Αρχείο

    

Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την πρόταση νόμου «Ο περί Ατόμων με Αναπηρίες (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2007»

Παρόντες:

Αντρέας Φακοντής, πρόεδρος Άγγελος Βότσης
Σκεύη Κούτρα Κουκουμά Αθηνά Κυριακίδου
Πανίκκος Σταυριανός Ρούλα Μαυρονικόλα
Μάριος Μαυρίδης Μη μέλη της επιτροπής:
Μαρία Κυριακού Γιώργος Περδίκης
Νίκος Νουρής  

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μελέτησε την πιο πάνω πρόταση νόμου, η οποία κατατέθηκε από τους βουλευτές κ. Γιώργο Περδίκη, βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας, Αθηνά Κυριακίδου, βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λεμεσού, Αντώνη Αντωνίου, βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Πάφου, Στέλλα Κυριακίδου, βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας, και Ρούλα Μαυρονικόλα, βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας, σε μεγάλο αριθμό συνεδριάσεών της, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 16 Οκτωβρίου 2008 και 17 Φεβρουαρίου 2014. Στα πλαίσια των συνεδριάσεων αυτών κλήθηκαν και παρευρέθηκαν ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωποι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του ίδιου υπουργείου, εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών, του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ), του Αντιρευματικού Συνδέσμου Κύπρου, της Παγκύπριας Οργάνωσης Αποκαταστάσεως Αναπήρων, της Επιτροπής Προστασίας Νοητικά Καθυστερημένων Ατόμων, της Ένωσης Δήμων Κύπρου, των συνδικαλιστικών οργανώσεων ΠΕΟ, ΣΕΚ και ΔΕΟΚ και των εργοδοτικών οργανώσεων ΟΕΒ και ΚΕΒΕ.

Σκοπός του νόμου που προτείνεται με την πρόταση νόμου, όπως αυτή αρχικά κατατέθηκε, είναι η τροποποίηση του άρθρου 9 του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου, ώστε να αντικατασταθούν οι πρόνοιές του που αφορούν τα εύλογα μέτραˮ, οι οποίες θεωρούνται αχρείαστες, με άλλες βελτιωμένες και απλοποιημένες πρόνοιες.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις υφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 9, οι αρχές που αφορούν τα βασικά δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, την ίση μεταχείριση στην παροχή αγαθών, υπηρεσιών και διευκολύνσεων στα άτομα αυτά και την απρόσκοπτη πρόσβαση στις τηλεπικοινωνίες και την πληροφόρηση εφαρμόζονται «με τη λήψη εύλογων μέτρων και στην έκταση που οι τοπικές οικονομικές και άλλες συνθήκες το επιτρέπουν». Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο καθορίζεται ότι εύλογα μέτραˮ σημαίνει τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων παραγόντων που επηρεάζουν την έννοια του εύλογου μέτρου, μεταξύ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:

1. Η φύση και η απαιτούμενη δαπάνη για τη λήψη των μέτρων.

2. Οι οικονομικοί πόροι του προσώπου το οποίο έχει την υποχρέωση να λάβει τα μέτρα.

3. Η δημοσιονομική κατάσταση και άλλες υποχρεώσεις του κράτους στις περιπτώσεις που η υποχρέωση για τη λήψη μέτρων αφορά το δημόσιο.

4. Η προσφορά δωρεών από το δημόσιο ή άλλες πηγές ως συνεισφορά προς το ολικό κόστος των εν λόγω μέτρων.

5. Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του αναπήρου.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση απαλείφονται σχεδόν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες και παραμένει μόνο ο παράγοντας που αφορά τη δημοσιονομική κατάσταση και άλλες υποχρεώσεις του κράτους, στις περιπτώσεις που η υποχρέωση για τη λήψη μέτρων αφορά το δημόσιο. Συγκεκριμένα, ο παράγοντας αυτός θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των αρχών που αφορούν τα βασικά και άλλα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες.

Αναλύοντας τις πρόνοιες της πρότασης νόμου ενώπιον της επιτροπής, ο εκ των εισηγητών της βουλευτής κ. Γιώργος Περδίκης επισήμανε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση κατέστη αναγκαία, ώστε να ξεκαθαριστεί ότι τα εύλογα μέτρα δεν πρέπει να αναιρούν τις υποχρεώσεις του εργοδότη και της πολιτείας ευρύτερα έναντι των ατόμων με αναπηρίες.

Η διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δήλωσε ενώπιον της επιτροπής ότι δε φέρει ένσταση στην προώθηση της πρότασης νόμου, όπως αυτή έχει κατατεθεί. Υπέδειξε ωστόσο ότι ήδη η υφιστάμενη νομοθεσία και συγκεκριμένα το εδάφιο (1Α) του άρθρου 5 αυτής παρέχει καθοδήγηση και ορίζει ότι προβλέπονται εύλογες προσαρμογές, ώστε να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι προσώπων με αναπηρίες. Επιπρόσθετα, αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, στην οποία καθορίζεται ο όρος εύλογη προσαρμογή για σκοπούς διασφάλισης των δικαιωμάτων των αναπήρων, δήλωσε ότι θα ήταν ορθότερο να υιοθετηθούν στην προτεινόμενη ρύθμιση οι πρόνοιες της εν λόγω σύμβασης.

Ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δήμων Κύπρου εξέφρασε αρχικά την άποψη ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δε διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την υφιστάμενη νομοθεσία.

Ο εκπρόσωπος της ΟΕΒ εξέφρασε την αντίθεσή του με την προτεινόμενη ρύθμιση, δηλώνοντας ότι η ΟΕΒ είναι σταθερά προσηλωμένη στην κοινωνική ενσωμάτωση των συμπολιτών μας, γι’ αυτό και προβαίνει σε εκστρατεία διαφώτισης, με σκοπό τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ατόμων αυτών στην απασχόληση.

Υπό το φως των πιο πάνω εισηγήσεων και υποδείξεων της διευθύντριας του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, η επιτροπή διαμόρφωσε ανάλογα το κείμενο της πρότασης νόμου, υιοθετώντας πρόνοιες της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Ειδικότερα, το διαμορφωμένο κείμενο της πρότασης νόμου διελάμβανε ότι οι αρχές που αναφέρονται στα βασικά δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, στην ίση μεταχείριση και απαγόρευση των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης, στην παροχή αγαθών, υπηρεσιών και διευκολύνσεων και στην πρόσβαση στις τηλεπικοινωνίες και στην πληροφόρηση εφαρμόζονται με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, ώστε να διασφαλίζεται η παροχή εύλογης προσαρμογής. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή υιοθετεί την πρόνοια του εδαφίου (3) του άρθρου 5 της εν λόγω σύμβασης. Περαιτέρω, ενσωματώθηκε η ερμηνεία του όρου εύλογη προσαρμογήˮ, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 της σύμβασης και σημαίνει τις αναγκαίες και κατάλληλες τροποποιήσεις και προσαρμογές που δεν επιβάλλουν δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη επιβάρυνση, όπου είναι αναγκαίο σε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να διασφαλίζεται σε άτομα με αναπηρίες η απόλαυση ή η άσκηση, σε ίση βάση με άλλους, όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

Στη συνέχεια, στα πλαίσια της συζήτησης που διεξήχθη ενώπιον της επιτροπής επί του διαμορφωμένου κειμένου της πρότασης νόμου, η διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες εξέφρασε τις επιφυλάξεις της για το γεγονός ότι έχει διαγραφεί από την υφιστάμενη διάταξη του εδαφίου (1) του άρθρου 9 η πρόνοια σύμφωνα με την οποία οι αρχές που αναφέρονται στα βασικά και άλλα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες εφαρμόζονται στην έκταση που οι τοπικές οικονομικές και άλλες συνθήκες το επιτρέπουν. Όπως δήλωσε, η πιο πάνω πρόνοια θα πρέπει να παραμείνει, ώστε να διαφυλάσσεται το γενικό όριο των διαθέσιμων πόρων του κράτους και εισηγήθηκε όπως υιοθετηθεί η πρόνοια της σύμβασης που διασφαλίζει ότι κάθε κράτος μέρος αναλαμβάνει να λάβει μέτρα στο μέγιστο των διαθέσιμων πόρων του.

Σημειώνεται ότι τις ίδιες επιφυλάξεις εξέφρασαν οι εκπρόσωποι της ΟΕΒ και της Ένωσης Δήμων Κύπρου σε μεταγενέστερο στάδιο.

Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω επιφυλάξεις της, η διευθύντρια του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες εισηγήθηκε όπως στο σημείο της πρότασης όπου καθορίζεται ο όρος εύλογη προσαρμογήˮ, που σημαίνει τις αναγκαίες και κατάλληλες τροποποιήσεις και προσαρμογές που δεν επιβάλλουν δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη επιβάρυνση, προστεθεί επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία να προβλέπεται ότι η επιβάρυνση δε θα είναι δυσανάλογη, όταν αντισταθμίζεται επαρκώς με μέτρα λαμβανόμενα στο πλαίσιο της πολιτικής του κράτους υπέρ των ατόμων με αναπηρίες. Η εν λόγω πρόνοια υφίσταται ήδη στην ισχύουσα νομοθεσία και προβλέπει την ίση μεταχείριση και την απαγόρευση των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης [άρθρο 5(1Α)].

Επισημαίνεται ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν όπως προστεθεί στο διαμορφωμένο κείμενο της πρότασης νόμου η πιο πάνω πρόνοια.

Στα πλαίσια της περαιτέρω διεξαγωγής της συζήτησης η εκπρόσωπος του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού κατέθεσε στην επιτροπή σχετικό γραπτό υπόμνημα, εξέφρασε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες θέσεις:

1. Το Γραφείο του Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει οριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο από το Μάιο του 2012 ως ανεξάρτητος μηχανισμός για την προώθηση, προστασία και παρακολούθηση της υπό συζήτηση σύμβασης.

2. Έχοντας υπόψη τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνει η κυρωθείσα με νόμο σύμβαση για όλα τα άτομα με αναπηρίες, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κρίνονται απαραίτητες και θα καταστήσουν την υφιστάμενη νομοθεσία περισσότερο συμβατή με τη σύμβαση.

3. Σε σχέση με τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν αναφορικά με τη διαγραφή της σχετικής πρόνοιας του εδαφίου (1) του άρθρου 9, όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, η ίδια θεωρεί ότι δε συντρέχει λόγος διατήρησης της εν λόγω πρόνοιας, αφού η προτεινόμενη προσθήκη της έννοιας του όρου εύλογη προσαρμογήˮ είναι πολύ πιο αναλυτική και εμπεριστατωμένη, εφόσον σημαίνει τις αναγκαίες και κατάλληλες τροποποιήσεις και προσαρμογές, που δεν επιβάλλουν δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη επιβάρυνση.

4. Η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εισηγείται όπως η υφιστάμενη νομοθεσία τροποποιηθεί περαιτέρω, ώστε η αρμοδιότητά της να μην περιορίζεται μόνο στην εξέταση παραπόνων για διακριτική μεταχείριση στην απασχόληση, δεδομένης της πιο πάνω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.

Σημειώνεται ότι η επιτροπή και όλοι όσοι παρευρέθηκαν ενώπιόν της υιοθέτησαν την τελευταία εισήγηση της εκπροσώπου του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων .

Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού έλαβε υπόψη της όλες τις πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις, διαμόρφωσε τελικώς το κείμενο της πρότασης νόμου, ώστε σ’ αυτό να διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

1. Οι αρχές που αναφέρονται στα βασικά δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, στην ίση μεταχείριση και απαγόρευση των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης, στην παροχή αγαθών, υπηρεσιών και διευκολύνσεων, καθώς και στην πρόσβαση στις τηλεπικοινωνίες και στην πληροφόρηση για τα άτομα με αναπηρίες εφαρμόζονται με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, για να διασφαλίζουν ότι παρέχεται εύλογη προσαρμογή.

2. Εύλογη προσαρμογή σημαίνει τις αναγκαίες και κατάλληλες τροποποιήσεις και προσαρμογές που δεν επιβάλλουν δυσανάλογη ή αδικαιολόγητη επιβάρυνση, όπου είναι αναγκαίο σε συγκεκριμένη περίπτωση, για να διασφαλίζεται σε άτομα με αναπηρίες η απόλαυση ή η άσκηση σε ίση βάση με άλλους όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

3. Η επιβάρυνση δεν είναι δυσανάλογη, όταν αντισταθμίζεται επαρκώς με μέτρα λαμβανόμενα στο πλαίσιο της πολιτικής του κράτους υπέρ των ατόμων με αναπηρίες.

4. Διαπράττει αδίκημα πρόσωπο το οποίο χωρίς εύλογη αιτία προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια ή παράλειψη, που ισοδυναμεί με δυσμενή διάκριση έναντι αναπήρου. Ο όρος εύλογη αιτίαˮ περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δε δύναται να ληφθούν ή δε λήφθηκαν τα κατάλληλα μέτρα, που να διασφαλίζουν ότι παρέχεται εύλογη προσαρμογή.

5. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από παραβίαση του νόμου για τα άτομα με αναπηρίες σε σχέση με διακριτική μεταχείριση δικαιούται να υποβάλει σχετικό παράπονο στον Επίτροπο Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα να το εξετάσει.

Ο πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, σε σχέση με το ζήτημα που απασχόλησε ιδιαίτερα την επιτροπή για τη διαγραφή της υφιστάμενης πρόνοιας του εδαφίου (1) του άρθρου 9, ανέφερε στην επιτροπή ότι παρόμοια συζήτηση διεξήχθη και παλαιότερα και συγκεκριμένα το 1998, όταν το κράτος εισηγήθηκε σε σχέση με τους αναπήρους ρυθμίσεις μόνο για τον ιδιωτικό τομέα, και τόνισε ότι τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες δεν πρέπει να ρυθμίζονται με αποσπασματικό τρόπο. Περαιτέρω, καταθέτοντας στην επιτροπή σχετικό υπόμνημα, εξέφρασε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες θέσεις:

1. Το κεντρικό διοικητικό συμβούλιο της ΚΥΣΟΑ ήταν από την αρχή της θέσπισης του υπό τροποποίηση νόμου αντίθετο και δεν αποδεχόταν τις συγκεκριμένες περιοριστικές διατάξεις του άρθρου 9 αυτού. Οι υφιστάμενες διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου αυτού εξαρτούν απόλυτα τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες από τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους ή/και από κοινωνικούς και άλλους παράγοντες, με τρόπο που εξαλείφεται ο πυρήνας των εν λόγω δικαιωμάτων, γι’ αυτό αίτημα της ΚΥΣΟΑ είναι η πλήρης απάλειψη των διατάξεων αυτών.

2. Τα κράτη μέλη που κύρωσαν τη σύμβαση, στα οποία περιλαμβάνεται και η χώρα μας, δεσμεύτηκαν να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, για να διασφαλίζουν ότι παρέχεται εύλογη προσαρμογή, με σκοπό την προαγωγή της ισότητας και την εξάλειψη της διάκρισης.

3. Η κυπριακή πολιτεία δεν προχωρεί σε υλοποίηση των εύλογων προσαρμογών για τα άτομα με αναπηρίες, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμά τους για ελευθερία, εκπαίδευση και απασχόληση στον κρατικό και ημικρατικό τομέα, καθώς και σε ιδιωτικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις.

4. Οι εύλογες προσαρμογές στην εκπαίδευση, στην απασχόληση και σε άλλους τομείς της καθημερινής διαβίωσης των ατόμων με αναπηρίες πρέπει να θεσμοθετηθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υπάρχουν οποιαδήποτε περιθώρια παραβίασης της αρχής της παροχής εύλογων προσαρμογών από πλευράς των κρατικών λειτουργών ή των ιδιωτικών οργανισμών.

Το Υπουργείο Οικονομικών, τοποθετούμενο γραπτώς επί των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ενημέρωσε την επιτροπή ότι συμφωνεί με αυτές, αλλά, όσον αφορά την προτεινόμενη τροποποίηση του εδαφίου (1) του άρθρου 9 του βασικού νόμου, δήλωσε ότι κρίνεται σκόπιμο να προστεθεί σ’ αυτήν ότι οι αρχές που αναφέρονται στα βασικά και άλλα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες θα εφαρμόζονται με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, για να διασφαλίζουν ότι παρέχεται εύλογη προσαρμογή, και στην έκταση που οι τοπικές οικονομικές και άλλες συνθήκες το επιτρέπουν.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, τοποθετούμενη σε ερώτημα της επιτροπής κατά πόσο συμφωνεί με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις που διαλαμβάνονται στο τελικό διαμορφωμένο κείμενο και ειδικότερα κατά πόσο συνάδει με τις διατάξεις του συντάγματος η ρύθμιση με την οποία διαγράφονται οι περιοριστικές διατάξεις του άρθρου 9, δήλωσε ότι δε θεωρεί πως θα υπάρξει άμεσα επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, εφόσον δεν προβλέπεται κάποιο κονδύλι, άλλα έμμεσα και αν χρειαστεί. Γι’ αυτό, όπως επισήμανε η πιο πάνω εκπρόσωπος, δεν μπορεί να κριθεί ως αντισυνταγματική η πρόταση νόμου για παραβίαση της παραγράφου (2) του άρθρου 80 του συντάγματος, η οποία συγκεκριμένα προνοεί ότι δεν μπορεί να υποβληθεί από βουλευτή πρόταση νόμου που να συνεπάγεται αύξηση των προβλεπόμενων από τον προϋπολογισμό εξόδων.

Υπό το φως των πιο πάνω, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί των προνοιών της πρότασης νόμου, όπως αυτή τελικά έχει διαμορφωθεί στη βάση των πιο πάνω, στην ολομέλεια του σώματος.

Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση ψήφισης από τη Βουλή της υπό αναφορά πρότασης νόμου σε νόμο, αυτή θα αναφέρεται ως «Ο περί Ατόμων με Αναπηρίες (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014».

 

 

 

31η Μαρτίου 2014

 

     

    

     © Copyright 2000.  Η Βουλή των Αντιπροσώπων