Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για τους αναπεμφθέντες νόμους «Ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014» και «Ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2014»

Παρόντες:

Γιάννος Λαμάρης, πρόεδρος Αθηνά Κυριακίδου
Στέλλα Μισιαούλη Δημητρίου Φειδίας Σαρίκας
Χρίστος Μέσης Δημήτρης Συλλούρης
Ανδρέας Κυπριανού Γιώργος Περδίκης
Κυριάκος Χατζηγιάννης  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών επανεξέτασε σε σημερινή συνεδρία της τους πιο πάνω νόμους, τους οποίους ψήφισε η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 19 Ιουνίου 2014 και οι οποίοι αναπέμφθηκαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατ’ επίκληση του άρθρου 51.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνεδρίαση αυτή κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό, οι αναπεμφθέντες νόμοι κατατέθηκαν στη Βουλή υπό τη μορφή προτάσεων νόμου στις 20 Ιουνίου 2013 από το μέλος της επιτροπής βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού κ. Χρίστο Μέση και αποσκοπούσαν στην τροποποίηση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου και του περί Δήμων Νόμου, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με τον πρώτο αναπεμφθέντα νόμο εσκοπείτο η τροποποίηση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, ώστε να καταστεί ποινικό αδίκημα η άρνηση των ιδιοκτητών ακινήτων για τα οποία αποφασίζει η αρμόδια αρχή ότι είναι σε επικίνδυνη κατάσταση να παραλάβουν σχετική ειδοποίηση στην οποία καθορίζονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την άρση της επικινδυνότητας που απορρέει από τα εν λόγω ακίνητα.

Με το δεύτερο αναπεμφθέντα νόμο εσκοπείτο η τροποποίηση του περί Δήμων Νόμου, ώστε να καταστεί ποινικό αδίκημα η άρνηση των ιδιοκτητών ακινήτων για τα οποία αποφασίζει το οικείο δημοτικό συμβούλιο ότι είναι σε επικίνδυνη κατάσταση να παραλάβουν σχετική ειδοποίηση στην οποία καθορίζονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την άρση της επικινδυνότητας που απορρέει από τα εν λόγω ακίνητα. Παράλληλα, αποσκοπούσε στην τροποποίηση της υπό αναφορά βασικής νομοθεσίας, ώστε η άρνηση των εν λόγω ιδιοκτητών να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα που τους υποδεικνύει το οικείο δημοτικό συμβούλιο να συνιστά ποινικό αδίκημα, το οποίο θα επισύρει ποινή φυλάκισης που δε θα υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή χρηματική ποινή που δε θα υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700) ή και τις δύο αυτές ποινές.

Οι λόγοι της αναπομπής, όπως αυτοί αναφέρονται στην επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2014, παρατίθενται αυτούσια και είναι οι ακόλουθοι:

«1. Οι τροποποιήσεις στους βασικούς νόμους που επιφέρουν ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014 και ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2014, αντίστοιχα, δεν είναι συμβατές με τις διατάξεις του Συντάγματος και ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου 12.3 αυτού που προνοεί ότι:

“3. Ο νόμος δεν δύναται να προβλέψη ποινή δυσανάλογον προς την βαρύτητα του αδικήματος.”.

2. Συγκεκριμένα, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, με την προσθήκη νέου εδαφίου (1Α) ο ιδιοκτήτης που αρνείται να παραλάβει την ειδοποίηση η οποία περιέχει την αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής να καθορίσει τη συγκεκριμένη λήψη μέτρων για άρση του κινδύνου σε επικίνδυνες οικοδομές διαπράττει αδίκημα που υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ ή και στις δύο ποινές μαζί. Οι ίδιες ποινές προβλέπονται και για την περίπτωση που ο ιδιοκτήτης αρνείται να συμμορφωθεί με τους όρους της ειδοποίησης και να λάβει τα δέοντα μέτρα.

3. Η πτυχή που πρέπει να επανεξεταστεί αφορά την ποινικοποίηση της άρνησης παραλαβής της ειδοποίησης. Τονίζεται ότι η όλη διαδικασία επιβολής ελέγχου απαιτεί ως ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της διαδικασίας το να λαμβάνει γνώση ο ενδιαφερόμενος ή, τουλάχιστον, να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια να ενημερωθεί. Χωρίς να συντρέχει το στοιχείο αυτό, δεν μπορεί να υπάρχει καταρχήν ασφάλεια δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, σε αυτές τις περιπτώσεις σταθμίζεται ουσιαστικά από το νομοθέτη το δικαίωμα ιδιοκτησίας με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Ο κανόνας καταρχήν δεν επιτρέπει τη διενέργεια επεμβάσεων σε ιδιωτική ιδιοκτησία εν αγνοία του ιδιοκτήτη της ή του κατόχου της. Σε περιπτώσεις όμως κινδύνου, ο νομοθέτης επιτρέπει στη διοίκηση να δράσει προς άρση του κινδύνου επεμβαίνοντας σε ξένη ιδιοκτησία, αφού η ανάγκη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας ασφάλειας και υγείας υπερισχύουν του ατομικού δικαιώματος σε αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή με αιτιολογημένη απόφασή “είναι πεπεισμένη” ότι οικοδομή είναι επικίνδυνη. Για το λόγο αυτό, στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις η ισχύουσα νομοθεσία προσφέρει τη διέξοδο επιτρέποντας στη διοίκηση να δράσει, αίροντας την επικινδυνότητα και καταβάλλοντας το ανάλογο κόστος, το οποίο στη συνέχεια αναζητεί από τον ιδιοκτήτη ως αστικό χρέος. Η τελική επιβάρυνση του ιδιοκτήτη με το τυχόν κόστος συμμόρφωσης στόχο έχει την ανάληψη της εύλογης ευθύνης από τον ιδιοκτήτη και αποκαθιστά την τάξη, επιφέροντας και συνέπειες ως προς τη δυνατότητα μεταβίβασης του ακινήτου στην περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του περί Δήμων Νόμου, αφού η σχετική δαπάνη επιβαρύνει πλέον το ακίνητο.

4. Κρίνεται ότι, στη βάση των κριτηρίων που η θεωρία του συνταγματικού δικαίου και η νομολογία έχουν καθορίσει, στην παρούσα περίπτωση υπάρχει δυσαναλογία της ποινής προς τη φύση και τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος (βλ. Ανδρέα Λοΐζου, «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Λευκωσία, 2001, σελ. 86). Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το κριτήριο που διέπει το θέμα, όπως λέχθηκε στην υπόθεση “District Officer Nicosia and Georghios Hadjiyiannis, 1 R.S.C.C., 79, σελ. 82”, είναι:

“Μία ποινική διάταξη επιτακτικής φύσης η οποία προβλέπει την επιβολή σοβαρής ποινής σε όλες τις περιπτώσεις ορισμένης κατηγορίας ή τάξης, ανεξάρτητα από τα περιστατικά ή τη φύση κάθε υπόθεσης, όταν σε κάθε τάξη και κατηγορία είναι βέβαιο να αναφυούν περιπτώσεις όπου η επιβολή τέτοιας ποινής θα είναι δυσανάλογη προς τη σοβαρότητα του αδικήματος ενόψει της ασήμαντης ή τεχνικής φύσης του, πρόκειται περί διατάξεως που παραβαίνει την παράγραφο 3 του Άρθρου 12” (Demetriou Demosthenous ν The Police (1985) 2 CLR 1).

5. Όπως επισημαίνει ο Ανδρέας Λοΐζου στο «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» (Λευκωσία, 2001, σελ. 87) “κριτήριο είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, τα περιστατικά της υπόθεσης και η αξία του αντικείμενου, ώστε να μπορεί να εξεταστεί, σε περίπτωση έφεσης, αν η τιμωρία είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα”. Ο ίδιος συγγραφέας επισημαίνει ότι “υπήρξαν πολλές περιπτώσεις ποινικών διώξεων (ενν. που κηρύχθηκαν αντισυνταγματικές) πριν τροποποιηθεί η σχετική νομοθετική διάταξη από υποχρεωτική να δοθεί διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο ως προς την επιβολή της, στις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα κατεδάφισης παράνομων υποστατικών, δυνάμει του άρθρου 20(3) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου”. Σε εκείνες τις υποθέσεις είχε κριθεί ότι η επιβολή της ποινής της κατεδάφισης οικοδομής αδιακρίτως, λόγω γενικά μη τήρησης όρων της άδειας οικοδομής, παραβίαζε το άρθρο 12.3 του Συντάγματος.

6. Στις παρούσες περιπτώσεις, ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η άρση του κινδύνου από επικίνδυνες οικοδομές για σκοπούς προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και τα προτεινόμενα μέτρα πρέπει να συνάδουν αυστηρά και μόνο προς την επίτευξη του σκοπού αυτού. Δεν μπορεί να συναχθεί από τους βασικούς νόμους ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός του νομοθέτη είναι η συμμόρφωση με διαδικαστικές πρόνοιες, αφού ήδη προβλέπεται στον ισχύοντα νόμο εναλλακτικός τρόπος επίτευξης του σκοπού ο οποίος λύνει διαδικαστικά τα χέρια της διοίκησης. Συγκεκριμένα, στην επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 90 του ισχύοντος περί Δήμων Νόμου προβλέπεται ότι η αρμόδια αρχή μπορεί ακόμα και να προχωρήσει στην κατεδάφιση οικοδομής, χωρίς να χρειάζεται καν να γίνει επίδοση, εάν αυτό επιβάλλεται “προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας”. Επομένως, συνάγεται ότι διαδικαστικά η διοίκηση έχει τρόπο να αντιδράσει και να εξυπηρετήσει τον επιδιωκόμενο σκοπό, χωρίς να καταφύγει στην ποινικοποίηση της άρνησης παραλαβής της ειδοποίησης. Εφόσον, λοιπόν, το κράτος επιτυγχάνει την επίτευξη του σκοπού με έλασσον μέτρο, κρίνεται ότι δεν μπορεί να αιτιολογηθεί η λήψη δραστικών μέτρων όπως η φυλάκιση, που εντάσσονται στη μείζονα κλίμακα των μέτρων που λαμβάνονται, όταν μια συμπεριφορά απαξιώνεται από την πολιτεία.

7. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις η βαρύτητα των συνεπειών για το πρόσωπο που αρνείται να παραλάβει την ειδοποίηση είναι οι ίδιες που επιφέρει και η μη συμμόρφωση με τα μέτρα που αυτή καθορίζει ότι πρέπει να ληφθούν από τον ιδιοκτήτη επικίνδυνης οικοδομής κατά τρόπο δυσανάλογο. Στην πρώτη δε περίπτωση, οι ποινές έχουν αποκλειστικά χαρακτήρα τιμωρητικό, αφού ο ισχύων νόμος, όπως έχει ήδη λεχθεί, παρέχει στη διοίκηση τον τρόπο να δράσει και να πετύχει νόμιμη/καλή επίδοση με δημοσίευση σε εφημερίδα κατά τρόπο σχετικά ανώδυνο. Εδώ το μέτρο που προτείνεται ως συνέπεια την άρνησης παραλαβής ειδοποίησης έχει καθαρά τιμωρητικό χαρακτήρα, ως εάν η συμπεριφορά του αδικοπραγούντα ανάγεται σε μέγιστη απαξίωση της έννομης τάξης.

8. Επισημαίνεται δε ότι η άρνηση παραλαβής ειδοποίησης αναφέρεται σε διαδικαστική παράβαση και όχι σε παράβαση ουσιαστικού κανόνα. Σημειώνεται δε ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί κατ’ ανάλογο τρόπο σε συνταγματικό επίπεδο η υποχρέωση των πολιτών να διευκολύνουν τις διοικητικές διαδικασίες. Κατ’ αναλογία σημειώνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επισημάνει στη νομολογία του ότι η άρνηση παραλαβής δικογράφων, στάση που θα μπορούσε άλλωστε να θεωρηθεί ότι παρακωλύει τη δικαιοσύνη, δεν επιφέρει ανάλογα δραστικές συνέπειες στο πρόσωπο που αρνείται την παραλαβή, όπως είναι η φυλάκισή του, δεδομένου ότι, αφενός, υπάρχει η διαδικασία της υποκατάστατης επίδοσης που μπορεί να προωθήσει εν πάση περιπτώσει μία δικαστική διαδικασία και, αφετέρου, αυτό που στερείται σε τελική ανάλυση το πρόσωπο που αρνείται την επίδοση είναι το δικαίωμα του να ακουστεί σε υπόθεση που τον αφορά με κίνδυνο να υποστεί δυσμενείς συνέπειες ούτως ή άλλως [βλ. Πολιτική Έφεση αρ. 10712 Σπύρου Φρανκέσκου κ.ά. ν Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου (2000) 1 ΑΑΔ 1765]. Γενικά, το Ανώτατο Δικαστήριο στη νομολογία του διαχειρίζεται την άρνηση παραλαβής επίδοσης ως διαδικαστική παθογένεια και όχι ως κολάσιμη πράξη του προσώπου που αρνείται να δεχθεί επίδοση, γεγονός που επιφέρει συνέπειες στο επίπεδο της διαδικασίας και όχι σε άλλο επίπεδο. Εν πάση δε περιπτώσει, όταν συντρέχουν επείγουσες συνθήκες, γίνεται επίσης δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε λήψη απόφασης στην απουσία του ενδιαφερομένου (βλ. Πολιτική Έφεση 8787 Cyprus Sulphur and Copper Company Limited και Άλλοι ν Παραρλάμα Λτδ και Άλλων (1990) 1 CLR 1040). Εν προκειμένω, επαναλαμβάνεται ότι ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος ούτως ή άλλως ρυθμίζει τις συνέπειες ακόμα και στην περίπτωση που δεν επιτυγχάνεται συνεργασία με τον ιδιοκτήτη επικίνδυνης οικοδομής, λ.χ. όταν δεν εντοπίζεται, για να του δοθεί η ειδοποίηση, καθορίζοντας στο ισχύον άρθρο 15Α ότι θεωρείται ότι έγινε νόμιμα η επίδοση, όταν δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο ή τοιχοκολληθεί στην οικοδομή.

9. Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης παραλείπει να λάβει τα δέοντα μέτρα, αφού γίνει ειδοποίηση είτε στον ίδιο τον ιδιοκτήτη είτε με άλλη καλή επίδοση, έχουμε παράβαση, πλέον, συγκεκριμένης υποχρέωσης άρσης του κινδύνου που προκύπτει από επικίνδυνη οικοδομή, που πηγάζει από το κράτος δικαίου και το αναγνωρισμένο τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και αποφάσεων της διοίκησης και, ειδικότερα, από το κατοχυρωμένο νομοθετικά καθήκον της να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή δικαιολογείται η δημιουργία ποινικού αδικήματος, αφού το πρόσωπο που αρνείται να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση και να λάβει τα καθορισμένα μέτρα παραβιάζει τη γενική υποχρέωση συμμόρφωσης με αποφάσεις της διοίκησης. Σημειωτέον ότι η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τους βασικούς νόμους, μπορεί, στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης δε συνεργάζεται παρά την επίδοση σε αυτόν σχετικής ειδοποίησης, να προχωρήσει στη λήψη των μέτρων και στη συνέχεια μπορεί να αναζητήσει και να ανακτήσει το κόστος υλοποίησής τους από τον ιδιοκτήτη της οικοδομής. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι δήμοι καθορίζονται ως αρμόδιες αρχές και για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, γεγονός που τους παρέχει ούτως ή άλλως αντίστοιχες και/ή επιπλέον δυνατότητες να αντιμετωπίσουν τυχόν άρνηση του ιδιοκτήτη να συνεργαστεί με τις αρχές.

10. Με τις προτεινόμενες προτάσεις νόμου δεν επιτυγχάνεται η συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας που κατά το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας επιβάλλεται να αντικατοπτρίζει αναλογία επιδιωκόμενου σκοπού και λαμβανόμενου μέτρου, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω προτάσεις νόμου σαφώς αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος.

11. Με βάση τα προαναφερόμενα, ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014, καθώς και ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2014, στο μέτρο που ποινικοποιεί την άρνηση παραλαβής ειδοποίησης από τον ιδιοκτήτη, έρχονται σε σύγκρουση με τις διατάξεις του άρθρου 12.3 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, εισηγούμαι όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μην εμμείνει στην απόφασή της, αποδεχόμενη την αναπομπή.».

Κατά την επανεξέταση του αναπεμφθέντων νόμων, οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών και της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας επανέλαβαν τους λόγους της αναπομπής, οι οποίοι αναφέρονται σε έκταση στην πιο πάνω επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2014. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ιδίους, η ψηφισθείσα νομοθεσία συνιστά παραβίαση του άρθρου 12.3 του συντάγματος και της σχετικής νομολογίας, αφού εξισώνει την άρνηση παράβασης της ειδοποίησης με παράνομη πράξη και γι’ αυτό η προτεινόμενη ρύθμιση κρίνεται ότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας της ποινής. Περαιτέρω, οι ίδιοι εκπρόσωποι δήλωσαν ότι ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος δε χρειάζεται διόρθωση, ενώ ο περί Δήμων Νόμος θα ήταν χρήσιμο να διορθωθεί, ώστε να υπάρχει ρητή πρόνοια για το θέμα της επίδοσης της ειδοποίησης. Έτι περαιτέρω, οι ίδιοι εκπρόσωποι ενημέρωσαν την επιτροπή ότι θα προωθηθεί από την κυβέρνηση τροποποιητικό νομοσχέδιο του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου για σφαιρική ρύθμιση όλων των συναφών θεμάτων, το οποίο βρίσκεται σε τελικό στάδιο διαβούλευσης με την Ένωση Δήμων Κύπρου.

Υπό το φως των πιο πάνω, ο πρόεδρος και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών βουλευτές των κοινοβουλευτικών ομάδων ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και τα μέλη της επιτροπής βουλευτές του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ και του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, αφού έλαβαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν τους κατά τη συζήτηση των υπό αναφορά αναπομπών, διαμόρφωσαν τις ακόλουθες κατά πλειοψηφία θέσεις:

1. Να γίνει δεκτή η αναπομπή όσον αφορά τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014.

2. Να γίνει μερικώς αποδεκτή η αναπομπή όσον αφορά τον περί Δήμων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2014 και περαιτέρω να διαμορφωθεί το κείμενό του, έτσι ώστε:

α. να εισαχθεί σε αυτόν πρόνοια, σύμφωνα με την οποία θα θεωρείται ότι έχει γίνει επίδοση ειδοποίησης, αν αυτή παραδοθεί στον ιδιοκτήτη ή, σε περίπτωση που αυτός είναι εκτός της Δημοκρατίας και η διεύθυνσή του είναι γνωστή, αν του αποσταλεί στην εν λόγω διεύθυνση με διπλοσυστημένη επιστολή ή, σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης δεν είναι γνωστός ή δεν είναι δυνατή η ανεύρεσή του, αν δημοσιευτεί σε δύο τουλάχιστον ημερήσιες εφημερίδες της ίδιας γλώσσας με τον ιδιοκτήτη οι οποίες κυκλοφορούν στην επαρχία στην οποία βρίσκεται η οικοδομή και ταυτόχρονα η εν λόγω ειδοποίηση τοιχοκολληθεί σε εμφανές μέρος της σχετικής οικοδομής και

β. να απαλειφθεί η πρόνοια με βάση την οποία καθίσταται ποινικό αδίκημα η άρνηση των ιδιοκτητών ακινήτων για τα οποία αποφασίζει το οικείο δημοτικό συμβούλιο ότι είναι σε επικίνδυνη κατάσταση να παραλάβουν σχετική ειδοποίηση στην οποία καθορίζονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την άρση της επικινδυνότητας που απορρέει από τα εν λόγω ακίνητα.

Σημειώνεται ότι με τις πιο πάνω εισηγήσεις συμφώνησαν τόσο οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Εσωτερικών όσο και οι εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας.

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κόμματος δήλωσε ότι θα τοποθετηθεί επί των αναπομπών στην ολομέλεια του σώματος.

 

10 Ιουλίου 2014

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων