Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Προϋπολογισμού για το νομοσχέδιο «Ο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 201

Παρόντες:

Άγγελος Βότσης, αναπλ. πρόεδρος Πάμπος Παπαγεωργίου
Πρόδρομος Προδρόμου Νίκος Νικολαΐδης
Μάριος Μαυρίδης Γιώργος Περδίκης
Μαρία Κυριακού Νίκος Κουτσού
Σταύρος Ευαγόρου  

Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού μελέτησε το πιο πάνω νομοσχέδιο σε δύο συνεδρίες της, που πραγματοποιήθηκαν στις 2 και 16 Ιουνίου 2014. Στην πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιόν της εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (ΤΕΠ) του ίδιου υπουργείου, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ), του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του ΚΕΒΕ και της ΟΕΒ.

Σκοπός του προτεινόμενου νόμου είναι η τροποποίηση του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, ώστε να υλοποιηθεί το μέτρο 3.7 του Μνημονίου Συναντίληψης, το οποίο προνοεί μεταξύ άλλων την υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας για:

1. εναρμόνιση των νομοθεσιών που ρυθμίζουν θέματα φορολογίας, ώστε η μη πληρωμή φόρων, ανεξαρτήτως του είδους της φορολογίας, να θεωρείται ποινικό αδίκημα και

2. απόδοση προσωπικής ευθύνης στους αρμόδιους διευθυντές εταιρείας για τη μη καταβολή των φόρων και τη δόλια υποβολή φορολογικών στοιχείων αναφορικά με την εταιρεία.

Ειδικότερα, με τον προτεινόμενο νόμο προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

1. Η ποινικοποίηση της παράλειψης ή καθυστέρησης καταβολής στο κράτος από νομικό ή φυσικό πρόσωπο παρακρατηθέντων φόρων (φόρος εισοδήματος, έκτακτη εισφορά για την άμυνα της Δημοκρατίας, έκτακτη εισφορά εργοδοτουμένων, συνταξιούχων και αυτοτελώς εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα), χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο ενήργησε δολίως.

2. Η ποινικοποίηση της παράλειψης ή καθυστέρησης καταβολής στο κράτος από οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού άλλου φόρου, όταν αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο ενήργησε δολίως.

3. Η απόδοση ποινικής ευθύνης στους διευθυντές και στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων, όταν το αδίκημα της παράλειψης ή καθυστέρησης καταβολής στο κράτος παρακρατηθέντων φόρων διαπράττεται από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ότι τα πρόσωπα αυτά συναίνεσαν ή συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.

4. Η απόδοση ποινικής ευθύνης στους διευθυντές και στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων, όταν το αδίκημα της παράλειψης ή καθυστέρησης καταβολής στο κράτος οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού άλλου φόρου διαπράττεται από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτά συναίνεσαν ή συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.

5. Η απόδοση ποινικής ευθύνης στους διευθυντές και στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων νομικών προσώπων, σε περίπτωση που αυτά υποβάλλουν δολίως ή εσκεμμένα ανακριβή ή ψευδή στοιχεία σχετικά με την εξακρίβωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων, εφόσον αποδεικνύεται ότι αυτά συναίνεσαν ή συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών, ο προτεινόμενος νόμος αποτελεί προαπαιτούμενη ενέργεια για την εκταμίευση της επόμενης δόσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και η εφαρμογή του μέτρου αυτού αναμένεται να συμβάλει στη διασφάλιση των δημόσιων εσόδων σε σχέση με τους οφειλόμενους φόρους από εταιρείες και τους παρακρατηθέντες φόρους.

Στα πλαίσια της συζήτησης του θέματος οι εκπρόσωποι του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του ΣΕΛΚ εξέφρασαν τις επιφυλάξεις τους σε σχέση με τις πρόνοιες του νομοσχεδίου που αφορούν την απόδοση ευθυνών στους διευθυντές των νομικών προσώπων για αδικήματα που διαπράττουν τα νομικά πρόσωπα και εισηγήθηκαν όπως, στις περιπτώσεις που νομικό πρόσωπο παραλείπει ή καθυστερεί να προβεί σε καταβολή οφειλόμενων ποσών άλλου φόρου, καθώς και στην περίπτωση υποβολής ψευδών φορολογικών στοιχείων, στους διευθυντές και στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εν λόγω νομικών προσώπων να αποδίδεται ευθύνη, μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι δολίως αυτά συνέπραξαν στην τέλεση του αδικήματος.

Οι εκπρόσωποι του ΚΕΒΕ, χωρίς να διαφωνούν με τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του προτεινόμενου νόμου, συμφώνησαν με τις θέσεις των εκπροσώπων του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του ΣΕΛΚ.

Υπό το φως των πιο πάνω, το Υπουργείο Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της επιτροπής, μελέτησε τις απόψεις του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και του ΣΕΛΚ και προχώρησε στη διαμόρφωση του κειμένου του νομοσχεδίου σύμφωνα με τις υποβληθείσες πιο πάνω εισηγήσεις.

Το διαμορφωμένο κείμενο του νομοσχεδίου υποβλήθηκε εκ νέου στην επιτροπή για λήψη τελικής απόφασης με σχετική επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών, ημερομηνίας 3 Ιουνίου 2014.

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού, αφού έλαβε υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν της, κατά πλειοψηφία του αναπληρωτή προέδρου της βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος, των μελών της βουλευτών των κοινοβουλευτικών ομάδων του Δημοκρατικού Συναγερμού και ΑΚΕΛ-Αριστερά-Νέες Δυνάμεις, του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, καθώς και του μέλους της βουλευτή του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, εισηγείται στη Βουλή την ψήφιση του νομοσχεδίου σε νόμο, όπως αυτό διαμορφώθηκε από την εκτελεστική εξουσία, αφού προηγουμένως τροποποιηθεί ο τίτλος του, ώστε να αναφέρεται ως «Ο περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014».

Το μέλος της επιτροπής βουλευτής κ. Νίκος Κουτσού, εκπροσωπώντας τη Συμμαχία Πολιτών, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί κατά τη συζήτηση του θέματος στην ολομέλεια του σώματος.

 

 

 

17 Ιουνίου 2014

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων