Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί Αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - Αποκατάσταση Προσώπων που Καταδικάστηκαν σε Ποινικές Υποθέσεις (Αποτελεσματική Εφαρμογή Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών) Νόμος του 201

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος Γιώργος Γεωργίου
Άριστος Δαμιανού Αντώνης Αντωνίου
Γιώργος Λουκαΐδης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε τέσσερις συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 8 Οκτωβρίου και στις 26 Νοεμβρίου 2014, καθώς και στις 14 Ιανουαρίου και στις 4 Φεβρουαρίου 2015. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η θεσμοθέτηση διαδικασίας για τη δυνατότητα αποκατάστασης προσώπου το οποίο έχει καταδικαστεί από τα δικαστήρια της Δημοκρατίας σε ποινική υπόθεση, σε περίπτωση που η καταδίκη αυτού τελεί υπό αμφισβήτηση έπειτα από σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) λόγω σοβαρής παραβίασης του δικαιώματος της δίκαιης δίκης ή άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων, που διέγνωσε το ΕΔΑΔ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, οι πρόνοιες του νομοσχεδίου αφορούν περιπτώσεις όπου η καταβολή αποζημιώσεων για την παραβίαση των ως άνω αναφερόμενων δικαιωμάτων του καταδικασθέντος δεν αποτελεί επαρκή θεραπεία και απαιτείται η κατά το δυνατόν αποκατάσταση του καταδικασθέντος, για να επιτευχθεί συμμόρφωση της Δημοκρατίας με τη σχετική απόφαση του ΕΔΑΔ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το ζήτημα αυτό ανέκυψε για πρώτη φορά έπειτα από την απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Κυπριανού εναντίον Κύπρου, όπου ο αιτητής, έπειτα από καταδικαστική για τη Δημοκρατία απόφαση του ΕΔΑΔ λόγω παραβίασης του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο τον ενημέρωσε ότι, ελλείψει οποιασδήποτε θεσμοθετημένης με νόμο διαδικασίας, το αίτημά του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί. Σημειώνεται ότι η συμμόρφωση της Δημοκρατίας με την πιο πάνω απόφαση συνεχίζει να επιτηρείται από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι ακόμη δεν έχει θεσμοθετηθεί διαδικασία και δυνατότητα αποκατάστασης. Σημειώνεται επίσης ότι η θεσμοθέτηση της διαδικασίας αυτής είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση της Δημοκρατίας με την απόφαση του ΕΔΑΔ και χωρίς αυτή δεν μπορεί να υιοθετηθεί τελικό ψήφισμα από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για το κλείσιμο της υπόθεσης.

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου ενώπιον της επιτροπής οι εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ενημέρωσαν την επιτροπή ότι η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στο παρόν στάδιο επικεντρώνεται στην εξέταση υποθέσεων η συμμόρφωση με τις οποίες εκκρεμεί εδώ και πέντε ή περισσότερα χρόνια και ότι, λόγω του μεγάλου χρόνου που έχει περάσει από την τελεσιδικία της πιο πάνω απόφασης, αναμένεται ότι η εξέταση της συμμόρφωσης της Δημοκρατίας θα αναβαθμιστεί από τη συνήθη διαδικασία (standard procedure) στην ενισχυμένη διαδικασία (enhanced procedure).

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως σημείωσε ότι με βάση τις πρόνοιες του νομοσχεδίου το Ανώτατο Δικαστήριο θα έχει εξουσία μεταξύ άλλων είτε να ακυρώσει την καταδικαστική απόφαση είτε να διατάξει εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο που την εκδίκασε για πρώτη φορά ή από άλλο δικαστήριο.

Η εκπρόσωπος του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμφώνησε με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του νομοσχεδίου, εξέφρασε όμως επιφύλαξη αναφορικά με την πιθανή δημιουργία τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας, κάτι που αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 155 του συντάγματος της Δημοκρατίας, το οποίο προβλέπει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το ανώτατο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της Δημοκρατίας.

Ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συμφώνησε με τη θεσμοθέτηση της προτεινόμενης διαδικασίας για αποκατάσταση καταδικασθέντων και εξέφρασε την άποψη ότι η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί τριτοβάθμια δικαιοδοσία, γι’ αυτό και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 155 του συντάγματος.

Σε απάντηση προς την επιφύλαξη της εκπροσώπου του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας κατέθεσαν στην επιτροπή γραπτή γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

1. Η εξουσία που παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αποτελεί προέκταση της ήδη υπάρχουσας δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας που ασκεί.

2. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται αιτημάτων, όπως αυτή προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του προτεινόμενου νόμου, εκπηγάζει από το άρθρο 35 του συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΙΙ του συντάγματος, οι οποίες διασφαλίζουν θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες. Συνεπώς, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 35 του συντάγματος, να λαμβάνει μέτρα με σκοπό την παροχή αποτελεσματικής θεραπείας και την αποκατάσταση προσώπων τα οποία έχουν καταδικαστεί σε ποινικές υποθέσεις συνεπεία σοβαρών παραβιάσεων των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων.

Την επιτροπή απασχόλησε περαιτέρω η διαπιστωθείσα ασάφεια ως προς τη διαδικασία με την οποία θα κρίνεται η κατάληξη αιτήματος που υποβάλλεται δυνάμει των προνοιών του προτεινόμενου νόμου, σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ικανοποιούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου προϋποθέσεις για την έκδοση από αυτό οποιασδήποτε απόφασης, διατάγματος ή οδηγίας για την αποκατάσταση του προσώπου που καταδικάστηκε και συγκεκριμένα όταν δεν ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

1. Ο καταδικασθείς, λόγω των παραβιάσεων που διαγνώσθηκαν από το ΕΔΑΔ για την ποινική υπόθεση στην οποία καταδικάστηκε, συνεχίζει να υπόκειται σε σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τις οποίες η καταβολή αποζημίωσης δεν αποτελεί επαρκή θεραπεία.

2. Συντρέχει, στην περίπτωση του καταδικασθέντος, οποιοσδήποτε από τους πιο κάτω λόγους για τους οποίους απαιτείται αποκατάστασή του από τα δικαστήρια της Δημοκρατίας και η κατά το δυνατόν επίτευξή της με απόφαση, διάταγμα ή οδηγία:

α. εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για την καταδίκη του εν λόγω προσώπου λόγω σοβαρών σφαλμάτων, παρατυπιών ή ελλείψεων κατά παράβαση της σύμβασης, τις οποίες διέγνωσε το ΕΔΑΔ για διαδικασία ποινικής υπόθεσης, ή

β. το ΕΔΑΔ διέγνωσε στην απόφασή του παραβίαση της σύμβασης, λόγω καταδίκης του πιο πάνω προσώπου για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος με πράξεις ή παραλείψεις ή συμπεριφορά που, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, αποτελούν νόμιμη άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων ή ελευθεριών, ή

γ. προκύπτει από την απόφαση του ΕΔΑΔ οποιοσδήποτε άλλος ανάλογα σοβαρός λόγος σε σχέση με την καταδίκη του εν λόγω προσώπου, για το οποίο απαιτείται αποκατάσταση.

Κατά τη συζήτηση του ζητήματος αυτού διαφάνηκε ότι στην περίπτωση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο θα διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις με απόφασή του, η οποία θα κοινοποιείται στο πρόσωπο που υπέβαλε το αίτημα και στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, η επιτροπή διαμόρφωσε το κείμενο του νομοσχεδίου με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών του προς την κατεύθυνση αυτή.

Επιπρόσθετα, η επιτροπή επέφερε στο αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου περαιτέρω τροποποιήσεις με σκοπό τη διασαφήνιση των προνοιών του, καθώς και τη βελτίωσή του από νομοτεχνικής άποψης.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, ομόφωνα εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω.

 

 

 

10 Φεβρουαρίου 2015

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων