Αρχείο

    

Κοινή έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού και της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τους αναπεμφθέντες νόμους «Ο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014» και «Ο περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2014»

Παρόντες:

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού: Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών:
Άγγελος Βότσης, αναπλ. πρόεδρος Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος
Πρόδρομος Προδρόμου Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου
Μάριος Μαυρίδης Χρίστος Μέσης
Μαρία Κυριακού Κυριάκος Χατζηγιάννης
Γιάννος Λαμάρης Δημήτρης Συλλούρης
Πάμπος Παπαγεωργίου Γιώργος Περδίκης
Νίκος Νικολαΐδης Μη μέλη των επιτροπών:
Γιώργος Περδίκης Ρίκκος Μαππουρίδης
Νίκος Κουτσού Σκεύη Κούτρα Κουκουμά
  Άριστος Δαμιανού
  Σοφοκλής Φυττής
  Ρούλα Μαυρονικόλα

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού και η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών επανεξέτασαν σε από κοινού συνεδρία τους, που πραγματοποιήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, τους πιο πάνω νόμους, τους οποίους ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 6 Σεπτεμβρίου 2014 και οι οποίοι αναπέμφθηκαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του συντάγματος. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ο Υπουργός Οικονομικών, εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, καθώς και ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος.

Σκοπός του πρώτου υπό αναφορά αναπεμφθέντος νόμου είναι η τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας για τις εργασίες πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε πελάτη πιστωτικού ιδρύματος ο οποίος θεωρεί ότι το ίδρυμα παρέβη οποιαδήποτε υποχρέωση έχει με βάση οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας που αφορά τη διαδικασία αναδιάρθρωσης των δανείων να προβαίνει σε καταγγελία στο Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

Σημειώνεται ότι η καταγγελία μπορεί να αφορά παραβάσεις που τελέστηκαν τόσο πριν όσο και μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου.

Υπενθυμίζεται ότι σε περίπτωση που κατά την ολοκλήρωση της διερεύνησης από το Διοικητή, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα πέντε (45) ημέρες, διαπιστωθεί παράβαση, τότε οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης υποθήκης με εξασφάλιση επί κύριας κατοικίας, δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, αναστέλλεται μέχρι την πλήρη άρση της παράβασης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου, η διαδικασία της αναστολής της εκποίησης τερματίζεται και σε περίπτωση που η διαδικασία αναδιάρθρωσης του δανείου απολήγει σε υπογραφή νέας ή τροποποιημένης δανειακής σύμβασης.

Όπως είναι γνωστό, με το δεύτερο υπό αναφορά αναπεμφθέντα νόμο σκοπείται η τροποποίηση της βασικής νομοθεσίας, ώστε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να δύναται, για σκοπούς διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, να ρυθμίζει με την έκδοση ειδικών ή γενικών οδηγιών ή κατευθυντήριων γραμμών, ως ήθελε κρίνει αναγκαίο, δυνάμει των εξουσιών που της παρέχονται ως μακροπροληπτική αρχή, τον αριθμό και το είδος των γενόμενων εκάστοτε εκποιήσεων και άλλα συναφή με αυτά ζητήματα ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου, προβλέπεται ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θα προβαίνει σε κατάταξη ανά κατηγορία των ενυπόθηκων δανείων για τα οποία έχουν αρχίσει ή έχουν ολοκληρωθεί διαδικασίες εκποίησης.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τους εισηγητές της σχετικής πρότασης νόμου, η ψήφισή της κρίθηκε αναγκαία στα πλαίσια της προώθησης και άλλων νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν τη διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, με απώτερο στόχο να αποφευχθούν ανάμεσα σε άλλα οι μαζικές εκποιήσεις και η απότομη πτώση των τιμών των ακινήτων.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 15 Σεπτεμβρίου 2014, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι, είναι οι ακόλουθοι:

«1. Ο περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2014:

(α) Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 47Α του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα, στα πλαίσια της μακροπροληπτικής επίβλεψης του χρηματοοικονομικού συστήματος έχει ως απώτερο στόχο τη διαφύλαξη της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και προς επίτευξη του στόχου αυτού οφείλει να παρακολουθεί και να αξιολογεί τους κινδύνους που απειλούν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και να εφαρμόζει πολιτικές για αποτροπή ή περιορισμό των εν λόγω κινδύνων (περιλαμβανομένων και αυτών που δυνατόν να προκύψουν από μαζικές εκποιήσεις),

(β) Επειδή ήδη το εδάφιο (7) του άρθρου 47Α του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου προνοεί για τη δυνατότητα της Κεντρικής Τράπεζας να εκδίδει ειδικές ή γενικές οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές προς τις συνιστώσες του χρηματοοικονομικού συστήματος ως σύνολο ή ανά ομάδα ή ανά χρηματοοικονομικό ίδρυμα, επιχείρηση ή οντότητα, και

(γ) Επειδή ήδη το εδάφιο (10Α) του άρθρου 47Α του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου προνοεί για την υποχρέωση της Κεντρικής Τράπεζας να ενημερώνει τη Βουλή των Αντιπροσώπων με την κατάθεση σχετικής έκθεσης ανά τριμηνία για την εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους VIA και του Μέρους VIB των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014, και

(δ) Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία η Κεντρική Τράπεζα διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε οδηγία ή εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας, ο Διοικητής δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο είναι ανάλογο και αποτρεπτικό, και

(ε) Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 127(4) και 282(5) της Συνθήκης της Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το έκτο σημείο του άρθρου 2(1) της Απόφασης του Συμβουλίου με αριθμό 98/415/EC1, κάθε κράτος μέλος οφείλει να λάβει γνωμάτευση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με επικείμενη νομοθεσία που διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα και ιδίως όσον αφορά θέματα σταθερότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των αγορών.

Μετά τα πιο πάνω θεωρώ, με όλο το σεβασμό προς την άποψη της Βουλής των Αντιπροσώπων, πως η προτεινόμενη τροποποίηση του εν επικεφαλίδι Νόμου, υπερκαλύπτεται από τις υφιστάμενες πιο πάνω διατάξεις, ενώ την ίδια ώρα αποτρέπεται η ανάγκη γνωμάτευσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [ίδε παράγραφο (ε) ανωτέρω] η οποία ας ληφθεί υπόψιν πως ως μέλος της τρόικας αντιτίθεται στην εν λόγω τροποποίηση.

Ενόψει των όσων εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα προσμετρώντας ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προσθέτει οποιοδήποτε όφελος προς τους δανειολήπτες, θα ήταν παράκλησή μου όπως γίνει αποδεκτή η αναπομπή και η Βουλή μην εμμείνει στην τροποποίηση αυτή.

2. Ο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014:

(α) Επειδή ήδη το εδάφιο (6) του άρθρου 47Α του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου προνοεί για τη δυνατότητα της Κεντρικής Τράπεζας να αναπτύσσει και να εφαρμόζει κατάλληλα εργαλεία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και δη τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος, με απώτερο στόχο τη συμβολή της στη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, και

(β) Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 14Γ(1) του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου του 2010 έως 2014, Χρεώστης δύναται, για σκοπούς διαδικασίας αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων, να υποβάλει αίτηση στον Επίτροπο προκειμένου αυτός να διορίσει διαμεσολαβητή για σκοπούς επίτευξης της διαδικασίας αναδιαρθρώσεων ιδίως όσον αφορά δανειολήπτες οι χορηγήσεις των οποίων ανέρχονται μέχρι του ποσού των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000) και οι οποίες εξασφαλίζονται με υποθήκη ή με σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης που κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επί ακινήτου που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, και

(γ) Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 14Β του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου του 2010 έως 2014, Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε εν ισχύι Νόμου, ΑΠΙ δε δύναται να κινήσει δικαστική διαδικασία ή τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ή τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ή η διαδικασία λήψης της κατοχής ή πώλησης ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης, εναντίον χρεώστη, για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από πιστωτική διευκόλυνση, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που προβλέπεται στο παρόν Μέρος και στην Οδηγία Διαχείρισης Καθυστερήσεων, εκτός εάν ο χρεώστης δεν ασκήσει οποιοδήποτε από τα προβλεπόμενα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου δικαιώματά του”, και

(δ) Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία η Κεντρική Τράπεζα διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα παραβιάζει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε οδηγία ή εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας, ο Διοικητής δύναται να επιβάλει πρόστιμο το οποίο είναι ανάλογο και αποτρεπτικό και

(ε) Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 44Β(3), 44Γ(3-δ), 44.1(3), 44.1Α(1), 44.1Γ και άλλες συναφείς διατάξεις του νόμου που τροποποιεί τους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους του 1965 έως 2011, αλλά και με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και κανονισμούς παρέχεται στο δανειολήπτη το δικαίωμα εγέρσεως πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας εκποιήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου, είμαι της άποψης πως η παραβίαση από το δανειστή των οδηγιών ή των κανόνων δεοντολογίας που κατά καιρούς εκδίδει η Κεντρική Τράπεζα προς αναδιάρθρωση δανείου παρέχουν επαρκές αγώγιμο δικαίωμα στο δανειολήπτη, έτσι ώστε οι πρόνοιες του υπό κρίση Νόμου να μην προσθέτουν επιπλέον προστασία στον δανειολήπτη.

Πέραν των ανωτέρω, το δικαίωμα των πολιτών να καταγγέλλουν παραβάσεις νόμων, κανονισμών ή οδηγιών (Κεντρικής Τράπεζας), που θεωρούνται μάλιστα ποινικά αδικήματα, δεν αποτελεί μόνο δικαίωμα αλλά υποχρέωση του καθενός και ως εκ τούτου, με όλο το σεβασμό, με τις διατάξεις του αναπεμπόμενου νόμου τα δικαιώματα του δανειολήπτη περιορίζονται.».

Σημειώνεται ότι στην ίδια επιστολή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρει ότι η ενάσκηση των συνταγματικών του δικαιωμάτων για αναπομπή των υπό αναφορά νόμων δεν πρέπει να εκληφθεί ως πρόθεση σύγκρουσης με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά αντίθετα διαβεβαιώνει ότι επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο, σε μια κοινή προσπάθεια επανόδου της χώρας σε συνθήκες οικονομικής σταθερότητας.

Στο στάδιο της επανεξέτασης των νόμων ενώπιον των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών, ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι θέση της κυβέρνησης είναι πως οι αναπεμφθέντες νόμοι δεν προσθέτουν οποιεσδήποτε περαιτέρω ουσιαστικές διασφαλίσεις προς τους δανειολήπτες πέραν αυτών που ήδη παρέχονται από τις υφιστάμενες νομοθεσίες.

Ο ίδιος αξιωματούχος δήλωσε παράλληλα ότι η ψήφιση των νόμων δημιουργεί προβλήματα τόσο σε σχέση με την ένσταση της τρόικας όσο και με τη μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης της Δημοκρατίας για διαβούλευση και λήψη σχετικής γνώμης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από την ψήφιση οποιωνδήποτε νομοθεσιών αφορούν τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

Ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας δήλωσε συναφώς ότι το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας συμφωνεί με το περιεχόμενο των αναπομπών, για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ο ίδιος εκπρόσωπος, απαντώντας σε σχετικά ερωτήματα μελών των επιτροπών, διευκρίνισε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας νομιμοποιείται βάσει των συνταγματικών του δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 51 του συντάγματος να αναπέμψει οποιοδήποτε νόμο ή απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανεξαρτήτως αν διαπιστώνεται συνταγματική παραβίαση ή όχι.

Ο εκπρόσωπος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δήλωσε ότι με βάση τις υφιστάμενες διατάξεις του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου [Ν. αρ. 138(Ι) του 2002] και ειδικότερα το άρθρο 47Α αυτού παρέχονται διευρυμένες εξουσίες στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να ενεργεί ως μακροπροληπτική αρχή, οι οποίες περιορίζονται με τις διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου.

Μέλη των επιτροπών, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εξέφρασαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα αναφορικά με το περιεχόμενο των αναπομπών:

1. Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί παρατίθενται στη σχετική επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένοι και αιτιολογημένοι, ενώ παράλληλα κρίνονται σε ορισμένα σημεία αντικρουόμενοι.

2. Οι αναπεμφθέντες νόμοι δεν παραβιάζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις διατάξεις του συντάγματος και συναφώς δεν μπορούν να κριθούν ως αντισυνταγματικοί. Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ενδέχεται να μη διαθέτει νομικό έρεισμα, βάσει του οποίου να νομιμοποιείται να προβεί σε αναφορά των νόμων στο Ανώτατο Δικαστήριο (άρθρο 140 του συντάγματος) και ενδεχομένως να οδηγηθεί στην αποδοχή των εν λόγω νόμων και στη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

3. Απώτερος σκοπός της Βουλής των Αντιπροσώπων με την ψήφιση των νόμων ήταν η ενίσχυση των εξουσιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως αρμόδιας εποπτικής αρχής των πιστωτικών ιδρυμάτων και παράλληλα και συνεπαγόμενα η ενίσχυση των δανειοληπτών.

4. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ως νομοθετική εξουσία είναι απόλυτα διατεθειμένη να συνεργαστεί με την εκτελεστική εξουσία για την αποφυγή και επίλυση οποιωνδήποτε προβλημάτων ενδεχομένως να προκύψουν από την πρακτική εφαρμογή των νόμων, καθώς και στην εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής εναλλακτικής διατύπωσης των διατάξεων των νόμων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επηρεάζεται η φιλοσοφία τους.

5. Η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν αντιτίθεται στη λήψη σχετικής γνώμης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με το περιεχόμενο των αναπεμφθέντων νόμων, εφόσον αυτό αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Δημοκρατίας.

6. Η ψήφιση των νόμων δεν περιορίζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως μακροπροληπτικής αρχής, όπως αυτές απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία που ρυθμίζει τη λειτουργία της, αντιθέτως, ενισχύουν και προσθέτουν στις αρμοδιότητές της και δη με τρόπο δυνητικό.

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του αναπεμφθέντος νόμου εναπόκειται απόλυτα στη διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου να εφαρμόσει το νόμο, εφόσον οι νομικοί όροι που χρησιμοποιούνται είναι “δύναται” και “ως ήθελε κρίνει αναγκαίο”, να εκδώσει οδηγίες ή κατευθυντήριες γραμμές με τις οποίες να ρυθμίζει τον αριθμό και το είδος των εκποιήσεων ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.

7. Με τους ψηφισθέντες νόμους παρέχονται διευρυμένες δυνατότητες και εξουσίες στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου οι οποίες δεν παρέχονται με βάση τις αντίστοιχες υφιστάμενες νομοθεσίες και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα επικάλυψης. Συνεπακόλουθα, με τους εν λόγω νόμους δεν περιορίζονται, αλλά αντιθέτως ενισχύονται τα δικαιώματα των δανειοληπτών.

Υπό το φως των πιο πάνω και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού και ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν επί της αναπομπής των υπό αναφορά νόμων κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

 

22 Σεπτεμβρίου 2014

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων