Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για τις προτάσεις νόμου του επισυνημμένου παραρτήματος

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Νίκος Νικολαΐδης, εκπροσωπώντας τον κ. Φειδία Σαρίκα
Άριστος Δαμιανού  
Γιώργος Γεωργίου  
Νεόφυτος Κωνσταντίνου, εκπροσωπώντας τον κ. Αντώνη Αντωνίου  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου, η οποία τιτλοφορείται «Ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2013» και η οποία κατατέθηκε από το βουλευτή κ. Νίκο Νικολαΐδη εκ μέρους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, σε αριθμό συνεδριών της, που πραγματοποιήθηκαν στις 2 Φεβρουαρίου, στις 11 Νοεμβρίου 2014, καθώς και την 21η Ιανουαρίου, στις 18 Φεβρουαρίου, 11 Μαρτίου, 6 και 27 Μαΐου, καθώς και στις 10, 17 και 22 Ιουνίου 2015. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και της ΠΑΣΥΔΥ.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε τις προτάσεις νόμου υπ’ αριθμόν 2 έως 9, οι οποίες κατατέθηκαν από τους βουλευτές κ. Σωτήρη Σαμψών εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και Νεόφυτο Κωνσταντίνου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 3, 10, 17 και 22 Ιουνίου 2015. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της ΠΑΣΥΔΥ, της ΟΕΛΜΕΚ, της ΟΛΤΕΚ, της ΠΟΕΔ, της ΟΗΟ-ΣΕΚ, της ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ, της ΔΕΟΚ και της Παγκύπριας Ομοσπονδίας Ανεξαρτήτων Συντεχνιών (ΠΟΑΣ). Η ΟΛΤΕΚ και η ΔΕΟΚ, παρ’ όλο που κλήθηκαν, δεν εκπροσωπήθηκαν στις συνεδριάσεις αυτές.

Σκοπός της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν. αρ. 1/1990), ώστε να αρθούν οι απαγορεύσεις που υπάρχουν στο νόμο αυτό και οι οποίες δεν επιτρέπουν σε δημόσιο υπάλληλο να κατέχει κομματικό αξίωμα ή να αναμειγνύεται στην οργάνωση συγκεντρώσεων ή άλλων εκδηλώσεων κομματικού χαρακτήρα ή που αποβλέπουν στην προώθηση των πολιτικών επιδιώξεων οποιουδήποτε προσώπου ή κόμματος ή να εκφωνεί λόγους σε αυτές, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στους δημόσιους υπαλλήλους να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της πολιτικής ζωής του τόπου.

Σημειώνεται ότι η υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου συζητήθηκε από κοινού με δύο άλλες συναφείς προτάσεις νόμου, οι οποίες κατατέθηκαν από τη βουλευτή κ. Μαρία Κυριακού εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και το βουλευτή κ. Νεόφυτο Κωνσταντίνου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, αντίστοιχα, και με τις οποίες προτείνεται η τροποποίηση της ίδιας νομοθεσίας, δηλαδή του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, και αποσκοπούν επίσης στη διεύρυνση του δικαιώματος των δημόσιων υπαλλήλων να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή του τόπου μέσω πιο ενεργούς δραστηριότητάς τους εντός των πολιτικών κομμάτων της επιλογής τους.

Σκοπός της υπ’ αριθμόν 2 πρότασης νόμου, που τιτλοφορείται «Ο περί των Πολιτικών Δικαιωμάτων Δημόσιων Υπαλλήλων, Εκπαιδευτικών Λειτουργών, Δημοτικών Υπαλλήλων, Κοινοτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου Νόμος του 2015», είναι η θέσπιση νόμου πλαισίου για τη θεσμοθέτηση ενός συστήματος με βάση το οποίο θα επιτρέπεται στους δημόσιους υπαλλήλους, στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς και στους υπαλλήλους των δήμων, των κοινοτήτων και των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου να συμμετέχουν ενεργά στα πολιτικά κόμματα, κατοχυρώνοντας έτσι το δικαίωμα των υπαλλήλων αυτών να συμμετέχουν στην πολιτική διαδικασία και διασφαλίζοντας παράλληλα την αρχή της διάκρισης μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και της διοικητικής λειτουργίας, καθώς και το δικαίωμα των πολιτών για ίση και αμερόληπτη μεταχείριση στις συναλλαγές τους με τις υπηρεσίες αυτές.

Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Υπάλληλος που κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα μέχρι και την Κλίμακα Α7 του κυβερνητικού μισθολογίου δύναται να εκλεγεί ή να διοριστεί σε κομματικό αξίωμα χωρίς περιορισμούς, ενώ υπάλληλος που κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα ίση με ή ανώτερη από την Κλίμακα Α8 του κυβερνητικού μισθολογίου δύναται να εκλεγεί ή να διοριστεί σε κομματικό αξίωμα κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής, δηλαδή του οργάνου που είναι υπεύθυνο για τους διορισμούς και τις προαγωγές του προσωπικού στην υπηρεσία στην οποία αυτός ανήκει.

2. Με στόχο την ολιστική αντιμετώπιση του θέματος αυτού μέσα από μια ενιαία ρύθμιση, ενσωματώνονται στο νέο προτεινόμενο νόμο πλαίσιο οι υφιστάμενες διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου και του περί Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (Αξιολόγηση, Ελευθερία Έκφρασης Γνώμης και Πολιτικά Δικαιώματα Υπαλλήλων) Νόμου που αφορούν τη διαδικασία που ακολουθείται, σε περίπτωση που υπάλληλος κατέλθει ως υποψήφιος σε εκλογές για διεκδίκηση αξιώματος ασυμβίβαστου με την ιδιότητά του ως δημόσιου υπαλλήλου, εκπαιδευτικού λειτουργού και υπαλλήλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, αντίστοιχα.

Σκοπός των υπ’ αριθμόν 3, 4 και 5 προτάσεων νόμου, που τιτλοφορούνται «Ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015», «Ο περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2015» και «Ο περί Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (Αξιολόγηση, Ελευθερία Έκφρασης Γνώμης και Πολιτικά Δικαιώματα Υπαλλήλων) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015», είναι η τροποποίηση των διατάξεων του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν. αρ. 1/1990), του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου (Ν. αρ. 10/1969) και του περί Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (Αξιολόγηση, Ελευθερία Έκφρασης Γνώμης και Πολιτικά Δικαιώματα Υπαλλήλων) Νόμου (Ν. αρ. 155/1990), αντίστοιχα, έτσι ώστε οι διατάξεις τους οι οποίες ρυθμίζουν τα πολιτικά δικαιώματα των υπαλλήλων, που διέπονται από τους νόμους αυτούς, να αντικατασταθούν από διάταξη που να παραπέμπει στις νέες ρυθμίσεις για τα θέματα αυτά, οι οποίες περιλήφθηκαν στο νόμο πλαίσιο που προτείνεται με την υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου.

Σκοπός των υπ’ αριθμόν 6, 7, 8 και 9 προτάσεων νόμου, που τιτλοφορούνται «Ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2015», «Ο περί Κοινοτήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2015», «Ο περί Αποχετευτικών Συστημάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2015» και «Ο περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικών και Άλλων Περιοχών) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015», είναι η προσθήκη διάταξης στον περί Δήμων Νόμο (Ν. αρ. 111/1985), στον περί Κοινοτήτων Νόμο [Ν. αρ. 86(Ι)/1999], στον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο (Ν. αρ. 1/1971) και στον περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικών και Άλλων Περιοχών) Νόμο (Κεφ. 350) που να αναφέρει ρητά ότι τα πολιτικά δικαιώματα των υπαλλήλων δημοτικού συμβουλίου, κοινοτικού συμβουλίου, συμβουλίου αποχετεύσεων και συμβουλίου υδατοπρομήθειας, αντίστοιχα, ασκούνται επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου πλαισίου που προτείνεται με την υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου.

Εισάγοντας την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου ο εισηγητής της κ. Νίκος Νικολαΐδης εξέφρασε την άποψη ότι η υφιστάμενη νομοθεσία θέτει τους δημόσιους υπαλλήλους σε δυσμενέστερη θέση από τους υπόλοιπους πολίτες της Δημοκρατίας σε ό,τι αφορά τα πολιτικά τους δικαιώματα και ειδικότερα αναφορικά με τη δυνατότητα εμπλοκής τους στην πολιτική διαδικασία του τόπου, περιορίζοντας το δικαίωμα αυτό μόνο στη δυνατότητα συμμετοχής τους ως απλών μελών πολιτικών κομμάτων και απαγορεύοντάς τους ουσιαστικά τη συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα ως αξιωματούχων ή τη συμμετοχή στη διοργάνωση διάφορων πολιτικών εκδηλώσεων. Όπως επισήμανε ο ίδιος, το δικαίωμα αυτό πρέπει να παραχωρηθεί σε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό στην άσκησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου, που διεξήχθη από κοινού με τις προαναφερόμενες δύο άλλες συναφείς προτάσεις νόμου, ενώπιον της επιτροπής η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας υιοθέτησε προηγούμενη γνωμάτευση του τέως Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφορικά με το θέμα, ημερομηνίας 18 Ιουλίου 2013, που κοινοποιήθηκε στους γενικούς διευθυντές όλων των υπουργείων και του τότε Γραφείου Προγραμματισμού, και αναφέρθηκε ειδικότερα στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι προτάσεις νόμου διαλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας διακρίνει την πολιτική εξουσία και τη διοικητική λειτουργία του κράτους και γι’ αυτό απαγορεύει την ανάμειξη της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία, έχοντας ως σκοπό την τήρηση της διοικητικής λειτουργίας μακριά από την πολιτική επιρροή, τη διασφάλιση της αμερόληπτης εκτέλεσης των καθηκόντων των δημόσιων λειτουργών και την κατοχύρωση του πολιτικά απρόσωπου χαρακτήρα της δημόσιας υπηρεσίας στο σύνολό της.

2. Κάθε δημόσιος υπάλληλος οφείλει πίστη και σεβασμό στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο ανεξάρτητο της δημόσιας υπηρεσίας, η οποία ακομμάτιστα υπηρετεί το σύνολο του λαού, εφόσον, όπως προβλέπεται και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 60 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους».

3. Η αμεροληψία της δημόσιας υπηρεσίας θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για τη χρηστή διοίκηση και δυνατόν να θεωρηθεί ως περιλαμβανόμενη στις αρχές του κράτους δικαίου.

Η εκπρόσωπος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών εξέφρασε τη θέση ότι, αφού το θέμα είναι κατεξοχήν νομικό, πρέπει να ακολουθηθεί η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Επισήμανε εξάλλου ότι με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, που θεσπίστηκε το 1990, διασφαλίστηκαν τα πολιτικά δικαιώματα των δημόσιων υπαλλήλων σε αντίθεση με τον προηγούμενο συναφή νόμο, ο οποίος απαγόρευε πλήρως την ενεργό ανάμειξη δημόσιου υπαλλήλου σε δημόσιες εκδηλώσεις πολιτικού χαρακτήρα. Με τον ισχύοντα περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, σύμφωνα με την ίδια, κάθε δημόσιος υπάλληλος έχει το δικαίωμα να εκφράζεται ελεύθερα, να είναι απλό μέλος πολιτικού κόμματος της επιλογής του, να παρευρίσκεται σε πολιτικές συγκεντρώσεις και να είναι υποψήφιος για εκλογή σε πολιτειακά αξιώματα.

Ο γενικός γραμματέας της ΠΑΣΥΔΥ διαφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου και των δύο άλλων συναφών προτάσεων νόμου και εξέφρασε την άποψη ότι οι προτεινόμενες με αυτές τροποποιήσεις συγκρούονται ευθέως με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 60 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, που προβλέπει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι «υπηρετούν το σύνολο του λαού, οφείλουν πίστη στο σύνταγμα και τους νόμους και αφοσίωση στο κράτος». Ο ίδιος αναφέρθηκε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας διακρίνει την πολιτική εξουσία και τη διοικητική λειτουργία και απαγορεύει την ανάμειξη της πολιτικής εξουσίας στη διοικητική λειτουργία του κράτους.

Εισάγοντας τις υπ’ αριθμόν 2 έως 9 προτάσεις νόμου, ο εκ των εισηγητών τους πρόεδρος της επιτροπής κ. Σωτήρης Σαμψών σημείωσε ότι με τις προτάσεις αυτές παρέχεται το δικαίωμα συμμετοχής στα συλλογικά όργανα πολιτικών κομμάτων όχι μόνο σε δημόσιους υπαλλήλους, αλλά και στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς και στους υπαλλήλους των δήμων, των κοινοτήτων και των ημικρατικών οργανισμών, ρύθμιση η οποία δεν περιλαμβάνεται στην υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου, γεγονός που συνιστά διάκριση μεταξύ των μελών της δημόσιας υπηρεσίας και των υπόλοιπων υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στους οποίους επιβάλλεται η ίδια απαγόρευση συμμετοχής στην πολιτική ζωή του τόπου. Ο ίδιος εισηγητής εξέφρασε την άποψη ότι η προτεινόμενη υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από την αρμόδια αρχή, για σκοπούς συμμετοχής υπαλλήλων που κατέχουν θέση με μισθοδοτική κλίμακα ίση με ή ανώτερη από την Κλίμακα Α8 του κυβερνητικού μισθολογίου, διασφαλίζει τη διάκριση μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και της διοικητικής λειτουργίας, αφού η αρμόδια αρχή θα εγκρίνει τη σχετική αίτηση, μόνο σε περίπτωση που η πολιτική εξουσία που θα ασκεί ο αιτητής δε θα επηρεάζει τη διοικητική λειτουργία της θέσης που κατέχει.

Στα πλαίσια της εξέτασης των υπό αναφορά προτάσεων νόμου, η εκπρόσωπος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών επανέλαβε τις απόψεις και θέσεις που εξέφρασε κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου. Περαιτέρω, εξέφρασε τον προβληματισμό κατά πόσο οι υπ’ αριθμόν 2 έως 9 προτάσεις νόμου ξεπερνούν τα νομικά και συνταγματικά κωλύματα που αφορούν το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δημόσιου υπαλλήλου με τα κομματικά αξιώματα και κατά πόσο η απαιτούμενη αμερόληπτη κρίση κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων υπαλλήλου επηρεάζεται, αν οι εν λόγω αρμοδιότητες ασκούνται από υπαλλήλους που κατέχουν και κομματικά αξιώματα.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε την άποψη ότι η προβλεπόμενη στην υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου προϋπόθεση με βάση την οποία πρέπει να εξασφαλίζεται άδεια από την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή πριν από την ανάληψη κομματικού αξιώματος συγκεράζει σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης και της προβλεπόμενης στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ερμηνευθείσας στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχής της διάκρισης μεταξύ της διοικητικής λειτουργίας και της πολιτικής εξουσίας, αφού με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η αποφυγή σύγκρουσης μεταξύ των δύο. Η ίδια εξέφρασε προβληματισμό αναφορικά με τον ορισμό του όρου “κομματικό αξίωμα”, σημειώνοντας ότι αυτός χρήζει διευκρίνισης, και εισηγήθηκε όπως στον ορισμό αυτό περιληφθεί αναφορά στο καταστατικό του κόμματος στο οποίο ανήκει ο κάτοχος του αξιώματος, κατά τρόπο που να ερμηνεύεται με σαφήνεια ποιος κομματικός αξιωματούχος επηρεάζει άμεσα τη διαμόρφωση πολιτικών ή εμπλέκεται άμεσα στην άσκηση πολιτικής εξουσίας με βάση το καταστατικό αυτό.

Ο γενικός γραμματέας της ΠΑΣΥΔΥ διαφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των υπό αναφορά προτάσεων νόμου και επανέλαβε τις απόψεις και θέσεις που εξέφρασε κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθμόν 1 πρότασης νόμου. Ο ίδιος τόνισε ότι η δημόσια υπηρεσία σε κάθε ευνομούμενο κράτος παραμένει πολιτικά και κομματικά ανεξάρτητη, για να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, και εξέφρασε την άποψη ότι οι υφιστάμενες διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου οριοθετούν τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί να δραστηριοποιηθεί πολιτικά ο δημόσιος υπάλληλος, δηλαδή την ιδιότητα του απλού μέλους πολιτικού κόμματος.

Ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ εξέφρασε την άποψη ότι οι ισχύουσες διατάξεις αναφορικά με τα πολιτικά δικαιώματα των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα αποτελούν πολιτικό ρατσισμό. Ο ίδιος, παρ’ όλο που συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτάσεων νόμου, διαφώνησε με την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από την αρμόδια αρχή όπως αυτή προβλέπεται στην υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου, δηλώνοντας ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να δοθεί σε όλους χωρίς την ανάγκη εξασφάλισης άδειας.

Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔ συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτάσεων νόμου, αλλά παράλληλα εξέφρασε την άποψη ότι η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από κατόχους θέσεων με μισθοδοτική Κλίμακα Α8 και άνω είναι περιοριστική σχεδόν για όλους τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς και, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της εκπαιδευτικής υπηρεσίας, εισηγήθηκε όπως η εν λόγω υποχρέωση μετατεθεί από την Κλίμακα Α8 στην Κλίμακα Α13(ii) ή ανώτερη, δηλαδή στη μισθοδοτική κλίμακα στην οποία εμπίπτει η θέση Επιθεωρητή.

Ο εκπρόσωπος της ΟΗΟ-ΣΕΚ συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτάσεων νόμου, εξέφρασε όμως τον προβληματισμό ότι με τις προτάσεις νόμου δε διασφαλίζεται η αμεροληψία στην εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων, καθώς και ανησυχία αναφορικά με τον πολιτικό χαρακτήρα των διοικητικών συμβουλίων ημικρατικών οργανισμών και των δημοτικών συμβουλίων, τα οποία θα καλούνται να λαμβάνουν αποφάσεις για την παροχή άδειας σε υπάλληλό τους για σκοπούς κατοχής κομματικού αξιώματος, ειδικά σε σύγκριση με τις ανεξάρτητες αρχές, όπως η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ή η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας.

Ο γενικός γραμματέας της ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτάσεων νόμου και εξέφρασε την άποψη ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να δοθεί σε όλους τους υπαλλήλους χωρίς την ανάγκη εξασφάλισης άδειας από την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή, αλλά ταυτόχρονα, όπου είναι αναγκαίο, να καθοριστούν οι θέσεις οι κάτοχοι των οποίων απαγορεύεται να κατέχουν κομματικά αξιώματα, ώστε να μην επαφίεται στην κάθε αρμόδια αρχή η λήψη σχετικής απόφασης.

Ο εκπρόσωπος της ΠΟΑΣ συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις των προτάσεων νόμου, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για σαφή καθορισμό των κομματικών αξιωμάτων, έτσι ώστε να αποκλείονται οι θέσεις στην ανώτερη ιεραρχία ενός κόμματος και να καλύπτονται από τους προτεινόμενους νόμους μόνο τα κατώτερα όργανα ή τα όργανα επαρχιακού επιπέδου.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής υιοθέτησαν, υπό την επιφύλαξη των τελικών τους θέσεων επί των υπό αναφορά θεμάτων, την εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας αναφορικά με τον ορισμό του όρου “κομματικός αξιωματούχος” και παράλληλα επέφεραν επιπρόσθετα στο κείμενο της υπ’ αριθμόν 2 πρότασης νόμου περαιτέρω τροποποιήσεις, με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών της.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού κ. Ρίκκος Μαππουρίδης κατέθεσε γραπτώς τις ακόλουθες θέσεις:

1. Ο ορισμός του όρου “κομματικό αξίωμα” βασίζεται σε εισήγηση που είχε κατατεθεί ενώπιον της επιτροπής από τον ίδιο για τροποποίηση του περί Πολιτικών Κομμάτων Νόμου, ώστε τα κόμματα να καθορίζουν τα κομματικά αξιώματα που θεωρούν ότι εμπίπτουν στους περιορισμούς που τίθενται με την υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου. Με την ίδια εισήγηση προτεινόταν η δημιουργία μητρώου κομματικών αξιωματούχων, το οποίο να έλεγχε ο Έφορος Πολιτικών Κομμάτων. Επομένως, οι προτιθέμενοι να διεκδικήσουν κομματικό αξίωμα θα γνώριζαν από προηγουμένως ότι, σε περίπτωση εκλογής ή διορισμού τους, έπρεπε, πριν αναλάβουν το σχετικό αξίωμα, να εξασφαλίσουν την άδεια της αρμόδιας αρχής.

Η μη επιβολή υποχρέωσης στα πολιτικά κόμματα να καθορίσουν τους κομματικούς αξιωματούχους παρέχει στα πρόσωπα που θα αναλάβουν κομματικό αξίωμα την ευχέρεια να αποταθούν ή όχι για άδεια, ανάλογα με τον τρόπο που αυτοί αντιλαμβάνονται το ρόλο τους στο συγκεκριμένο κομματικό αξίωμα. Τούτο θα καθιστούσε τον προτεινόμενο νόμο ανενεργό και την υποβολή αίτησης για παραχώρηση άδειας συμμετοχής μη υποχρεωτική. Αν κάποιος καλόπιστα ή κακόπιστα θεωρήσει ότι το κομματικό αξίωμα που διεκδικεί δεν εμπίπτει στον ορισμό του προτεινόμενου νόμου και για το λόγο αυτό δεν υποβάλει σχετική αίτηση για παραχώρηση άδειας από την αρμόδια αρχή, δεν υπόκειται σε καμιά πειθαρχική διαδικασία ή άλλη κύρωση. Για το λόγο αυτό υποβάλλεται η εισήγηση να επαναφερθούν οι εισηγήσεις που είχαν κατατεθεί στην επιτροπή για θεσμοθέτηση διαδικασίας καθορισμού των κομματικών αξιωματούχων και για ξεχωριστή τροποποίηση κάθε ειδικού νόμου, ώστε να περιληφθούν σε κάθε τέτοιο νόμο οι σχετικές ρυθμίσεις για τα πολιτικά δικαιώματα.

2. Στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 60 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου προβλέπεται ότι η μη συμμόρφωση με νομοθετικές διατάξεις αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, διάταξη βάσει της οποίας επιτρέπεται η πειθαρχική δίωξη δημόσιων υπαλλήλων σε περίπτωση παράβασης των σχετικών προνοιών του νόμου πλαισίου που προτείνεται με την υπ’ αριθμόν 2 πρόταση νόμου. Ωστόσο, τέτοια διάταξη δεν υπάρχει σε όλους τους ειδικούς νόμους που διέπουν τους υπαλλήλους για τους οποίους θα εφαρμόζεται ο προτεινόμενος νόμος πλαίσιο. Τούτο δημιουργεί ακόμη ένα πρόβλημα στην προώθηση νόμου πλαισίου αντί στην τροποποίηση των κατ’ ιδίαν προνοιών κάθε ειδικού νόμου, το οποίο μπορεί να επιλυθεί με τη συμπερίληψη στο κείμενο του προτεινόμενου νόμου πλαισίου ειδικής πρόνοιας με βάση την οποία η παράλειψη υποβολής αίτησης στην αρμόδια αρχή για εξασφάλιση άδειας πριν από την ανάληψη κομματικού αξιώματος, όπου τέτοια άδεια απαιτείται, να συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

3. Στη βάση των πιο πάνω θέσεών του, το υπό αναφορά μέλος της επιτροπής εξέφρασε τη διαφωνία του με τις υπ’ αριθμόν 2 έως 9 προτάσεις νόμου όπως αυτές έχουν κατατεθεί από τους εισηγητές τους και διαμορφωθεί από την επιτροπή.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, διαμόρφωσε τις ακόλουθες θέσεις:

1. Όσον αφορά την υπ’ αριθμόν 1 πρόταση νόμου:

(α) ο πρόεδρος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και ο κ. Φύτος Κωνσταντίνου, που εκπροσωπούσε τον κ. Αντώνη Αντωνίου, μέλος της επιτροπής βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, τάχθηκαν εναντίον της ψήφισης της πρότασης νόμου σε νόμο,

(β) τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εξέφρασαν την άποψη ότι η συζήτηση της πρότασης νόμου ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών δεν έχει εξαντληθεί και επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί του θέματος στην ολομέλεια του σώματος και

(γ) ο βουλευτής κ. Νίκος Νικολαΐδης, που εκπροσωπούσε τον κ. Φειδία Σαρίκα, μέλος της επιτροπής βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, τάχθηκε υπέρ της ψήφισης της πρότασης νόμου σε νόμο.

2. Όσον αφορά τις υπ’ αριθμόν 2 έως 9 προτάσεις νόμου:

(α) ο πρόεδρος της επιτροπής βουλευτής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού και ο κ. Φύτος Κωνσταντίνου, που εκπροσωπούσε τον κ. Αντώνη Αντωνίου, μέλος της επιτροπής βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, τάχθηκαν υπέρ της ψήφισης των προτάσεων νόμου όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί με βάση τα πιο πάνω σε νόμο,

(β) τα μέλη της επιτροπής βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις εξέφρασαν την άποψη ότι η συζήτηση των προτάσεων νόμου ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών δεν έχει εξαντληθεί και επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί του θέματος στην ολομέλεια του σώματος και

(γ) ο βουλευτής κ. Νίκος Νικολαΐδης, που εκπροσωπούσε τον κ. Φειδία Σαρίκα, μέλος της επιτροπής βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί σχετικά στην ολομέλεια του σώματος.

Υπό το φως των πιο πάνω θέσεων, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών υποβάλλει την παρούσα έκθεση στην ολομέλεια του σώματος για τη λήψη τελικής απόφασης σε ξεχωριστή ψηφοφορία.

23 Ιουνίου 2015

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2013.
2. Ο περί των Πολιτικών Δικαιωμάτων Δημόσιων Υπαλλήλων, Εκπαιδευτικών Λειτουργών, Δημοτικών Υπαλλήλων, Κοινοτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου Νόμος του 2015.
3. Ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015.
4. Ο περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2015.
5. Ο περί Νομικών Προσώπων Δημόσιου Δικαίου (Αξιολόγηση, Ελευθερία Έκφρασης Γνώμης και Πολιτικά Δικαιώματα Υπαλλήλων) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015.
6. Ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2015.
7. Ο περί Κοινοτήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2015.
8. Ο περί Αποχετευτικών Συστημάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2015.
9. Ο περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικών και Άλλων Περιοχών) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015.

 

 

 

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων