Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας και Φυσικών Πόρων για τους κανονισμούς «Οι περί της Υγείας των Ζώων (Αναγνώριση και Καταγραφή των Αιγοπροβάτων) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2015» και «Οι περί της Υγείας των Ζώων (Τέλη Τοποθέτησης Ενωτίων στα Αιγοπρόβατα) Κανονισμοί του 201

Παρόντες:

Γιαννάκης Γαβριήλ, πρόεδρος Γεώργιος Τάσου
Αντρέας Καυκαλιάς Σοφοκλής Φυττής
Αντρέας Φακοντής Αντώνης Αντωνίου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων μελέτησε ταυτόχρονα τους πιο πάνω κανονισμούς σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 28 Μαΐου και στις 4 Ιουνίου 2015. Σημειώνεται ότι οι δεύτεροι κανονισμοί κατατέθηκαν στη Βουλή σε προγενέστερο στάδιο και έτυχαν συζήτησης σε αρχικό στάδιο από την επιτροπή σε συνεδρία της, που πραγματοποίησε στις 5 Ιουνίου 2014. Στα πλαίσια των εν λόγω συνεδριάσεων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής η γενική διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, εκπρόσωποι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του ίδιου υπουργείου, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων, εκπρόσωποι της Παγκύπριας Ομάδας Επαγγελματιών Αιγοπροβατοτρόφων Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ, του Συνδέσμου Ζωοεμπόρων Κύπρου, της Παγκύπριας Εταιρείας Αιγοτρόφων-Ποιμνιοτρόφων, της Παγκύπριας Οργάνωσης Ποιμνιοτρόφων, της Παγκύπριας Οργάνωσης Αιγοπροβατοτρόφων, της Παγκύπριας Οργάνωσης Ποιμένων, της Παγκύπριας Ένωσης Ποιμένων, του Συνδέσμου Κτηνοτρόφων Λαόνας, του Συνδέσμου Κτηνοτρόφων Πάφου και των αγροτικών οργανώσεων ΠΕΚ, ΕΚΑ, Νέα Αγροτική Κίνηση”, “Παναγροτικός Σύνδεσμος και Ευρωαγροτικός”.

Κατά την πρώτη συνεδρία της επιτροπής, στις 5 Ιουνίου 2014, η επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν προηγήθηκε της κατάθεσης των εν λόγω κανονισμών επαρκής διαβούλευση της εκτελεστικής εξουσίας με τις επηρεαζόμενες ομάδες αναφορικά με το περιεχόμενο των κανονισμών, γι’ αυτό ζήτησε όπως αναβληθεί η συζήτησή τους σε μεταγενέστερο στάδιο, ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή διαβούλευσης και τα αποτελέσματά της να κοινοποιηθούν για ενημέρωση στην επιτροπή. Συναφώς, οι αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες, υιοθετώντας το αίτημα της επιτροπής, μελέτησαν εκ νέου με τους ενδιαφερόμενους φορείς το περιεχόμενο των κανονισμών και, αφού ολοκλήρωσαν τη διαβούλευση, επανήλθαν στην επιτροπή για συνέχιση της συζήτησής τους. Εν τω μεταξύ, οι ίδιες υπηρεσίες, διαπιστώνοντας την ανάγκη τροποποίησης των βασικών κανονισμών περί της Υγείας των Ζώων (Αναγνώριση και Καταγραφή των Αιγοπροβάτων), προχώρησαν με την κατάθεση στη Βουλή των πρώτων υπό αναφορά τροποποιητικών κανονισμών, τους οποίους η επιτροπή έκρινε ορθό να συζητήσει σε μεταγενέστερες συνεδρίες της ταυτόχρονα με τους δεύτερους υπό αναφορά κανονισμούς, οι οποίες, όπως αρχικά αναφέρθηκε, πραγματοποιήθηκαν στις 28 Μαΐου και στις 4 Ιουνίου 2015.

Σκοπός των πρώτων κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται με βάση το άρθρο 14 του περί της Υγείας των Ζώων Νόμου, είναι η τροποποίηση των περί της Υγείας των Ζώων (Αναγνώριση και Καταγραφή των Αιγοπροβάτων) Κανονισμών, ώστε να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή των ακόλουθων πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

1. Του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2003 για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (EK) αριθ. 1782/2003 και των Οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ.

2. Της Απόφασης (ΕΚ) αριθ. 2006/968/ΕΚ της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και διαδικασίες για την ηλεκτρονική αναγνώριση των αιγοπροβάτων.

3. Του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1505/2006 της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 2006 για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου όσον αφορά τους ελάχιστους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται για την αναγνώριση και την καταγραφή των αιγοπροβάτων.

Ειδικότερα, με τις πρόνοιες των πρώτων κανονισμών θεσπίζονται επιπρόσθετα μέτρα για συμμόρφωση των κατόχων αιγοπροβάτων με τις πρόνοιες των βασικών κανονισμών, έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που παρατηρούνται στην εφαρμογή και λειτουργία του σχεδίου αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων. Τα μέτρα αυτά καθορίζουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Τη μείωση από δύο σε ένα των ενωτίων που υποχρεούνται να τοποθετούν οι κτηνοτρόφοι στα ζώα τους που προορίζονται για σφαγή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα και τη μείωση του κόστους σήμανσης.

2. Την αύξηση του εύρους της χρονικής περιόδου εντός της οποίας είναι δυνατό να γίνει η σήμανση των ζώων από την ημερομηνία γέννησής τους από τρεις σε τέσσερις μήνες.

3. Την προσθήκη προνοιών σχετικά με τις υποχρεώσεις των προμηθευτών μέσων αναγνώρισης (ενωτίων), καθώς και σχετικά με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι κτηνοτρόφοι για εξασφάλιση ενωτίων από τις εταιρείες εμπορίας ενωτίων, ώστε να επιτυγχάνεται σωστή ενημέρωση της βάσης δεδομένων του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων, που τηρείται από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες.

4. Τον καθορισμό νέου εντύπου, το οποίο θα συμπληρώνεται από τους κτηνοτρόφους για τις περιπτώσεις μεταφοράς ζώων από εκμετάλλευση αναπαραγωγής σε εκμετάλλευση ζωεμπορίας ή πάχυνσης, έτσι ώστε οι πληροφορίες που τηρούνται στη βάση δεδομένων των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών να είναι αντιπροσωπευτικές και να εξασφαλίζεται η έγκαιρη επικαιροποίηση των σχετικών δεδομένων πριν από τη σφαγή των ζώων.

5. Την προσθήκη πρόνοιας σχετικά με την υποχρέωση τήρησης καθορισμένου ενημερωμένου μητρώου από τους κατόχους εκμεταλλεύσεων πάχυνσης ζώων και από τους εμπόρους ζώων προς σφαγή, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικότερος έλεγχος αναφορικά με το χρόνο παραμονής των ζώων στις ζωεμπορικές εκμεταλλεύσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην επιτροπή από το Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και συνοδεύουν τους πρώτους υπό αναφορά κανονισμούς, οι σχετικές τροποποιήσεις κρίθηκαν αναγκαίες για σκοπούς μείωσης του αυξημένου διοικητικού κόστους που προκύπτει από τους ελέγχους που διενεργούν οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες εξαιτίας της υφιστάμενης μη επαρκώς επικαιροποιημένης ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων. Σύμφωνα με τα πιο πάνω στοιχεία, η επικαιροποίηση της εν λόγω βάσης δεδομένων, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή και τον έλεγχο των κοινοτικών ενισχύσεων στα αιγοπρόβατα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Σκοπός των δεύτερων υπό συζήτηση κανονισμών, οι οποίοι εκδίδονται με βάση τα άρθρα 5 και 14 του περί της Υγείας των Ζώων Νόμου, είναι η θέσπιση νέων κανονισμών για τα τέλη τοποθέτησης ενωτίων στα αιγοπρόβατα, έτσι ώστε να επιτευχθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2003 για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (EK) αριθ. 1782/2003 και των Οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ».

Ειδικότερα, με τους εν λόγω κανονισμούς καθορίζονται τέλη τοποθέτησης ενωτίων, τα οποία θα επιβάλλονται από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, μόνο όταν η τοποθέτηση αυτών σε αιγοπρόβατα που προορίζονται για σφαγή θα γίνεται από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και όχι από τους ίδιους τους κτηνοτρόφους.

Στα πλαίσια των συνεδριάσεων της επιτροπής, η οποία, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, εξέτασε ταυτόχρονα και τους δύο υπό συζήτηση κανονισμούς, η εκπρόσωπος των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος ενημέρωσε την επιτροπή ότι προηγήθηκε εκτεταμένη διαβούλευση των αρμόδιων υπηρεσιών με τους εμπλεκόμενους φορείς για τους εν λόγω κανονισμούς, η οποία κατέληξε σε συμφωνημένες τοποθετήσεις. Η ίδια υποστήριξε ότι η έγκριση των προτεινόμενων κανονισμών θα συμβάλει στη βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και στη μείωση του κόστους σήμανσης που επωμίζονται οι κτηνοτρόφοι, αφού ο ευρωπαϊκός Κανονισμός 21/2004 παρέχει τη δυνατότητα παρέκκλισης, ώστε υπό προϋποθέσεις να επιτρέπεται η σήμανση με ένα ενώτιο.

Οι εκπρόσωποι της Παγκύπριας Ομάδας Επαγγελματιών Αιγοπροβατοτρόφων Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ και του Συνδέσμου Ζωοεμπόρων Κύπρου, εκπροσωπώντας και τις υπόλοιπες ομάδες επηρεαζόμενων φορέων που συμμετείχαν στην προαναφερόμενη διαβούλευση, συμφώνησαν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των κανονισμών αυτών.

Στα πλαίσια της εξέτασης των προτεινόμενων κανονισμών από την επιτροπή, μέλη της εξέφρασαν επιφυλάξεις αναφορικά με τη δυνατότητα των κτηνοτρόφων να ανταποκριθούν στις αυξημένες υποχρεώσεις που απαιτούνται από τις πρόνοιες των προτεινόμενων κανονισμών κυρίως όσον αφορά την τήρηση μητρώου και τη συμπλήρωση επιπρόσθετων εντύπων. Περαιτέρω, μέλη της επιτροπής ζήτησαν από τους αρμοδίους όπως εξεταστεί το ενδεχόμενο κάλυψης από το κράτος του κόστους σήμανσης των ζώων, υπό την προϋπόθεση βέβαια αυτό να είναι επιτρεπτό από το κοινοτικό κεκτημένο.

Σημειώνεται ότι οι εκπρόσωποι των αγροτικών οργανώσεων ΠΕΚ, ΕΚΑ, “Νέα Αγροτική Κίνηση”, “Παναγροτικός Σύνδεσμος” και “Ευρωαγροτικός” συμφώνησαν με τις πιο πάνω επιφυλάξεις και εισηγήσεις των μελών της επιτροπής.

Ο Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων, τοποθετούμενος στην πιο πάνω εισήγηση μελών της επιτροπής αναφορικά με την πληρωμή του τέλους σήμανσης των ζώων από το κράτος, υποστήριξε ότι αυτή δεν είναι επιτρεπτή στα πλαίσια του κοινοτικού κεκτημένου, καθότι το εν λόγω κόστος αποτελεί λειτουργική δαπάνη την οποία πρέπει να επωμιστούν οι κτηνοτρόφοι, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι κάθε ενίσχυση στο γεωργικό τομέα, ανεξαρτήτως του ύψους αυτής, θεωρείται ότι ενδεχομένως νοθεύει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Παράλληλα όμως, ο ίδιος ανέφερε ότι πιθανόν να υπάρχει δυνατότητα κάλυψης του εν λόγω κόστους, στα επιτρεπόμενα από το ευρωπαϊκό κεκτημένο πλαίσια, μέσω υφιστάμενων σχεδίων χρηματοδότησης της ΕΕ ή μέσω ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (deminimis).

Η εκπρόσωπος των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, τοποθετούμενη επί των πιο πάνω θέσεων των μελών της επιτροπής και του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων, ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Οι επιπρόσθετες διαδικασίες και τα έντυπα που προτείνονται με τους υπό συζήτηση κανονισμούς δεν αναμένεται να προκαλέσουν στους επηρεαζομένους ιδιαίτερες δυσκολίες, θέση με την οποία δε διαφώνησαν οι άμεσα επηρεαζόμενοι.

2. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες αποτάθηκαν στο παρελθόν στα αρμόδια όργανα της ΕΕ, προκειμένου να αποφανθούν για το ενδεχόμενο της μη επιβάρυνσης των κτηνοτρόφων με το κόστος σήμανσης των αιγοπροβάτων, και η απάντηση που έλαβαν ήταν αρνητική, καθότι αυτό συνιστά κρατική ενίσχυση, που αντιβαίνει στο κοινοτικό κεκτημένο. Περαιτέρω, η μόνη εξαίρεση που παραχωρήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία για θέμα σχετικό με το υπό συζήτηση είναι για τη σήμανση ζώων για σκοπούς αναπαραγωγής στα πλαίσια του σχεδίου καταπολέμησης της τρομώδους νόσου και το θέμα αυτό δεν μπορεί να συσχετιστεί με τη σήμανση των ζώων για σφαγή.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Γεωργίας και Φυσικών Πόρων, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της και αφού προηγουμένως επέφερε στο κείμενο των κανονισμών μικρής έκτασης νομοτεχνικές βελτιώσεις για σκοπούς σαφέστερης διατύπωσης των κειμένων τους, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την έγκρισή τους όπως αυτοί τελικά διαμορφώθηκαν σύμφωνα με τα πιο πάνω.

   

 

 9 Ιουνίου 2015

 

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων