχει εξουσία μεταξύ άλλων να τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει απόφαση ή πράξη της διοίκησης, όπως ορίζει ο νόμος για το Διοικητικό Δικαστήριο, νοουμένου ότι η απόφαση ή η πράξη αυτή αφορά φορολογικό ζήτημα ή είναι απόφαση που αφορά διαδικασίες διεθνούς προστασίας κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4. Η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης είναι δεσμευτική για κάθε δικαστήριο, όργανο ή Αρχή στη Δημοκρατία και τα όργανα, οι Αρχές ή τα πρόσωπα στα οποία αφορά υποχρεούνται σε ενεργό συμμόρφωση προς αυτήν.

5. Το Διοικητικό Δικαστήριο ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, το εφετείο που εκδίδει μια απόφαση έχει δικαιοδοσία, σύμφωνα με νόμο που θα το καθορίζει, να εξετάζει και να αποφασίζει κατά πόσο υπήρξε ενεργός συμμόρφωση με απόφασή του. Επιπλέον, θα του παρέχεται η δυνατότητα να επιβάλλει κυρώσεις εναντίον του μη συμμορφουμένου.

6. Μεταβατικές διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες:

α. το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρεί και ασκεί την υφιστάμενη πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του, η οποία θα μεταβιβαστεί στο Διοικητικό Δικαστήριο, έως την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το Διοικητικό Δικαστήριο έχει συγκροτηθεί και είναι έτοιμο να λειτουργήσει, οπότε και η δικαιοδοσία αυτή μεταφέρεται αποκλειστικά στο Διοικητικό Δικαστήριο,

β. διαδικασίες επί προσφυγών ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της πιο πάνω πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του οι οποίες εκκρεμούν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της αναφερόμενης πιο πάνω γνωστοποίησης μεταβιβάζονται στο Διοικητικό Δικαστήριο προς διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και έκδοση απόφασης δυνάμει του νόμου που το εγκαθιδρύει, ενώ οι προσφυγές στις οποίες η απόφαση έχει επιφυλαχθεί θα συνεχιστούν και θα αποπερατωθούν ενώπιον του δικαστηρίου όπου εκκρεμούν.

Το τελευταίο διαμορφωμένο κείμενο του δεύτερου νομοσχεδίου, εκτός από ορισμένες τροποποιήσεις που αφορούν ρυθμίσεις σε διαδικαστικά ζητήματα, διαλαμβάνει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:

1. Καθιδρύεται Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει σε πρώτο βαθμό επί πάσης προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος και το οποίο αποτελείται από έναν πρόεδρο και μέχρι έξι δικαστές, που διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

2. Ο πρόεδρος ή ο δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου πρέπει να έχει τα προσόντα που απαιτούνται για το διορισμό προέδρου επαρχιακού δικαστηρίου ή ανώτερου επαρχιακού δικαστή, αντίστοιχα, με βάση τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου, και να διαθέτει ευρεία γνώση σε θέματα διοικητικού δικαίου ή αποδεδειγμένη εμπειρία στο χειρισμό δικαστικών υποθέσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο δύναται, με ομόφωνη απόφασή του, να διορίζει ως δικαστή του Διοικητικού Δικαστηρίου δικηγόρο που ασκεί το επάγγελμα για οκτώ, αντί για δέκα, έτη και ο οποίος πληρεί τα υπόλοιπα προσόντα όπως αυτά περιλαμβάνονται στον προτεινόμενο νόμο.

3. Ο πρόεδρος και οι δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας, θεωρούνται ισάξιοι με τον πρόεδρο επαρχιακού δικαστηρίου και τους ανώτερους επαρχιακούς δικαστές, αντίστοιχα, και δύναται να είναι εναλλάξιμοι με τους κατόχους αντίστοιχων δικαστικών θέσεων, νοουμένου ότι έχουν συμπληρώσει υπηρεσία τουλάχιστον πέντε ετών ως δικαστές του Διοικητικού Δικαστηρίου.

4. Στο Διοικητικό Δικαστήριο υπηρετεί ένας πρωτοκολλητής και άλλοι υπάλληλοι, των οποίων ο αριθμός, οι εξουσίες και τα καθήκοντα καθορίζονται σε διαδικαστικό κανονισμό που εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μέχρι την έκδοση τέτοιου κανονισμού θα εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τους αντίστοιχους υπαλλήλους επαρχιακού δικαστηρίου. Όλοι οι υπάλληλοι του Διοικητικού Δικαστηρίου θα προέρχονται από το προσωπικό των δικαστηρίων.

5. Κατά την άσκηση των εξουσιών και της δικαιοδοσίας που ανατίθενται στο Διοικητικό Δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί υπόθεση δύναται να εισηγηθεί στο δικαστήριο την εκδίκαση της υπόθεσης από την ολομέλεια και το δικαστήριο δύναται να λάβει σχετική απόφαση ως προς τούτο.

6. Για σκοπούς ενάσκησης της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου προκειμένου περί απόφασης που αφορά διαδικασίες διεθνούς προστασίας ή προκειμένου περί απόφασης ή πράξης που αφορά φορολογική διαφορά, το Διοικητικό Δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας, επικυρώνοντας εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη ή ακυρώνοντας και τροποποιώντας αυτήν εν όλω ή εν μέρει.

7. Το Διοικητικό Δικαστήριο προκειμένου περί προσφυγής εναντίον απόφασης που αφορά διαδικασίες διεθνούς προστασίας λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα που δε λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, είτε προγενέστερα είτε μεταγενέστερα αυτής.

8. Προκειμένου περί προσφυγής εναντίον απόφασης που αφορά φορολογική διαφορά, το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του τροποποιεί την προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση, σε περίπτωση που το αρμόδιο διοικητικό όργανο ασκώντας δέσμια αρμοδιότητα προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών.

9. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για οποιοδήποτε λόγο αφορά νομικό σημείο μόνο.

10. Οι διατάξεις με τις οποίες παραχωρείται αποκλειστική δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο και οι διατάξεις που καθορίζουν την εν λόγω δικαιοδοσία, καθώς και τη δικονομία με βάση την οποία αυτή θα ασκείται θα τεθούν σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσης γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ότι το Διοικητικό Δικαστήριο έχει συγκροτηθεί και είναι έτοιμο να λειτουργήσει και μέχρι την εν λόγω ημερομηνία το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρεί και ασκεί την υφιστάμενη πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος.

11. Οποιεσδήποτε διαδικασίες επί προσφυγών εκκρεμούν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της σχετικής γνωστοποίησης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του δυνάμει του άρθρου 146 του συντάγματος, η οποία με το πρώτο υπό συζήτηση νομοσχέδιο μεταφέρεται στο Διοικητικό Δικαστήριο, αυτές μεταβιβάζονται στο Διοικητικό Δικαστήριο για τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του προτεινόμενου αυτού νόμου, ενώ οι προσφυγές για τις οποίες η απόφαση έχει επιφυλαχθεί κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα συνεχιστούν και θα αποπερατωθούν ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούν.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αποφάσισε όπως τροποποιήσει την πρόνοια του διαμορφωμένου κειμένου του δεύτερου νομοσχεδίου που προβλέπει για την εναλλαξιμότητα των δικαστών του Διοικητικού Δικαστηρίου, έτσι ώστε να διευκρινιστεί ότι περιλαμβάνεται σε αυτήν η δυνατότητα εναλλαξιμότητας προέδρου επαρχιακού δικαστηρίου ή ανώτερου επαρχιακού δικαστή με τον πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου ή δικαστή Διοικητικού Δικαστηρίου, αντίστοιχα.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή επέφερε στα τελευταία διαμορφωμένα κείμενα των νομοσχεδίων περαιτέρω τροποποιήσεις με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών τους, καθώς και τη βελτίωσή τους από νομοτεχνικής άποψης.

Σε μεταγενέστερο στάδιο προβλημάτισαν εκτενέστερα την επιτροπή οι πρόνοιες του πρώτου και του δεύτερου νομοσχεδίου, οι οποίες σημειώνεται ότι υπήρχαν στο αρχικό κείμενο αυτών και διατηρήθηκαν στα τελευταία διαμορφωμένα με βάση τα πιο πάνω κείμενά τους, σύμφωνα με τις οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία του υπό ίδρυση Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές αιτητών διεθνούς προστασίας και προσφυγές που αφορούν φορολογικά θέματα σε συσχετισμό με την υφιστάμενη κατάσταση, δηλαδή σε συσχετισμό με τη συνέχιση ή μη της λειτουργίας της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και του Εφοριακού Συμβουλίου, αντίστοιχα, που είναι τα όργανα που σήμερα επιλαμβάνονται των προσφυγών αυτών επί της ουσίας.

Ειδικότερα, η επιτροπή, κρίνοντας σκόπιμο να διευκρινιστούν με σαφήνεια οι προθέσεις της εκτελεστικής εξουσίας σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, προτού αυτή τοποθετηθεί τελικά επί των διαμορφωμένων κειμένων, σε δύο νέες συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό άκουσε τις απόψεις εκπροσώπων της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων και του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, καθώς και τη θέση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Ο εκπρόσωπος του Τμήματος Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, χωρίς να διαφωνεί με την ίδρυση του Διοικητικού Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι ο θεσμός αυτός αναμένεται να βελτιώσει τις διοικητικές υπηρεσίες προς όφελος του πολίτη, εξέφρασε προβληματισμό τόσο για τα πολλαπλά επίπεδα στα οποία θα εξετάζεται επί της ουσίας μια φορολογική διαφορά όσο και για την αύξηση της γραφειοκρατίας και του σχετικού διοικητικού κόστους. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, δεδομένης της ύπαρξης του Εφοριακού Συμβουλίου, σήμερα υπάρχουν το επίπεδο του Εφόρου Φορολογίας, του Εφοριακού Συμβουλίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με την ίδρυση του Διοικητικού Δικαστηρίου τα επίπεδα αυτά θα αυξηθούν.

Ο εκπρόσωπος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αφού ενημέρωσε την επιτροπή ότι οι υπηρεσίες του προέδρου και των μελών της Αρχής καλύπτονται με σύμβαση διάρκειας μέχρι το 2019, εξέφρασε την ανησυχία ότι, σε περίπτωση που οι αρμοδιότητες της Αρχής αυτής μεταβιβαστούν στο υπό ίδρυση Διοικητικό Δικαστήριο, η Αρχή θα συνεχίζει τη λειτουργία της ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Συναφώς, εξέφρασε την άποψη ότι είναι δυνατή η μετατροπή της Αρχής σε ανεξάρτητο δικαστικό όργανο, ώστε να πληρεί τις απαιτήσεις των σχετικών ευρωπαϊκών Οδηγιών, εφόσον, όταν ασκείται ένδικο μέσο επί απόφασης της Αρχής, αυτή δεν εμφανίζεται ως διάδικος στο δικαστήριο, αλλά αντί αυτής παρίσταται η Υπηρεσία Ασύλου ως ο καθ’ ου η αίτηση διάδικος. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι ο προβληματισμός για το θέμα αυτό δεν πρέπει να περιορίζεται στο κατά πόσο η Αρχή μπορεί να μετατραπεί σε ανεξάρτητο δικαστικό όργανο ή να καταργηθεί, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα συνακόλουθα προβλήματα της ενδεχόμενης κατάργησής της. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην ανάγκη αντιμετώπισης των προβλημάτων που θα προκύψουν λόγω της μεγάλης χρονικής διάρκειας που θα απαιτεί η εκδίκαση των προσφυγών που θα υπαχθούν στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, δεδομένου αφενός του όγκου των υποθέσεων αυτών και αφετέρου του ολοένα αυξανόμενου αριθμού αιτητών του καθεστώτος του πρόσφυγα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι μέχρι την τελική εκδίκαση των προσφυγών αυτών οι αιτητές θα απολαύουν όλων των δικαιωμάτων του πρόσφυγα με το συνεπακόλουθο κόστος, ανεξάρτητα από το αν είναι βάσιμο το αίτημά τους ή όχι.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας καταρχάς διευκρίνισε πως με τη ρύθμιση που προτείνεται δημιουργείται ένας πρόσθετος έλεγχος ουσίας από δικαστήριο η διεξαγωγή του οποίου ανατίθεται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου και η ρύθμιση αυτή για μεν τις προσφυγές που αφορούν φορολογικά θέματα δεν επιβάλλεται από νομική υποχρέωση, για δε τις προσφυγές αιτητών διεθνούς προστασίας η ρύθμιση αυτή συνιστά νομική υποχρέωση της Δημοκρατίας που προκύπτει από τις Οδηγίες 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ, καθώς και τον Κανονισμό ΕΕ 604/2013.

Επεξηγώντας περαιτέρω τους λόγους που επιβάλλουν την αναγκαιότητα της πιο πάνω ρύθμισης όσον αφορά τις προσφυγές αιτητών διεθνούς προστασίας, ο πιο πάνω εκπρόσωπος επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην τελευταία σχετική γνωμάτευση που είχε διαβιβαστεί στην επιτροπή με επιστολή ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2015, στην οποία μεταξύ άλλων διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

1. Το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και το άρθρο 26 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ απαιτούν τη θεσμοθέτηση και διενέργεια ελέγχου ουσίας ορισμένων διοικητικών αποφάσεων που αφορούν τη διεθνή προστασία από δικαστήριο, court or tribunal όπως αναφέρεται στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ, αμφότερες δε οι Οδηγίες διασαφηνίζουν ότι τα πιο πάνω μέτρα πρέπει να ληφθούν μέχρι τις 20 Ιουλίου 2015, ενώ με βάση τον πιο πάνω ευρωπαϊκό κανονισμό απαιτείται επίσης τέτοιος συναφής έλεγχος από τις 19 Ιουλίου 2013.

2. Μια προφανής επιλογή για την εκπλήρωση των πιο πάνω νομικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας είναι η παραχώρηση τέτοιας δικαιοδοσίας στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο της ημεδαπής, δηλαδή στο Ανώτατο Δικαστήριο ή, εάν θεσπιστεί, στο προτεινόμενο νέο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο.

3. Κατόπιν διαβούλευσης με τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διεφάνη αρχικά ότι υπήρχε εναλλακτικά και η επιλογή της χορήγησης της πιο πάνω αρμοδιότητας στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων ως tribunal, υπό τον όρο ότι το νομικό καθεστώς της θα τροποποιούνταν, για να πληρεί τα κριτήρια της νομολογίας του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), που θα της επέτρεπαν να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στο τελευταίο.

4. Εντούτοις, από την περαιτέρω έρευνα επί της νομολογίας του ΔΕΕ ως προς τα προαναφερόμενα κριτήρια τα οποία πρέπει να πληρεί η Αρχή, για να καταστεί tribunal, διαφαίνεται εντέλει ότι αυτή η Αρχή ενδέχεται να μην πληρεί το απαιτητέο κριτήριο της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.

Συγκεκριμένα, σε απόφασή του το ΔΕΕ αποφαίνεται ότι ένα όργανο δεν είναι δικαστήριο και συνεπώς δεν υποβάλλει προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ, όταν οι αποφάσεις του υπόκεινται σε ένδικη προσφυγή και το όργανο αυτό είναι διάδικος ως ο καθ’ ου η προσφυγή κατά την εκδίκαση της εν λόγω προσφυγής, προφανώς σε αντίθεση με την εκδίκαση έφεσης, όπου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν παρίσταται ενώπιον του εφετείου ως διάδικος, για να υπερασπίσει την εκκαλούμενη απόφαση.

5. Δεδομένου ότι η Αρχή είναι διάδικος ως ο καθ’ ου η προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση προσφυγής η οποία προσβάλλει απόφαση της Αρχής βάσει του άρθρου 146 του συντάγματος, μάλλον συνάγεται ότι και η Αρχή δεν πληρεί επαρκώς το πιο πάνω κριτήριο της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί tribunal για τους σκοπούς των πιο πάνω δέσμιων διατάξεων του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, τοποθετούμενος επί του περιεχομένου της πιο πάνω γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δήλωσε ότι η εκτελεστική εξουσία δεσμεύεται από το περιεχόμενο αυτής και ως εκ τούτου η θέση της είναι όπως ο απαιτούμενος με βάση τις ευρωπαϊκές Οδηγίες και τον ευρωπαϊκό κανονισμό δικαστικός έλεγχος ουσίας των διοικητικών αποφάσεων που αφορούν διεθνή προστασία ανατεθεί στο προτεινόμενο υπό ίδρυση Διοικητικό Δικαστήριο όπως ακριβώς προβλέπεται στις σχετικές πρόνοιες των τελευταίων διαμορφωμένων κειμένων του πρώτου και του δεύτερου νομοσχεδίου.

Καθόσον αφορά τη λειτουργία της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ο πιο πάνω αξιωματούχος δήλωσε στην επιτροπή ότι, δεδομένης της πιο πάνω θέσης της κυβέρνησης, σε περίπτωση που τα νομοσχέδια αυτά ψηφιστούν ως έχουν, η πολιτική απόφαση της κυβέρνησης θα είναι να τροχοδρομηθεί η διαδικασία κατάργησης της Αρχής. Παράλληλα, επισήμανε ότι η διαδικασία κατάργησης θα γίνει σταδιακά, ανάλογα με τον αριθμό υποθέσεων που έχει ενώπιόν της η Αρχή, καθώς και με οποιεσδήποτε νομικές επιπλοκές που ενδεχομένως προκύψουν συνεπεία της κατάργησης ενός διοικητικού οργάνου, ζητήματα για τα οποία το Υπουργείο Εσωτερικών θα ζητήσει να γνωματεύσει ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Συναφώς, ο ίδιος ανέφερε ότι το οικονομικό όφελος που θα προκύψει από την κατάργησή της δεν αναμένεται να παρατηρηθεί άμεσα, αλλά εξαρτάται από το πότε τελικά αυτή θα καταργηθεί.

Αναφορικά με το Εφοριακό Συμβούλιο, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να καταργήσει το συμβούλιο αυτό. Σε σχέση με τα υφιστάμενα επίπεδα εξέτασης προσφυγών που αφορούν φορολογικά θέματα, καθώς και την προώθηση της σχετικής ρύθμισης, ο ίδιος επεξήγησε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:

1. Σε πρώτο επίπεδο, όταν υπάρξει βεβαίωση της φορολογίας από το Τμήμα Φορολογίας, αυτή υπόκειται σε ένσταση. Μετά τη λήψη απόφασης επί της ενστάσεως ο ενδιαφερόμενος σε δεύτερο επίπεδο έχει δικαίωμα να προσφύγει είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο υπό την πρωτοβάθμια διοικητική δικαιοδοσία του εξετάζει μόνο νομικά ζητήματα, είτε στο Εφοριακό Συμβούλιο, που έχει αρμοδιότητα να εξετάζει και θέματα ουσίας. Επιπρόσθετα, σε τρίτο επίπεδο μετά το Εφοριακό Συμβούλιο υπάρχει επίσης το δικαίωμα προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο και σε τέταρτο επίπεδο υπάρχει η δυνατότητα άσκησης έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο.

2. Λόγω του ισχύοντος περιορισμού που επιτρέπει την εξέταση μόνο νομικών ζητημάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο, προκύπτει η αδυναμία ότι η ίδια απόφαση μπορεί να προσβληθεί αλλεπάλληλες φορές επί νομικού ζητήματος κάθε φορά, χωρίς να εξετάζεται η ουσία της. Συνεπώς, κρίθηκε σκόπιμο να ενισχυθεί η εξουσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, στο οποίο προτείνεται να μεταβιβαστεί η σχετική πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ώστε να εξετάζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο τόσο η νομιμότητα όσο και η ορθότητα της απόφασης, με στόχο να συντμηθεί ο συνολικός δικαστικός χρόνος εκδίκασης τέτοιων προσφυγών και να διασφαλιστεί η σαφήνεια της οικονομικής κατάστασης κάθε ενδιαφερομένου, αλλά και γενικότερα της οικονομίας του κράτους προς όφελος όλων.

3. Ο Υπουργός Οικονομικών ενημερώθηκε για την πιο πάνω απόφαση και συμφώνησε με την προώθηση της σχετικής ρύθμισης. Επίσης, της ίδιας ενημέρωσης έτυχε και ο τότε διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ενώ δεν κρίθηκε αναγκαία οποιαδήποτε διαβούλευση με το Εφοριακό Συμβούλιο, αφού οι αρμοδιότητές του δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση που προτείνεται.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, συμφωνεί με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των τριών νομοσχεδίων και ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση σε νόμο:

1. του πρώτου νομοσχεδίου όπως το κείμενό του έχει διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω και αφού τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2015»,

2. του δεύτερου νομοσχεδίου όπως το κείμενό του έχει διαμορφωθεί επίσης στη βάση των πιο πάνω και

3. του τρίτου νομοσχεδίου όπως αυτό κατατέθηκε από την εκτελεστική εξουσία, με νομοτεχνικές μόνο διορθώσεις στο κείμενό του.

 

7 Ιουλίου 2015

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Ο περί της Ενδέκατης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2014.

2. Ο περί Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος του 2014.

3. Ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014.

 

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων