Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών για το νομοσχέδιο «Ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014» και για την πρόταση νόμου «Ο περί της Ποινικοποίησης Ορισμένων Σεξουαλικών Αδικημάτων κατά Ανηλίκων και της Εποπτείας των Σεξουαλικά Αδικοπραγούντων κατά Ανηλίκων Νόμος του 2014»

Παρόντες:

Σωτήρης Σαμψών, πρόεδρος

Αντώνης Αντωνίου

Ρίκκος Μαππουρίδης

Νίκος Νικολαΐδης

Γεώργιος Γεωργίου

Μη μέλη της επιτροπής:

Άριστος Δαμιανού

Στέλλα Κυριακίδου

Γιώργος Λουκαΐδης

Σκεύη Κούτρα Κουκουμά

Γιώργος Γεωργίου

Ειρήνη Χαραλαμπίδου

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε από κοινού τα πιο πάνω σχέδια νόμου σε επτά συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 2, 3, 4, 6, 11, 13 και 17 Ιουνίου 2014. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του ίδιου υπουργείου, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, της αστυνομίας, η αναπληρώτρια διευθύντρια του Τμήματος Φυλακών, εκπρόσωποι του Υπουργείου Υγείας, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και ο ψυχίατρος των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Φυλακών, εκπρόσωποι της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, του Γραφείου του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Εθνική Ανεξάρτητη Αρχή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, της Ψυχιατρικής Εταιρείας Κύπρου, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Βίας στην Οικογένεια, ο πρόεδρος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία, ο ειδικός στη δικανική ψυχολογία (παιδοφιλία), εκπρόσωποι της Παγκύπριας Συντονιστικής Επιτροπής Προστασίας και Ευημερίας του Παιδιού (ΠΣΕΠΕΠ) και της Συντονιστικής Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκστρατεία Ένα στα Πέντε.

Σκοπός του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, όπως αυτό κατατέθηκε αρχικά, είναι η αντικατάσταση του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση με την Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου από την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, καθώς και με την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών Ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση, η οποία υπογράφθηκε στο Lanzarote στις 25 Οκτωβρίου 2007.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, το νομοσχέδιο αυτό αποσκοπεί μεταξύ άλλων στα ακόλουθα:

1. Εισάγονται αυστηρότερες ποινές, καθώς και επιπρόσθετες ποινές φυλάκισης και προστίμου για τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, παιδικής πορνογραφίας και άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς.

2. Προβλέπεται η δήμευση προϊόντων.

3. Αποκλείονται κάποιες υπερασπίσεις, όπως η επίκληση της ηλικίας και της συναίνεσης του θύματος.

4. Εισάγονται νέα αδικήματα, όπως το αδίκημα της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς μέσω της τεχνολογίας και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων.

5. Διατηρείται η διαφοροποίηση σε σχέση με τις ποινές, όπως ισχύει και στον ποινικό κώδικα όσον αφορά αδικήματα με θύματα παιδιά ηλικίας κάτω των δεκατριών ετών και προβλέπονται επιβαρύνσεις για το θύτη.

6. Δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στο νομοσχέδιο.

7. Προβλέπονται αποζημιώσεις για το θύμα, διατάγματα απομάκρυνσης του θύματος και αποκλεισμού του υπόπτου, καθώς και η προστασία των θυμάτων από ποινικοποίηση.

8. Προβλέπεται το δικαίωμα λήψης πληροφοριών από το θύμα.

9. Προβλέπεται το δικαίωμα του θύματος σε νομικές συμβουλές και σε νομική του εκπροσώπηση κατά την άσκηση του δικαιώματος σε αποζημίωση.

10. Προβλέπεται προστασία των θυμάτων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, οπτικογραφημένη κατάθεση και δίκη κεκλεισμένων των θυρών.

11. Διευρύνεται το ηλικιακό όριο συναίνεσης του θύματος στα δεκαοκτώ έτη.

12. Ιδρύεται Ταμείο Στήριξης των Θυμάτων.

13. Προβλέπεται η καθίδρυση Αρχής Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσεως κατά Ανηλίκων.

14. Δημιουργείται αρχείο πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών.

15. Προβλέπονται προγράμματα πρόληψης και μέτρα παρέμβασης.

16. Προβλέπεται εκπαίδευση παιδιών για πρόληψη και ενημέρωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της επιτροπής, η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων των παιδιών όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε και κύρωσε το 1990 και το 1991, αντίστοιχα, τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε μορφής σεξουαλική εκμετάλλευση και σεξουαλική κακοποίηση. Επίσης, την ίδια προστασία προνοεί και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την Πώληση, την Παιδική Πορνεία και την Παιδική Πορνογραφία του 2000, που υπογράφθηκε και κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία το 2001 και το 2006, αντίστοιχα.

Σημειώνεται επίσης ότι η Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και σχετικά με την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο έγγραφο στο θέμα της πρόληψης, της προστασίας θυμάτων, της αντιμετώπισης και της θέσπισης των ελάχιστων κανόνων σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στον τομέα της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, της παιδικής πορνογραφίας και της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το υπό εξέταση νομοσχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, παιδικής πορνογραφίας, άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς και τις ποινές αυτών.

2. Την επιβολή σε φυσικό πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για τέτοια αδικήματα, προσωρινής ή μόνιμης απαγόρευσης άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά.

3. Την υποχρεωτική αναφορά υποψίας για σεξουαλική κακοποίηση και για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών.

4. Την παροχή μέτρων συνδρομής και στήριξης των παιδιών θυμάτων, καθώς και την προστασία των παιδιών θυμάτων, στο πλαίσιο των ποινικών ερευνών και διαδικασιών.

5. Τη δημιουργία και λειτουργία προγραμμάτων για τους θύτες ή για τους πιθανούς θύτες για σκοπούς πρόληψης, αποθάρρυνσης και μείωσης τέτοιων αδικημάτων.

6. Τη λήψη μέτρων κατά ιστότοπων που περιέχουν ή διαδίδουν παιδική πορνογραφία.

Σημειώνεται ότι η Οδηγία 2011/93/ΕΕ καθορίζει υποχρέωση όπως τα κράτη μέλη θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, για να συμμορφωθούν με την εν λόγω Οδηγία το αργότερο μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου 2013. Όπως ανέφερε στην επιτροπή η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ήδη η Κυπριακή Δημοκρατία έλαβε προειδοποιητική επιστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ημερομηνίας 28 Ιανουαρίου 2014, σχετικά με τη μη συμμόρφωση για μεταφορά και εφαρμογή της πιο πάνω Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Γι’ αυτό και λόγω του επείγοντος του θέματος, δεν έχει γίνει η επίσημη διαβούλευση με όλους τους αρμόδιους φορείς γύρω από τις πρόνοιες του υπό αναφορά νομοσχεδίου. Σημειώνεται ότι το νομοσχέδιο αυτό κατατέθηκε στη Βουλή στις 29 Μαΐου 2014.

Σκοπός της υπό συζήτηση πρότασης νόμου, η οποία κατατέθηκε στη Βουλή στις 13 Μαρτίου 2014 από τη βουλευτή κ. Ειρήνη Χαραλαμπίδου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, είναι η θέσπιση ειδικού νόμου για την ποινικοποίηση ορισμένων σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων, για την εποπτεία των σεξουαλικά αδικοπραγούντων ενηλίκων κατά ανηλίκων, για την πληρέστερη και πιο σύγχρονη αντιμετώπιση σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων, καθώς και για τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της παιδοφιλίας.

Υπενθυμίζεται ότι για την υπό αναφορά πρόταση νόμου έχει ήδη κυκλοφορήσει έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών στη συνεδρία της ολομέλειας της Βουλής ημερομηνίας 28 Μαΐου 2014. Ωστόσο, έπειτα από απόφαση της πλειοψηφίας των μελών του σώματος στη συνεδρία της ολομέλειας ημερομηνίας 29 Μαΐου 2014, η συζήτηση της εν λόγω πρότασης νόμου αναβλήθηκε λόγω της κατάθεσης από την εκτελεστική εξουσία του υπό συζήτηση νομοσχεδίου, στα πλαίσια της ίδιας συνεδρίας. Η ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε την από κοινού εξέταση των δύο σχεδίων νόμου και την επαναφορά του όλου θέματος ενώπιον της ολομέλειας της Βουλής εντός δεκαπέντε ημερών.

Σημειώνεται ότι ο σκοπός της πρότασης νόμου, το ιστορικό της, οι απόψεις των εμπλεκομένων, καθώς και τα ζητήματα που απασχόλησαν την επιτροπή περιλαμβάνονται στην πιο πάνω έκθεση της επιτροπής. Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω πρόταση νόμου προέκυψε μετά την κατάθεση στη Βουλή από την ίδια βουλευτή στις 16 Ιανουαρίου 2012 σχετικού αυτεπάγγελτου θέματος προς συζήτηση με τον τίτλο «Εποπτεία των παιδόφιλων στην Κύπρο μετά την αποφυλάκισή τους», καθώς και έπειτα από τη συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής αναφορικά με τις πρόνοιες προηγούμενης πρότασης νόμου που κατατέθηκε από την ίδια εισηγήτρια στις 11 Οκτωβρίου 2012 με την οποία προτείνεται η τροποποίηση του ποινικού κώδικα.

Ειδικότερα, η υπό συζήτηση πρόταση νόμου προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Τα αδικήματα διαχωρίζονται σε αδικήματα κατά ανηλίκων ηλικίας κάτω των δεκατριών ετών και σε αδικήματα κατά ανηλίκων ηλικίας κάτω των δεκαεπτά ετών.

2. Εγκαθιδρύεται η Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων και καθορίζονται οι αρμοδιότητές της, οι οποίες περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α. Τον έλεγχο της ορθής διεκπεραίωσης της εποπτείας προσώπου που υπόκειται σε τέτοια εποπτεία, δηλαδή προσώπου το οποίο καταδικάστηκε για αδίκημα σεξουαλικής φύσης κατά ανηλίκου.

β. Τον καθορισμό ψυχολογικής στήριξης ή θεραπευτικής παρέμβασης, καθώς και τον καταρτισμό προγράμματος επανένταξης τέτοιου προσώπου.

γ. Τη μέριμνα για την ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών για τον εντοπισμό και την αναγνώριση των ενδείξεων ότι ανήλικο πρόσωπο υπήρξε ή συνεχίζει να είναι θύμα αδικήματος σεξουαλικής φύσης.

δ. Την έκδοση απόφασης αναφορικά με την επικινδυνότητα οποιουδήποτε προσώπου δυνατό να απειλεί τον πληθυσμό ή μέρος του πληθυσμού της Δημοκρατίας με την πρόκληση σεξουαλικής ζημιάς. Η απόφαση αυτή εκδίδεται για σκοπούς συνέχισης της υποχρέωσης προσώπου που καταδικάστηκε για αδίκημα σεξουαλικής φύσης κατά ανηλίκου να δηλώνει τα στοιχεία του στην Αστυνομία Κύπρου.

ε. Την παροχή συμβουλών στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αυτεπάγγελτα ή κατόπιν οδηγιών το υ ιδίου σχετικά με την αναγκαιότητα καταχώρισης αίτησης για έκδοση διατάγματος προστασίας από σεξουαλική ζημιά.

στ. Την άσκηση οποιωνδήποτε άλλων αρμοδιοτήτων ανατεθούν σε αυτή δυνάμει νόμου.

3. Επιβάλλεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου ή κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και εκτίει ποινή φυλάκισης δυνάμει του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου για αδίκημα κατά των ηθών εναντίον ανήλικου προσώπου να ενημερώνει την Αστυνομία Κύπρου, δίνοντας τις πιο κάτω πληροφορίες:

α. Την ημερομηνία της γέννησής του.

β. Τον αριθμό της ταυτότητάς του.

γ. Το όνομά του κατά την πιο πάνω ημερομηνία και, σε περίπτωση που χρησιμοποιεί άλλο όνομα ή άλλα ονόματα, τα ονόματα αυτά.

δ. Τη διεύθυνση της κατοικίας του κατά την πιο πάνω ημερομηνία.

ε. Το όνομά του κατά την ημερομηνία που υποβάλλει τις πληροφορίες και, σε περίπτωση που χρησιμοποιεί άλλο όνομα ή άλλα ονόματα, τα ονόματα αυτά.

στ. Τη διεύθυνση οποιουδήποτε υποστατικού εντός του εδάφους της Δημοκρατίας στο οποίο διαμένει ή παραμένει τακτικά κατά την ημερομηνία που υποβάλλει τις πληροφορίες.

ζ. Την εκδώσασα αρχή, τον αριθμό του διαβατηρίου, τις ημερομηνίες έκδοσης και λήξης του και το όνομα και την ημερομηνία γέννησης του προσώπου στο οποίο εκδόθηκε το διαβατήριο, σε περίπτωση που έχει διαβατήριο ή διαβατήρια.

4. Καθορίζεται η χρονική διάρκεια της πιο πάνω αναφερόμενης υποχρέωσης ειδοποίησης κατ’ αναλογία με τη χρονική διάρκεια της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα.

5. Παρέχεται εξουσία στο αρμόδιο δικαστήριο να εκδίδει κατά την επιβολή ποινής ή, έπειτα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, μετά την επιβολή ποινής, εφόσον κρίνει αυτό αναγκαίο για την προστασία του πληθυσμού της Δημοκρατίας ή μέρους αυτού από την πρόκληση σεξουαλικής ζημιάς ή για την προστασία ανήλικων προσώπων ή συγκεκριμένου ανήλικου προσώπου από την πρόκληση σεξουαλικής ζημιάς, διάταγμα με το οποίο να επιβάλλει στον καταδικασθέντα συγκεκριμένους όρους για χρονική διάρκεια που προβλέπεται στο διάταγμα, η οποία όμως δεν είναι μικρότερη από πέντε (5) έτη.

Οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α. Την επιβολή υποχρέωσης ειδοποίησης, σε περίπτωση που ο καταδικασθείς δεν υπόκειται ήδη σε τέτοια υποχρέωση.

β. Την υποβολή του καταδικασθέντος σε διαγνωστική εξέταση και, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι έλκεται ή υπόκειται στον πειρασμό να παρενοχλήσει ή να κακοποιήσει ανηλίκους, την παραπομπή του στην Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων κατά την έκτιση της ποινής του ή/και μετά την αποφυλάκισή του, είτε επ’ αδεία είτε με την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής του.

γ. Την απαγόρευση διαμονής καταδικασθέντος σε κατοικία που γειτνιάζει με σχολείο, πάρκο ή άλλο τόπο όπου συχνάζουν ανήλικα πρόσωπα, καθώς και εργοδότησής του σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν ανήλικα πρόσωπα.

δ. Την ενεργοποίηση του συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης και προειδοποίησης, όπως αυτό καθορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 21Β του περί Φυλακών Νόμου.

ε. Την επιβολή οποιουδήποτε άλλου όρου κρίνει το δικαστήριο αναγκαίο για την προστασία του πληθυσμού της Δημοκρατίας ή μέρους αυτού από την πρόκληση σεξουαλικής ζημιάς ή για την προστασία ανήλικων προσώπων ή συγκεκριμένου ανήλικου προσώπου από την πρόκληση σεξουαλικής ζημιάς.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο υπό εξέταση νομοσχέδιο έχουν ήδη ενσωματωθεί αρκετές από τις πρόνοιες της εν λόγω πρότασης νόμου, αφού προηγήθηκε της κατάθεσης του νομοσχεδίου η εξέτασή της από την επιτροπή. Ειδικότερα, οι πρόνοιες που αφορούν την Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων υιοθετήθηκαν σχεδόν αυτούσιες.

Στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής για τα πιο πάνω σχέδια νόμου, εκφράστηκαν κυρίως, τόσο προφορικά όσο και με την κατάθεση γραπτών υπομνημάτων, οι ακόλουθες απόψεις:

Η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού εξέφρασε την ευαρέσκειά της για το γεγονός ότι εξετάζεται ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο, με στόχο να προστατευθούν τα παιδιά. Σύμφωνα με την ίδια, όλα τα υπό εξέταση ζητήματα χρήζουν ομαδικής, ολιστικής και πολυθεματικής συζήτησης και αντιμετώπισης και κατέθεσε πληθώρα εισηγήσεων για την ορθότερη διατύπωση των διατάξεων του νομοσχεδίου τόσο από νομική όσο και ουσιαστική άποψη. Η ίδια δήλωσε ότι η υπό συζήτηση Οδηγία προβλέπει τα ελάχιστα που κατάφεραν να συμφωνήσουν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πως η Σύμβαση Lanzarote προβλέπει μηχανισμούς οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στην Οδηγία, γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό όπως τύχουν εφαρμογής και οι διατάξεις της εν λόγω σύμβασης. Περαιτέρω, η ίδια κατέθεσε πληθώρα παρατηρήσεων, καθώς και εισηγήσεις για βελτίωση επιμέρους διατάξεων του νομοσχεδίου. Ειδικότερα, οι τροποποιήσεις τις οποίες κατέθεσε η πιο πάνω επίτροπος στοχεύουν στην ορθότερη μεταφορά της υπό συζήτηση Οδηγίας και στην υιοθέτηση των προνοιών της Σύμβασης Lanzarote, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών δυνάμει της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κατέθεσε στην επιτροπή ότι συμφωνεί τόσο με το σκοπό όσο και με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου. Ωστόσο, προέβη σε ορισμένες εισηγήσεις με στόχο την ορθότερη διατύπωση επιμέρους διατάξεων του νομοσχεδίου και ειδικότερα εισηγήθηκε όπως ρυθμιστεί η δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλλει όρους, περιορισμούς και υποχρεώσεις στον καταδικασθέντα των οποίων η παραβίαση να συνιστά ποινικό αδίκημα.

Η εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας κατέθεσε απόψεις σε σχέση με την ερμηνεία όρων που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο, όπως αυτοί καθορίζονται από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Περαιτέρω, εξέφρασε την άποψη πως για την εφαρμογή της νομοθεσίας από το Υπουργείο Υγείας είναι απαραίτητη η εξασφάλιση σχετικών κονδυλίων για σκοπούς ανάπτυξης προγραμμάτων προς τους θύτες και για τη στήριξη των θυμάτων, καθώς και για τη δημιουργία μητρώου και έκδοσης συναφών πιστοποιητικών προς τους εργοδότες.

Περαιτέρω, σε συμπλήρωση των πιο πάνω, η εκπρόσωπος των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και ο ψυχίατρος των ίδιων υπηρεσιών στο Τμήμα Φυλακών κατέθεσαν επιπρόσθετες εισηγήσεις για βελτίωση της ερμηνείας όρων που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο για σκοπούς διασαφήνισης ορισμένων διατάξεών του.

Επιπλέον, οι ίδιοι κατέθεσαν εισηγήσεις κυρίως σε σχέση με τα ακόλουθα:

1. Το αδίκημα της διαφθοράς δημόσιων λειτουργών να επεκταθεί και σε ιδιώτες λειτουργούς.

2. Όσον αφορά την πρόνοια με βάση την οποία κατά την εκδίκαση των αδικημάτων και στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως επιβαρυντική περίσταση αν το αδίκημα διαπράχθηκε σε βάρος θύματος ιδιαίτερα ευάλωτου, πρέπει να καθοριστεί η έννοια της ευαλωτότητας, όπως π.χ. οι περιπτώσεις παιδιών που είναι ουσιοεξαρτώμενα.

3. Όσον αφορά το αδίκημα της παράλειψης αναφοράς υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών, να περιληφθεί και το πρόσωπο το οποίο δεν προωθεί στα πλαίσια της ιδιότητάς του καταγγελία για την εν λόγω υποψία.

Η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέθεσε διά της εκπροσώπου της μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Χαιρετίζει την πρόθεση θεσμοθέτησης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου πρόληψης και καταπολέμησης της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών. Ωστόσο, διατηρεί έντονες επιφυλάξεις όσον αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό των μέγιστων ποινών για το σύνολο των αδικημάτων που προβλέπονται και θεωρεί ότι χρήζουν διευκρίνισης ορισμένα ζητήματα, με τρόπο που να μη δημιουργούν προβλήματα και ερμηνευτικές δυσχέρειες κατά την εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου.

2. Δεδομένου ότι στη σύγχρονη κοινωνία συνάπτουν σχέσεις ακόμη και ανήλικα άτομα, έθεσε τον προβληματισμό ότι ενδεχομένως με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις να τύχουν αυστηρής ποινικής αντιμετώπισης περιπτώσεις οι οποίες να μην αποτελούν περιστατικά παιδοφιλίας.

3. Εισηγείται όπως γίνει ειδική μνεία όσον αφορά την εξαίρεση από την εφαρμογή του προτεινόμενου νόμου της περίπτωσης που το θύμα και ο δράστης έχουν συνάψει γάμο και ο ένας εκ των δύο είναι ηλικίας κάτω των δεκαεπτά ετών. Και αυτό, γιατί η σχετική νομοθεσία επιτρέπει τη σύναψη γάμου με τη συναίνεση των γονέων ή του κηδεμόνα από άτομα ηλικίας δεκαέξι ετών και άνω.

4. Θεωρεί σημαντικές τις ρυθμίσεις για την εποπτεία, ωστόσο, δεδομένου ότι στον αποφυλακισθέντα έχει ήδη καταλογιστεί ποινή, οποιοιδήποτε όροι τυχόν επιβάλλονται πρέπει να τυγχάνουν επαναξιολόγησης σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να δίνουν την ευκαιρία, αλλά και το κίνητρο στο δράστη για αυτοβελτίωση. Περαιτέρω, η Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων πρέπει να λειτουργεί με αποτελεσματικές διαδικασίες μακριά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.

5. Εισηγείται τη χάραξη μιας ολοκληρωμένης πολιτικής πρόληψης σεξουαλικών αδικημάτων στο σύνολό τους, μέσω της υιοθέτησης ενός μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδίου δράσης και εκφράζει την άποψη ότι η αποτελεσματική διαχείρισή τους πρέπει να γίνεται πρώτιστα με μέσα κοινωνικής πολιτικής, όπως αυτά που προνοούνται στη σχετική Οδηγία, και όχι μόνο με την αύξηση των ποινών και τον αθρόο εγκλεισμό στη φυλακή, καθώς η ποινή παραμένει πάντοτε ένα έσχατο μέσο εξατομικευμένης αντίδρασης, χωρίς να επιλύει το πρόβλημα.

Ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία κατέθεσε τις απόψεις του σε σχέση με επιμέρους πρόνοιες του νομοσχεδίου που χρήζουν διασαφήνισης. Περαιτέρω, κατέθεσε τα ακόλουθα:

1. Ο προτεινόμενος νόμος καθορίζει ότι ο όρος “παιδί” σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών και ο όρος “ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης” την ηλικία κάτω της οποίας απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται στα δεκαεπτά έτη. Λαμβανομένης υπόψη της σεξουαλικής συμπεριφοράς των εφήβων, σε συνδυασμό με τις συμπεριφορές που σχετίζονται με τη δημιουργία ερωτικών σχέσεων σε αυτό το ηλικιακό φάσμα, εφόσον ο νόμος δεν καθορίζει ηλικιακή διαφορά μεταξύ θύματος και κατηγορουμένου, υπάρχει ο κίνδυνος να προκύπτουν φαινόμενα που θα κρίνεται ένοχο άτομο το οποίο είναι ηλικίας δεκαοκτώ ετών και διατηρούσε σχέση με κορίτσι δεκαέξι ετών.

2. Η εποπτεία για αδικήματα σεξουαλικής φύσης κατά ανηλίκων μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια της οργανωτικής δομής των επιτηρητών του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία κάτω από μια ομπρέλα με σημαντικά πιο αποδοτική χρήση πόρων, επιτήρηση και πιο αποδοτικό συντονισμό εμπλεκόμενων υπηρεσιών.

Ο ειδικός στη δικανική ψυχολογία (παιδοφιλία) κατέθεσε τα εξής, κατά τη γνώμη του, ελάχιστα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εποπτεία παιδόφιλων μετά την αποφυλάκισή τους:

1. Να καθοριστεί εποπτεύων λειτουργός στον οποίο να δίνουν αναφορά τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για την καθημερινότητά τους. Με τον τρόπο αυτό θα ελέγχεται η τήρηση των όρων αποφυλάκισης.

2. Να ανατεθεί σε ψυχολόγο ή ψυχίατρο η θεραπεία που θα τους βοηθήσει να χαλιναγωγήσουν τις ορμές τους.

3. Να γίνεται τεστ αλήθειας με επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ταυτόχρονα, με το ίδιο τεστ να ελέγχεται αν οι παιδόφιλοι κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών.

4. Μέλος του συγγενικού ή του φιλικού τους περιβάλλοντος να υπογράφει κατά την αποφυλάκιση και να καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο για τον έλεγχο των κινήσεών τους και για το αν τηρούν τους όρους αποφυλάκισής τους και, σε αντίθετη περίπτωση, να τους καταγγέλλει στον εποπτεύοντα λειτουργό.

5. Σε περίπτωση που οι παιδόφιλοι κατοικούν σε περιοχή κοντά σε χώρους ή ιδρύματα όπου υπάρχουν ανήλικοι (π.χ. σχολεία, παιδικές λέσχες, νηπιαγωγεία κ.ά.), είναι επιτακτική ανάγκη να μετακομίσουν σε ασφαλές μέρος τόσο για τα μελλοντικά πιθανά θύματά τους όσο και για τους ιδίους, αφού έτσι μειώνεται ο πειρασμός.

Η ΠΣΕΠΕΠ κατέθεσε στην επιτροπή μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Η ηλικία συναίνεσης πρέπει να ταυτιστεί με την ηλικία των δεκαοκτώ ετών, ώστε να συνάδει με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που καθορίζει ότι παιδί είναι κάθε άτομο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών. Γενικά, όλες οι πρόνοιες του νομοσχεδίου πρέπει να συνάδουν απόλυτα με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και να μην επιτρέπουν καμιά παραβίαση ή καταπάτησή τους.

2. Με τον προτεινόμενο νόμο δεν προστατεύεται επαρκώς το δικαίωμα των παιδιών να συνάπτουν συναινετικές σχέσεις σε ηλικία κάτω των δεκαοκτώ ετών, γι’ αυτό πρέπει να διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ο νόμος, ώστε να μην αφήνει περιθώρια ποινικοποίησης των σχέσεων μεταξύ ατόμων ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών.

3. Μέχρι την καταχώριση ποινικής δίωξης ο κίνδυνος για το θύμα είναι μεγάλος, γι’ αυτό πρέπει να καθοριστεί το χρονικό διάστημα για την καταχώριση ποινικής δίωξης.

Σημειώνεται ότι απόψεις που αφορούν επιμέρους εισηγήσεις για βελτιωτικές ρυθμίσεις στο νομοσχέδιο και για την κάλυψη ορισμένων κενών και ασαφειών προς το σκοπό της ορθότερης ερμηνείας, διασαφήνισης και κατανόησης ορισμένων διατάξεων του νομοσχεδίου κατέθεσαν στην επιτροπή όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς και όλες οι υπηρεσίες που παρευρέθηκαν στις συνεδριάσεις της και που συνέβαλαν τα μέγιστα στη διεξαγωγή και ολοκλήρωση της κατ’ άρθρον συζήτησης ενώπιον της επιτροπής, καθώς και στην τελική διεκπεραίωση του έργου της επιτροπής.

Στα πλαίσια της περαιτέρω συζήτησης, την επιτροπή απασχόλησαν κυρίως τα ακόλουθα:

1. Η έλλειψη προνοιών και/ή ρυθμίσεων σε σχέση με συναινετικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ανηλίκων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, η εκπρόσωπος της Συντονιστικής Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκστρατεία “Ένα στα Πέντε” δήλωσε στην επιτροπή ότι τόσο η Οδηγία όσο και η Σύμβαση Lanzarote παρέχουν το δικαίωμα στα κράτη μέλη να εξαιρούν συγκεκριμένες πράξεις μεταξύ ανηλίκων αλλά όχι όλες. Σύμφωνα με την ίδια, το κατά πόσο υπήρξε συναίνεση είναι κάτι που θα κριθεί στο δικαστήριο και όχι στο στάδιο σύνταξης του κατηγορητηρίου, γι’ αυτό η ίδια δήλωσε ότι θεωρεί πως πρέπει να μελετηθεί το κατά πόσο θα αποτελεί υπεράσπιση ή αν θα είναι επιτρεπτή η συναινετική σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ανηλίκων που έχουν παρόμοια ηλικία και βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας, εφόσον η εν λόγω δραστηριότητα δεν περιλάμβανε οποιαδήποτε κακοποίηση, βία, εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό.

Η επιτροπή εξέφρασε τη θέση ότι δεν προτίθεται να ποινικοποιήσει τέτοιου είδους σχέσεις.

2. Η ανάγκη κατηγοριοποίησης των ποινών ανάλογα με τη βαρύτητα και τη φύση των αδικημάτων, σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες της Οδηγίας.

3. Το αδίκημα της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται η απόπειρα διάπραξης του αδικήματος αυτού.

4. Σε σχέση με τους ιστότοπους που περιέχουν ή που διαδίδουν παιδική πορνογραφία, η ανάγκη επιβολής υποχρέωσης στους παρόχους διαδικτύου οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες ή πρόσβαση στο διαδίκτυο εντός του εδάφους της Δημοκρατίας να προβαίνουν άμεσα σε φραγή της πρόσβασης, όταν αποκτήσουν γνώση ή όταν ενημερωθούν για την ύπαρξη παιδικής πορνογραφίας σε οποιοδήποτε ιστότοπο.

5. Πέραν της ποινικής ευθύνης για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον προτεινόμενο νόμο, η προσθήκη διάταξης με βάση την οποία να υπέχουν και αστική ευθύνη οι καταδικασθέντες, είτε είναι φυσικά είτε είναι νομικά πρόσωπα, για να αποζημιώνουν το θύμα.

6. Ο αποκλεισμός από τις υπερασπίσεις του γεγονότος ότι στο κράτος όπου έλαβε χώρα εν όλω ή εν μέρει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος δε συνιστά αδίκημα ή δεν απαγορεύεται. Μέλη της επιτροπής διαφώνησαν με την πιο πάνω πρόνοια, εκφράζοντας την άποψη ότι αντιβαίνει στις αρχές του δικαιικού μας συστήματος, γι’ αυτό και κάλεσαν την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας να μελετήσει το ενδεχόμενο διαγραφής της.

7. Σε σχέση με το αδίκημα της αναφοράς υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών, που περιλαμβάνει την παράλειψη οποιουδήποτε να καταγγείλει περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του στην οποία εμπλέκεται παιδί ή παιδί με σοβαρή διανοητική ή ψυχική ανεπάρκεια για τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, παιδικής πορνογραφίας, άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, σεξουαλικού τουρισμού, καθώς και για την υποκίνηση, συνέργεια και απόπειρα διάπραξής τους, η υιοθέτηση της εισήγησης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας όπως το εν λόγω αδίκημα θεωρείται ότι διαπράττει και ο οποιοσδήποτε δεν προωθεί τέτοια καταγγελία. Η επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι δεν πρέπει να υπάρχει ανοχή στο να είναι κάποιος επιλεκτικά αδιάφορος και πως σε τέτοιες περιπτώσεις αίρεται το επαγγελματικό απόρρητο.

8. Σε σχέση με την Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων, η οποία εγκαθιδρύεται με τον προτεινόμενο νόμο, η εισήγηση μεταξύ άλλων για τα ακόλουθα:

α. Τη συμπερίληψη του Οργανισμού Νεολαίας ανάμεσα στα πρόσωπα που θα την αποτελούν ως του νομοθετικά θεσμοθετημένου οργανισμού για τα θέματα νεολαίας.

β. Τη δυνατότητα παραπομπής σε εποπτεία από την Αρχή Εποπτείας ατόμου το οποίο είτε έχει καταδικαστεί και ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης είτε έχει αποφυλακιστεί.

9. Ανεξάρτητα από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις που αφορούν τη δυνατότητα έκδοσης από το δικαστήριο διατάγματος αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης του θύματος, μέχρις ότου καταχωριστεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση, καθώς και διατάγματος απομάκρυνσης του θύματος και τοποθέτησής του σε ασφαλές μέρος κατά ή μετά την εκδίκαση της υπόθεσης, την επιτροπή απασχόλησε και η άποψη που κατατέθηκε ότι πρέπει να προβλεφθεί ως επιπρόσθετη ποινή η απαγόρευση διαμονής του καταδικασθέντος σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει είτε με τον τόπο διαμονής του θύματος είτε με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.

10. Η ανάγκη όπως προβλεφθεί ότι, εκτός από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Αρχηγό της Αστυνομίας, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί προς εκδίκαση ποινική υπόθεση για διάπραξη αδικήματος δυνάμει του προτεινόμενου νόμου μεταξύ άλλων θα λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η ποινική διαδικασία που αφορά τα υπό συζήτηση αδικήματα έχει προτεραιότητα και θα διεξαχθεί χωρίς καθυστέρηση.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κάλεσε την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας να διαμορφώσει και επαναδιατυπώσει το κείμενο του νομοσχεδίου στη βάση όλων των πιο πάνω θέσεων και αποφάσεών της. Ως εκ τούτου, ανταποκρινόμενη στο πιο πάνω αίτημα, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, σε συνεργασία με την εκπρόσωπο της Συντονιστικής Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εκστρατεία “Ένα στα Πέντε” και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, των εκπροσώπων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και άλλων εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων, υπέβαλε σταδιακά στην επιτροπή διαμορφωμένο κείμενο του νομοσχεδίου, στο οποίο ενσωματώθηκαν και οι πλείστες από τις πρόνοιες της πρότασης νόμου και περιλήφθηκαν όλες οι θέσεις της επιτροπής όπως αυτές αναπτύχθηκαν πιο πάνω, καθώς και επιμέρους εισηγήσεις που κατατέθηκαν από αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες στα πλαίσια των συνεδριάσεων της επιτροπής.

Ειδικότερα, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας διευκρίνισε ότι στο διαμορφωμένο κείμενο του νομοσχεδίου έχουν επενεχθεί τα ακόλουθα:

1. Λήφθηκαν υπόψη οι ορισμοί των όρων όπως αυτοί ερμηνεύονται με βάση την Οδηγία.

2. Κατηγοριοποιήθηκαν οι ποινές σε σχέση με τη βαρύτητα και τη φύση των αδικημάτων, σε συνάρτηση με την Οδηγία, τη Σύμβαση, αλλά και τις σχετικές διατάξεις του ποινικού κώδικα και άλλων σχετικών νομοθεσιών. Ειδικότερα, όσον αφορά το αδίκημα της συμμετοχής σε σεξουαλική πράξη με παιδί, στις περιπτώσεις που γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω στο παιδί, κατάχρηση ευάλωτης κατάστασης του παιδιού, καθώς και χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, θα προβλέπεται η ποινή της φυλάκισης διά βίου, εφόσον αυτά τα αδικήματα περιλαμβάνουν συστατικά στοιχεία του αδικήματος βιασμού ενήλικα, το οποίο τιμωρείται επίσης με την ποινή της ισόβιας φυλάκισης.

3. Περιλήφθηκαν πρόνοιες με βάση τις οποίες επιτρέπονται, υπό προϋποθέσεις, οι συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες τόσο μεταξύ ανηλίκων όσο και μεταξύ ενός ενήλικα και ενός παιδιού και διευκρινίζεται ότι, υπό προϋποθέσεις, δε θεωρείται ότι διαπράχθηκε αδίκημα, σε περίπτωση που έχει συναφθεί γάμος μεταξύ του ανήλικου και του προσώπου που διενήργησε την πράξη η οποία αποτελεί αδίκημα.

4. Περιλήφθηκαν οι εισηγήσεις της επιτροπής σε σχέση με τις αρμοδιότητες της Αρχής Εποπτείας Καταδικασθέντων και ειδικότερα περιλήφθηκε πρόνοια με βάση την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος παραπομπής σε εποπτεία από την Αρχή Εποπτείας για χρονικό διάστημα που θα καθορίσει το δικαστήριο ατόμου το οποίο έχει καταδικαστεί για αδικήματα σεξουαλικής φύσης κατά παιδιών, από το ποινικό του μητρώο του οποίου δεν έχει παραγραφεί το αδίκημα και το οποίο είτε εκτίει ποινή φυλάκισης είτε έχει αποφυλακιστεί εντός ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, εφόσον κρίνει αυτό αναγκαίο για την προστασία παιδιών από τη διάπραξη αδικημάτων για τα οποία υπάρχει πρόνοια στον προτεινόμενο νόμο.

5. Περιλήφθηκαν όλες οι πρόνοιες της πρότασης νόμου σχετικά με την υποχρέωση του καταδικασθέντος να κοινοποιεί στην αστυνομία πληροφορίες που αφορούν το άτομό του, οι οποίες θα περιλαμβάνονται στο αρχείο καταδικασθέντων φυσικών ή νομικών προσώπων που θα διατηρεί η αστυνομία. Επιπλέον, υιοθετήθηκε η εισήγηση της αστυνομίας σε σχέση με τους κατοίκους εξωτερικού οι οποίοι έχουν καταδικαστεί για αντίστοιχα αδικήματα και έρχονται στην Κύπρο για να εργοδοτηθούν, ώστε το πιο πάνω αρχείο να τηρείται ενήμερο για τα πρόσωπα αυτά, στα πλαίσια της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, θα τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις για τη μη εργοδότηση των προσώπων αυτών στην Κύπρο σε επαγγέλματα που περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά.

Καθόσον αφορά τις πρόνοιες για τις επιπρόσθετες ποινές ή κυρώσεις που μπορεί να διατάξει το δικαστήριο, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας εξέφρασε τις επιφυλάξεις της για τη συνταγματικότητα των ακόλουθων επιπρόσθετων ποινών:

1. Υποβολή σε διαγνωστική εξέταση.

2. Απαγόρευση διαμονής του καταδικασθέντος σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει είτε με τον τόπο διαμονής του θύματος είτε με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, πρόνοια η οποία περιλήφθηκε στο νομοσχέδιο έπειτα από σχετική εισήγηση της επιτροπής.

Σε σχέση με τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει ως επιπρόσθετη ποινή ή κύρωση την υποβολή του καταδικασθέντος σε διαγνωστική εξέταση, η επιτροπή αποφάσισε όπως διαμορφώσει το κείμενο του νομοσχεδίου, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να δώσει οδηγίες για υποβολή του καταδικασθέντος σε διαγνωστική εξέταση, νοουμένου ότι έχει εξασφαλιστεί η συγκατάθεσή του. Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, εφόσον θα υπάρχει η συγκατάθεση του καταδικασθέντος για υποβολή του σε διαγνωστική εξέταση, επιλύεται το ενδεχόμενο αντισυνταγματικότητας της υπό συζήτηση πρόνοιας.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη δυνατότητα επιβολής ως επιπρόσθετης ποινής της απαγόρευσης διαμονής του καταδικασθέντος σε χώρο που γειτνιάζει είτε με τον τόπο διαμονής του θύματος είτε με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, η επιτροπή, παρά τις επιφυλάξεις της εκπροσώπου της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, αποφάσισε όπως παραμείνει η πρόνοια αυτή, κρίνοντας πως πρόκειται για μια απόλυτα λογική ρύθμιση που αποσκοπεί στην προστασία των παιδιών.

Περαιτέρω, η επιτροπή επέφερε στο διαμορφωμένο σύμφωνα με τα πιο πάνω κείμενο του νομοσχεδίου επιπρόσθετες τροποποιήσεις νομοτεχνικής φύσεως, με σκοπό τη βελτίωση της διατύπωσης των διατάξεών του.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, χαιρετίζοντας τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, ομόφωνα εισηγείται στην ολομέλεια της Βουλής την ψήφιση του διαμορφωμένου στη βάση των πιο πάνω κειμένου του νομοσχεδίου, στο οποίο ενσωματώθηκαν οι πλείστες πρόνοιες της πρότασης νόμου, σε νόμο.

Ειδικότερα, η κοινοβουλευτική ομάδα ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, αφού δήλωσε ότι τάσσεται υπέρ του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου, σημειώνει την αναγκαιότητα να έρθουν οι τροπολογίες, ως ήταν και η δέσμευση των αρμοδίων, αναφορικά με τα θέματα που αφορούν κυρίως τις ποινές ανηλίκων.

Με την ευκαιρία αυτή, ο πρόεδρος της επιτροπής τονίζει την πρόθεση της επιτροπής να παρακολουθεί την εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου και περαιτέρω να επανέλθει εκεί και όπου χρειάζεται, για να διορθώσει τυχόν κενά και αδυναμίες των οποίων η πρακτική εφαρμογή επιβάλλει την πλήρωση, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τα πολύ ασφυκτικά περιθώρια που είχε στη διάθεσή της για την εξέταση ενός τόσο σοβαρού θέματος, για το οποίο λόγω έλλειψης χρόνου δεν προηγήθηκε δημόσια διαβούλευση πριν από τη διαμόρφωση του νομοσχεδίου.

Παράλληλα, η επιτροπή καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει με την κύρωση της Σύμβασης του Lanzarote, ώστε το σχετικό με το θέμα νομοθετικό πλαίσιο να είναι πιο ολοκληρωμένο και οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν ένα ικανοποιητικό μηχανισμό για ρύθμιση των σοβαρών αυτών θεμάτων. Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο γενικός διευθυντής του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με επιστολή του, ημερομηνίας 10 Ιουνίου 2014, πληροφόρησε τη Βουλή ότι το αρμόδιο υπουργείο προτίθεται να καταθέσει ενώπιόν της για σκοπούς κύρωσης σχετικό νομοσχέδιο εντός των επόμενων δύο μηνών, ώστε να είναι εφικτό αυτό να τεθεί ενώπιον της επιτροπής Νομικών με την έναρξη της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου.

Τέλος, ο ίδιος θεωρεί σκόπιμο να ευχαριστήσει όλους όσοι συνέβαλαν στην ολοκλήρωση ενός τόσο σημαντικού νομοθετήματος και ιδιαίτερα τους βουλευτές μέλη και μη μέλη της επιτροπής με τους οποίους υπήρξε άριστη και δημιουργική συνεργασία. Ευχαριστεί επίσης όλους όσοι συνέβαλαν στην όλη προσπάθεια, κυβερνητικούς και άλλους αρμόδιους φορείς και οργανώσεις, καθώς και τη γραμματεία της επιτροπής.

17 Ιουνίου 2014

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων